Χρόνια σιγοτραγουδούσα τους σκοπούς της, έχοντας πάντα στο μυαλό μου αυτό το χαρακτηριστικό κόκκινο μαλλί που φώτιζε σαν φάρος τους στίχους της, καθώς και την αέρινη, νεραϊδίσια κίνησή της – στη σκηνή και παντού. Μετά, χάρη σε μια ωραία συγκυρία, τη γνώρισα σε σπίτι αγαπημένων φίλων, σε πλαίσιο κοινών διακοπών.
Δεν ξέρω αν συμβαίνει μόνο σε μένα -και δεν νομίζω- αλλά, γνωρίζοντάς την, σκέφτηκα αμέσως ότι η Μελίνα Τανάγρη ανήκει σ αυτή την παράξενη κατηγορία των ανθρώπων που παίρνεις όρκο ότι έχεις γνωρίσει κάπου, κάποτε και άρα δεν είναι καθόλου ξένοι. Έτσι, βρεθήκαμε να κουβεντιάζουμε για το εδώ, το τώρα και το παραπέρα, ανακαλύπτοντας ότι είχαμε παρόμοια οπτική σε πολλά πράγματα.
Στο μεταξύ, εκείνη τραγουδούσε: Στο τραπέζι του πρωινού, στην κουζίνα, ετοιμάζοντας λιχουδιές, στην παραλία και το βράδυ στο δείπνο, παρασύροντας τους συνδαιτυμόνες να ξεπερνούμε τα φάλτσα μας και να τη συνοδεύουμε, γοητευμένοι από την ευκαιρία, όχι μόνο να απολαμβάνουμε ιδιωτικά την υπέροχη, χαρακτηριστική φωνή της, αλλά και να τη… σιγοντάρουμε!

Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να συνεχίσω να συναντώ τη Μελίνα σε σπίτια φίλων, σε τραπέζια, σε εξόδους και να συνεχίζουμε την κουβέντα, λες και δεν έχουν μεσολαβήσει εβδομάδες ή και μήνες από την τελευταία συνάντησή μας. Για ένα σωρό πράγματα έχει να μιλήσει εκείνη – για τέχνη, μουσική, ταξίδια- μα, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της είναι οι άνθρωποι. Γι’ αυτό και η συζήτηση «σκάβει» πάντα πιο βαθιά, σε πιο εσωτερικές αναζητήσεις και υπαρξιακά ερωτήματα. Έτσι, όταν η Νίκη μάς πρότεινε το θέμα «Έξω» γι’ αυτό το τεύχος, πρώτο μου ήρθε στο μυαλό το περίφημο και 100% δικό της «Βυζάκια Έξω», καθώς και η ευκαιρία που μου έδινε να κάνω μια κουβέντα μαζί της, ειδικά αφιερωμένη σε όλους τους αναγνώστες του Just A Number, μέσα στους οποίους, όπως μου είπε, συγκαταλέγεται και η ίδια.
