Υπάρχει μια απροσδιόριστη στιγμή κάθε χρόνο που η ζωή αλλάζει χαρακτήρα, χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός.
Τα μπουφάν μένουν στις ντουλάπες, βγαίνουν οι βερμούδες και τα κοντομάνικα και αρχίζουμε να αγωνιούμε για τα κιλά του χειμώνα, τη χαλάρωση στο σώμα και τα «ασπρουλιάρικα» άκρα μας, επενδύοντας σε μαγικά προϊόντα που υπόσχονται θαύματα.
Το καλοκαίρι στην Ελλάδα δεν ξεκινά με ημερομηνία. Ξεκινά με ήχους. Με το τζιτζίκι που με το πρώτο φως αρχίζει και τραγουδάει ασταμάτητα λες και πληρώνεται με την ώρα. Με έναν γρύλο που αποφάσισε να δώσει προσωπική συναυλία στο φίκο στο μπαλκόνι σου στις 3 το πρωί. Με εκείνο το κουνούπι που σου ζαλίζει το αυτί και παρά την τεχνολογική πρόοδο της ανθρωπότητας, συνεχίζει να «νικάει» κάθε βράδυ.
Και κάπως έτσι αρχίζουν και οι βόλτες τις νύχτες στην πόλη.
Τα τραπεζάκια έξω γεμίζουν με παγωμένες μπύρες, τα στενά αποκτούν μουσική. Κάποιος βάζει παλιά ελληνικά. Κάποιος άλλος επιμένει ότι το καλοκαίρι θέλει funk. Κάπου ακούγεται ένα remix που κανείς δεν παραδέχεται ότι του αρέσει — αλλά όλοι κουνάνε λίγο το κεφάλι.
Ξαφνικά η διάθεση γίνεται πιο χαλαρή. Θέλεις να πάρεις τηλέφωνο ανθρώπους που όλο τον χειμώνα έλεγες «να τα πούμε» και όλο το ανέβαλλες.
Οι παρέες αποκτούν θερινούς ρυθμούς. Αρχίζουν το κλασικό «να βγούμε για ένα ποτό χαλαρά και βλέπουμε» — κι εννοείται, ποτέ δεν είναι μόνο ένα. Είναι η μικρή πολυτέλεια του να μην βιάζεσαι — ακόμα κι αν έχεις γραφείο το πρωί.
Υπάρχει η φίλη που εμφανίζεται με αύρα νησιού με λευκά λινά και μαύρισμα σολάριουμ και ο φίλος με τα χαβανέζικα πουκάμισα . Και βέβαια υπάρχει κι εκείνο το χαλαρό καλοκαιρινό φλερτ που κρατάει ακριβώς όσο ένα long drink αλλά μοιάζει, όσο διαρκεί, με έπος κινηματογραφικό.
Μεγαλώνει η μέρα και μαζί της μεγαλώνει κι εκείνη η περίεργη εσωτερική ανησυχία. Όχι η βαριά. Η καλή. Εκείνη που σε κάνει να θες να βγεις από το σπίτι χωρίς σοβαρό λόγο — να περπατήσεις λίγο παραπάνω, να καθίσεις σε ένα θερινό σινεμά μόνο για τη μυρωδιά από γιασεμί και ας είναι η ταινία ελαφριά – ακόμη και λίγο «σαχλή».
Και μετά είναι οι αποδράσεις του Σαββατοκύριακου. Το «πάμε κάπου κοντά» που σημαίνει τρεις ώρες κίνηση, τέσσερα freddo και μια κρίση πανικού για το αν ξεχάσαμε τον φορτιστή. Τα ηχεία bluetooth που παίζουν τα ίδια δέκα τραγούδια κάθε καλοκαίρι από το 2010 – και κανείς δεν διαμαρτύρεται.
Κι ύστερα έρχεται εκείνη η ώρα. Η ώρα μετά το μπάνιο, λίγο πριν βραδιάσει. Οι πετσέτες που δεν στεγνώνουν ποτέ πραγματικά. Με αλμύρα ακόμα στα μαλλιά, καθαρά μυρωδάτα ρούχα και διάθεση εφηβική.
Ο φλοίσβος του κύματος παραμένει στη μνήμη και ακούγεται σχεδόν σαν σκέψη. Οι συζητήσεις γίνονται πιο βαθιές και αληθινές. Τα «τι κάνουμε με τη ζωή μας;» εμφανίζονται ξαφνικά ανάμεσα σε χωριάτικη σαλάτα, καλαμαράκι τηγανητό και παγωμένα ποτήρια.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το νόημα του καλοκαιριού, όσο μεγαλώνουμε. Όχι οι διακοπές-υπερπαραγωγή ούτε οι φωτογραφίες με φίλτρα που κάνουν το ηλιοβασίλεμα να μοιάζει ψεύτικο. Αλλά αυτές οι μικρές, ανθρώπινες και συχνά αστείες στιγμές που μας θυμίζουν ότι η ζωή δεν χρειάζεται πάντα πρόγραμμα. Μερικές φορές χρειάζεται μόνο ανοιχτό παράθυρο, καλή παρέα και μια βόλτα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε τζιτζίκια, θερινά στέκια και νύχτες που «ξεχνούν» να τελειώσουν, θυμόμαστε κάτι πολύ απλό: Ότι το καλοκαίρι δεν είναι εποχή. Είναι διάθεση.