Όταν ονειροπολείς σκέφτεσαι ένα ταξίδι ή μια συναυλία;
«Σίγουρα ένα ταξίδι», απαντάει αυθόρμητα, «αλλά όχι τόσο εις πλάτος, όσο εις βάθος. Και το πλάτος καλό είναι δηλαδή, μ’ αρέσει να πηγαίνω αριστερά και δεξιά, αλλά αυτό το εις βάθος είναι που μου δίνει την πιο πολλή χαρά και τις πιο πολλές ψυχικές απολαβές. Νομίζω ότι όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο βαθιά ταξιδεύουμε -και αυτό είναι το φυσικό. Τώρα, μερικοί άνθρωποι ίσως να μην το μπορούν ή να μην το θέλουν το βάθος, οπότε ακολουθούν το δικό τους δρόμο, αλλά εγώ αισθάνομαι αρμονικά μ’ αυτό…»
Τι λες πιο συχνά; Αχ, τι ωραία που ήταν τότε ή υπάρχουν κι άλλα ωραία που έρχονται;
«Με τίποτα δεν θα πω «αχ τι ωραία που ήταν τότε…». Και μόνο που το ακούω -ή και μικρή που το άκουγα από τους γονείς και τους μεγαλύτερους- μου φαινόταν και μου φαίνεται ότι είναι κάτι παθολογικό. Πώς είναι δυνατόν, δηλαδή, να νοσταλγώ κάτι το οποίο δεν περιέχει την εξέλιξη μου; Μπορεί, φυσικά, το μυαλό μου να βυθίζεται περιστασιακά στην ατμόσφαιρα στιγμών ή περιόδων της ζωής μου, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με το «αχ, τι καλά ήταν τότε…». Εννοείται ότι πολλές φορές ήταν όχι μόνο καλά, αλλά εξαιρετικά! Τώρα όμως είμαι διαφορετική, με άλλο τρόπο απαιτητική και με διαφορετικά κριτήρια για το τι σημαίνει, για μένα, «καλά».
Εκτός από τα «κλασικά» πολύτιμα -υγεία, ηρεμία, χαρά κι όλα αυτά που ευχόμαστε ο ένας στον άλλον- μπορείς να σκεφτείς κάτι πιο πολύτιμο για σένα από τη μουσική;
«Φυσικά και υπάρχουν άλλα πολύτιμα πράγματα, όπως είναι, για παράδειγμα, η πορεία και η εξέλιξή μου ως συνείδησης. Η μουσική ήταν πάντα για μένα ένα εργαλείο για να ευχαριστηθώ, να εξασκήσω το ταλέντο που μου είχε δοθεί, να βγάλω και χρήματα για να ζω, να με αναγνωρίζουν οι άνθρωποι και να εισπράττω την αγάπη που μου έδιναν και που προφανώς είχα ανάγκη. Δεν νομίζω όμως ότι σήμερα θα μου χρησιμεύσει σε κάτι μια ακόμα συναυλία ή ένα άλλο τραγούδι. Αυτό που θα μου άρεσε ίσως, θα ήταν να συμμετάσχω σε κάτι που θα είχε προφανές νόημα για μένα. Ωστόσο, τραγουδάω συνεχώς – τραγούδια που ταιριάζουν στις συνθήκες της εκάστοτε στιγμής. Είναι σαν αντανακλαστικό, δεν φεύγει από μέσα μου».
Τη ρωτάω αν, παράλληλα, γεννιούνται μέσα της μελωδίες, νέες συνθέσεις, αν, τραγουδώντας, «γεννάει» στιχάκια…
«Δεν έχω πιά την παρόρμηση να τα κάνω», απαντάει. «Μπορεί να γράψω κάτι κάποια στιγμή, αλλά δεν το έχω μέσα μου σαν ανάγκη αυτό. Προτιμώ να αφήνομαι στη στιγμή, να της βάλω τη στάμπα της και την αφήσω να εξαϋλωθεί. Νομίζω ότι έτσι, μου είναι πιο πολύτιμη.
Και, επιτέλους, δεν φοβάμαι πια να λέω τα πράγματα με το όνομά τους: Ναι, πιστεύω και γι’ αυτό, το πιο πολύτιμο και καλύτερα προφυλαγμένο κομμάτι μέσα μου, είναι ο Θεός…».
Της Μελίνας ο Νιόνιος
Στην Ελλάδα, η Μελίνα Τανάγρη πρωτοεμφανίστηκε με τον Διονύση Σαββόπουλο, στους “Αχαρνείς”, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Και μετά, ξανά και ξανά. Και πρόσφατα, εμφανίστηκε για τον Διονύση Σαββόπουλο, στην εξαιρετική εκπομπή – ντοκιμαντέρ του Σκάι, με αφορμή τον θάνατό του, όπως και στην εκδήλωση των εκδόσεων Πατάκη για τον Σαββόπουλο – ποιητή. Το 2024 είχε υπάρξει και μια άλλη, μαγική για την ίδια στιγμή: Οι “Αχαρνείς”, αλλά αυτή τη φορά στο Ηρώδειο, κάτω από τον αθηναϊκό, νυχτερινό θόλο του ουρανού, με αφορμή τα 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση.
«Ξεκινώντας, είχα κάνει κάποια πράγματα στο Παρίσι, είχα πάρει μέρος σε κάποιες συναυλίες, όπως και σε παραστάσεις σε maisons de culture («οίκοι πολιτισμού»). Ύστερα, γύρισα στην Ελλάδα, ήθελα να ζήσω εδώ, καθώς είχα φύγει πολύ μικρή, μόλις 17 ετών και δεν είχα προλάβει να τη γευτώ. Και ήρθαν έτσι τα πράγματα που οι «Αχαρνείς» ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα επαγγελματικά και το οποίο μου έδωσε πάρα πολλή χαρά. Είπα λοιπόν τότε μέσα μου, για να πάρω τόση χαρά από την πρώτη μου δουλειά στην Ελλάδα, σκέψου τι πρόκειται να έρθει στη συνέχεια! Πετούσα στα σύννεφα… Όσο για τον Σαββόπουλο, είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου. Αισθάνομαι ότι έχω συγγένεια μαζί του και τρέφω τεράστιο θαυμασμό για αυτά που έχει πει και για τον τρόπο με τον οποίο τα έχει πει. Επίσης, συμφωνώ μ’ αυτό που λένε πολλοί, ότι ο Σαββόπουλος είναι το soundtrack της ζωής μας. Υπήρχε κάτι σε εκείνον, όπως και στη συμπεριφορά του, ιδιωτική και δημόσια, που με βοηθούσε να προχωρώ, να βλέπω τα πράγματα και τον εαυτό μου καλύτερα. Ήταν καταλυτική η παρουσία του – κι αυτό δεν είχε να κάνει τόσο με τη συνεργασία μας, αλλά με κάτι πιο μυστηριώδες και πολύτιμο για μένα. Πάντα το έβλεπα και περισσότερο τώρα, που έκλεισε αυτός ο κύκλος και συνειδητοποιώ πόσα δώρα μου έδωσε… Παρόλο που ο Σαββόπουλος δεν μιλούσε πολύ, τα έλεγε όλα με τα τραγούδια και με την παρουσία του. Αυτά ήταν ολόκληρος ο εαυτός του».
Κι ο Ακύλας;
Τη ρωτάω τι θα είχε να πει σήμερα στα νέα παιδιά, λόγου χάρη στον Ακύλα που εξελίχθηκε σε ξαφνικό φαινόμενο.
«Δεν θεωρώ ότι είναι φαινόμενο ο Ακύλας. Δηλαδή, το παιδί μια χαρά είναι, αλλά νομίζω ότι του έβαλαν πολλά μπροστά του, σαν να του έκαναν ενέσεις για να γίνει κάτι που δεν ξέρω αν είχε πραγματικά το εκτόπισμα να γίνει. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μόνο ο Ακύλας. Έχω σεβασμό για κάθε παιδί που προσπαθεί κάτι να πει, να ακουστεί μουσικά, να στείλει ένα μήνυμα… Ναι, υπάρχουν πολλά παιδιά που κάνουν ωραία πράγματα, αλλά τα κάνουν μέσα σε ένα πλαίσιο το οποίο ορίζεται από την εποχή μας. Δεν βοηθούν δηλαδή σήμερα τα πράγματα να βάλουμε ένα πετραδάκι που, με τη σειρά του, θα οδηγήσει σε κάτι άλλο πιο μεγάλο, πιο σημαντικό. Γίνονται ωραίες, αλλά μεμονωμένες προσπάθειες από παιδιά που έχουν ταλέντο, έχουν ευαισθησία, είναι συντονισμένα με αυτό που συμβαίνει ολοένα γύρω μας. Έτσι όμως δεν διαμορφώνεται μια ολοκληρωμένη κατάσταση, όπως γινόταν όταν εμείς κάναμε πράγματα για τα οποία καθένας έβαζε το πετραδάκι του, προκειμένου να χτιστεί ένα ολόκληρο οικοδόμημα. Τώρα είναι όλα διαλυμένα και αποσπασματικά.
Ωστόσο, η δημιουργική διάθεση καθενός έχει αξία, καταρχάς για τον ίδιο, ενώ υπάρχουν πάντα και πράγματα που βγαίνουν και προς τα έξω και έχουν τη στιγμή τους, τη δύναμη τους. Δεν είμαι από αυτούς που λένε «δεν υπάρχει τίποτα». Απλώς, εντάσσω αυτό που συμβαίνει στο τραγούδι, με αυτό που συμβαίνει σε κάθε τομέα της ζωής μας. Είναι δύσκολα τα πράγματα γιατί διαλύονται εύκολα. Παρακολουθώ τις νέες τάσεις, τη ραπ, την τραπ. Η ραπ μου αρέσει, είναι πιο κοντά σ’ αυτά που αγαπώ. Η λογική της τραπ από την άλλη πλευρά, να προκαλείς δηλαδή με έναν χωρίς λογική τρόπο, προβάλλοντας τη βία, τη χρήση όπλων, την απληστία, τον εξευτελισμό της γυναίκας, είναι κάτι που δεν με αφορά, Δεν μπορώ όμως να μη ρίξω τη ματιά μου και προς τα εκεί, γιατί υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Δεν μπορώ να μην πω «α, τι ωραία που το τραγούδησε αυτό». Απλώς, δεν αγγίζει εμένα».
Βυζάκια έξω λοιπόν!
Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της
Ή τα δαγκώνει στο λαιμό
Πριν όμως με κατασπαράξει
Εγώ στο στόμα της θα μπω
Για να ξορκίσω ό,τι φοβάμαι
Και ν’ αγαπήσω ό,τι μισώ
Βυζάκια έξω λοιπόν
Γοργόνα τέτοιων καιρών
Η βάρκα δίχως τιμόνι
Δεν είναι για διακοπές
Είναι ένα σήμα s-o-s
Στο χάος που μας ενώνει
(στίχοι – μουσική Μελίνα Τανάγρη, 1987)
Αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποιος, τουλάχιστον από τη δική μας γενιά, που δεν θυμάται αυτή την εμβληματική επιτυχία της Μελίνας. Διαβάζω ξανά τους στίχους και ξαφνικά συνειδητοποιώ τη βαρύτητά τους, την απόστασή τους από τη φαινομενική αλαφράδα του τίτλου.
Έβαλες έναν πολύ προβοκατόρικο τίτλο. Υπήρχε λόγος που το έκανες αυτό;
Και πάλι, η απάντηση είναι άμεση και αυθόρμητη:
«Λογικός λόγος δεν υπήρχε. Υπήρχε προφανώς μια ανάγκη μου να βγω προς τα έξω με έναν τρόπο πιο βαθύ και παιχνιδιάρικο ταυτόχρονα. Ήρθε δηλαδή από μέσα, από πιο βαθιά. Δεν ήταν κάτι που το σκέφτηκα – και μάλιστα είχα και πολύ αρνητικές αντιδράσεις στην αρχή, ενώ μετά είχα μόνο θετικές. Δεν μπορώ να προγραμματίσω, είναι τόσο έντονη η από μέσα μου ανάγκη να πω ή να κάνω κάτι όταν αναδύεται ξαφνικά. Γι’ αυτό και μου ήταν πάντα πολύ δύσκολο να ανταποκριθώ σε συγκεκριμένες παραγγελίες. Διάφοροι συνάδελφοι μού είχαν ζητήσει να τους γράψω τραγούδια… Έλεγα ναι στην αρχή, αλλά ποτέ δεν μου βγήκε. Είναι μια πολύ ιδιωτική υπόθεση αυτή και έτσι ποτέ δεν λειτούργησε για μένα η παραγγελία, όπως επίσης ποτέ δεν λειτούργησε και αυτό που λέμε «αποφάσισα» να κάνω κάτι. Δεν αποφασίζω εγώ, αποφασίζουν τα πράγματα. Αυτό που κάνω εγώ είναι, απλώς, να συντονίζω αυτή την απόφαση και με τις άλλες μου ανάγκες».
Τι σημαίνει, γενικότερα, το έξω για την Μελίνα;
«Τώρα που το λες, σκέφτομαι πως ίσως, ο τίτλος «Βυζάκια έξω» ήταν και λίγο προφητικός, με την έννοια, όχι μόνο ότι θα ερχόντουσαν δύσκολα πράγματα, αλλά ότι τα πράγματα, κάποια στιγμή, δεν θα μπορούσαν να κρυφτούν – όπως κι εμείς δεν μπορούμε πια να κρυφτούμε. Ξέρουν όλοι τι λέμε, πού θα πάμε… Μπορεί κάποιος που θέλει, να αναμειχθεί σε πολύ προσωπικά σου πράγματα. Αυτό έχει αρχίσει καιρό τώρα, αλλά σήμερα το βλέπουμε πολύ καθαρά. Εμένα δεν με πείραζε ούτε τότε ούτε τώρα, όχι επειδή δεν έχω τίποτα να κρύψω, αλλά επειδή αυτό που ενδεχομένως κρύβω, καλό θα ήταν κάποια στιγμή να φανερωθεί. Αυτή η κίνηση λοιπόν προς τα έξω – δηλαδή να μην κρυβόμαστε πια για το πού είμαστε και ποιοι είμαστε, νομίζω ότι είναι το πιο λυτρωτικό πράγμα και νομίζω επίσης, ότι όσο περνάει και ο χρόνος, τόσο πιο λυτρωτικό γίνεται… Βέβαια, προσπαθώ να μην το παρακάνω, αλλά δε θέλω να κρατάω πράγματα. Ακόμη και τα αρνητικά, όταν τα βγάζεις απέναντί σου και τα κοιτάς, απομυθοποιούνται και έτσι ελαφραίνεις. Έχω έναν στόχο λοιπόν, μεγαλώνοντας και πηγαίνοντας προς το τέλος, που ελπίζω να μην είναι σύντομα, θέλω να είμαι ελαφριά. Θέλω ν’ αφήνω πίσω μου πολλά, βαρίδια, βαριδάκια, κληρονομιές – ακόμα και αυτά που με είχαν αγγίξει, λέω εντάξει, έκαναν τον χρόνο τους, άστα, άστα, θέλω να μπορέσω να πετάξω κάποια στιγμή…
Light travelers – Ταξιδιώτες με ελαφριές αποσκευές
Της θυμίζω μια κουβέντα που είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή της, στην Καθημερινή, αν δεν κάνω λάθος, ότι δεν ανησυχεί τόσο για τους νέους και το μέλλον, όσο για μας τους κολλημένους.
«Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά φαντάζομαι ότι αυτό που ήθελα να πω είναι για την επιμονή των ανθρώπων να μην αφήσουν κάτι από τα χέρια τους. Μπορεί να είναι κάτι που τους γοήτευσε, κάτι στο οποίο πίστεψαν, αλλά στη συνέχεια, ακόμα και όταν καταλάβουν ότι αυτό δεν λειτουργεί πια, έμειναν γαντζωμένοι πάνω του. «Ξεκόλλα!» μου είχε πει μια φορά πριν πολλά χρόνια η ανιψιά μου και σκέφτηκα, κοίτα τι ωραία που το λέει. Είναι καλό να ξεκολλάμε γιατί η ανάγκη μας για οποιοδήποτε είδος ασφάλειας, μας σπρώχνει να κολλάμε σε κάτι που κάποτε μας άγγιξε, αλλά το οποίο δεν χρησιμεύει πια. Όσο για πράγματα που θα ήθελα να κάνω όσο ζω, το περίφημο «μπάκετ-λιστ» που λένε οι Αμερικανοί, δεν έχει ακόμα πολλές κενές θέσεις στη λίστα μου. Έτσι ή αλλιώς, οι λίστες ήταν πάντα δύσκολες για μένα, γι’ αυτό και δεν έχω καν αρχείο δικό μου. Δηλαδή δεν έχω φυλάξει τίποτα από όλα αυτά που έχω κάνει. Είμαι εντελώς ανίκανη σ’ αυτό. Ακόμα και μια υπέροχη φωτογραφία που είχα από παλιά, με τον Χατζιδάκι, την οποία είχαμε βγάλει στον Σείριο και θα ήθελα να την έχω, ούτε καν την αναζήτησα ποτέ. Την έχω όμως στη μνήμη μου. Θέλω να πω ότι αυτή τη λίστα δεν την έκανα ποτέ! Ονειρευόμουν π.χ. κάποια στιγμή να πάω στην Ινδία. Δεν πήγα ποτέ όμως, καθώς, κάθε φορά που ήταν να ξεκινήσω, κάτι γινόταν και χαλούσε το σχέδιο. Δεν ξέρω λοιπόν τι έχει μείνει μέσα στο «μπάκετ»,αλλά τι είναι τελικά κι αυτό; Ένα μπαγκάζ, μια αποσκευή με βάρος και όγκο, την οποία πρέπει να κουβαλάς. Εγώ όμως θέλω να έχω πολύ ελαφριές αποσκευές πια όταν «ταξιδεύω». Και ό,τι είναι να φύγει, ας πάει στο καλό…».
ΜΕΛΙΝΑ ΤΑΝΑΓΡΗ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Μελίνα Τανάγρη σπούδασε Ιστορία Τέχνης και Αρχαιολογία στη Σορβόννη, παρακολούθησε μαθήματα Θεάτρου στη Σχολή της Tania Balachova, και μαθήματα Σκηνογραφίας στη Σχολή St.Martin΄s στο Λονδίνο. Ξεκίνησε την καλλιτεχνική σταδιοδρομία της στο Παρίσι, παίρνοντας μέρος σε διάφορα Φεστιβάλ και συνέχισε να ασχολείται με το τραγούδι, γράφοντας πολύ συχνά η ίδια τη μουσική και τους στίχους. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε στο τραγούδι, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ενώ πήρε μέρος και ως ηθοποιός, στις ταινίες “Λαμόρε” του Δημήτρη Μαυρίκιου και “Ρόζα” και “Περιπλάνηση” του Χριστόφορου Χριστοφή. Επίσης, συνέχισε να δίνει συναυλίες σε πολιτιστικά κέντρα της Γαλλίας και της Γερμανίας. Την ίδια περίπου εποχή συνεργάστηκε και με τη Μαρία Φαραντούρη, σε συναυλίες που έγιναν στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα. Το 1982 κυκλοφόρησε ο πρώτος της δίσκος, “Τεσσαρακοστός Παράλληλος”, με τραγούδια από μεσογειακές χώρες. Ακολούθησαν πολλά χρόνια, πλούσια σε δισκογραφία, εμφανίσεις, συνεργασίες, συμμετοχές, μεγάλες επιτυχίες και αγάπη του κοινού. Η ίδια προτιμά να μην τα αποκαλεί «καριέρα».
«Ήταν κάτι πορώδες και αέρινο, με διαλείμματα και εξάρσεις…»


