THE SENIOR WEBMAG

Μέχρι έξω από τη Βενετία

Ο Άγις είχε αρχίσει να φοβάται τις σιωπές του Άλκη τα τελευταία χρόνια.
Κι αυτό, όχι γιατί ήταν μεγάλες — μα επειδή είχαν γίνει άνετες.

Οι άνθρωποι δεν χωρίζουν όταν σταματούν να μιλούν. Χωρίζουν σαν παύουν να λείπουν ο ένας στον άλλον.
Κι αυτή η σκέψη τον είχε τρομάξει περισσότερο απ’ όσο παραδεχόταν.
Και κάπως έτσι αποφάσισε να κλείσει το ταξίδι.

Ήταν Οκτώβρης.
Ένα βράδυ βροχερό στην Αθήνα — από εκείνα της γλυκιάς θλίψης — κι ο Άλκης είχε φύγει νωρίς από το δείπνο λέγοντας: «Γέρασα. Δεν αντέχω άλλο τον κόσμο.»
Ο Άγις είχε μείνει μόνος με το κρασί τους και μια παράλογη αίσθηση επείγοντος.
Σαν κάτι να είχε χλωμιάσει.

Τώρα, έξι μήνες μετά, στεκόταν απέναντί του στην καμπίνα του τρένου και τον παρατηρούσε να βγάζει αργά το ρολόι του.
Ο Άλκης έκανε τα πάντα όπως ένας άνθρωπος που είχε μάθει να μην ενοχλεί τον χρόνο.
Το ακριβό ρολόι ακούμπησε απαλά πάνω στο ξύλο.

«Πόσο να σου κόστισε όλη αυτή η θεατρικότητα;»
Ο Άγις χαμογέλασε.
«Αρκετά ώστε να μην υπάρχουν παιδιά εδώ μέσα. Και αρκετά για να μείνουμε και δύο μέρες στο Cipriani μετά – αν αντέξεις τόση πολυτέλεια».
Ο Άλκης γέλασε με τη μύτη.
«Θα κάνω ό,τι μπορώ».

Μετά άνοιξε το μικρό ντουλάπι με τα ποτήρια.
«Whisky;»

«Αφού πληρώσαμε ένα νεφρό γι αυτό, ας πιούμε και κάτι για το συκώτι».

Ο Άλκης γύρισε και τον κοίταξε ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
«Τον τελευταίο καιρό κάνεις πιο συχνά ιατρικά αστεία».
«Γερνάω. Ίσως».
«Μπα. Οι άνθρωποι κάνουν αστεία όταν πλησιάζουν κάτι που φοβούνται».

Ο Άγις πήρε το ποτήρι χωρίς να απαντήσει.
Εκεί ήταν πάντα επικίνδυνος ο Άλκης.
Όχι όταν μιλούσε πολύ, μα σαν έβλεπε πολύ.

Το βράδυ στο βαγόνι-εστιατόριο Étoile du Nord του Belmont, όλα έμοιαζαν υπερβολικά όμορφα για να είναι αληθινά.
Το φως χρυσό και χαμηλό.
Τα κρύσταλλα λεπτά, διάφανα, καθάρια,
σε έντονη αντίθεση με τα θολά συναισθήματα της υψηλής κοινωνίας.
Οι γυναίκες αρωματισμένες με ίριδα, καπνό και γάμους που είχαν ήδη τελειώσει.

Ο σερβιτόρος πλησίασε – αθόρυβα – και τους προσέφερε την κάρτα του δείπνου, σερβίροντας τους ταυτόχρονα τη σαμπάνια.
«Για τους κυρίους, ο σεφ Imbert έχει ετοιμάσει το tasting menu της βραδιάς. Ξεκινάμε με αστακό από τη Βρετάνη – τον παραλάβαμε σήμερα το πρωί».

Ο Άλκης γύρισε ανάποδα την κάρτα με το ιδιαίτερο χαρτί και χάζεψε τη ζωγραφιά που στόλιζε την πίσω σελίδα. Canaletto.
«Αυτό είναι το πρόβλημα με την πολυτέλεια. Δεν σου αφήνει χώρο να πάρεις κακές αποφάσεις».

Ο σερβιτόρος χαμογέλασε ευγενικά χωρίς να καταλαβαίνει.

Ο Άγις όμως γέλασε αμέσως.

Και ξαφνικά ένιωσαν και οι δύο εκείνο το παλιό, επικίνδυνο που είχαν πάντα μεταξύ τους.
Την ευκολία.
Όχι τη φιλία.
Την ευκολία.
Σαν το κάθε σώμα να γνώριζε ήδη τον ρυθμό του άλλου πριν κινηθεί, και τ’ αυτιά τις λέξεις πριν ειπωθούν.

Ο σομελιέ έφερε το Barbaresco.
Στεκόταν δίπλα τους με την ιερατική σοβαρότητα ανθρώπου που πιστεύει ότι το κρασί μπορεί να σώσει σχέσεις. Έβαλε μια ελάχιστη ποσότητα στο αστείο κόσμημα που κρεμόταν στο λαιμό του για δοκιμή.

«Barbaresco Montèfico Riserva 2013», είπε με ήπια φωνή.

Ο Άλκης πλησίασε το ποτήρι στη μύτη του κλείνοντας τα μάτια.
«Πάντα με συγκινούσαν οι άντρες που αφιερώνουν τη ζωή τους σε κάτι τελείως άχρηστο», σχολίασε.

Ο σομελιέ έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«The best things usually are, monsieur».

Ο Άγις σήκωσε αργά το βλέμμα.
Ο Άλκης επίσης.

Και για μια στιγμή κάτι πέρασε ανάμεσά τους τόσο γρήγορα, που σχεδόν δεν υπήρξε.
Σχεδόν.

Μετά το sous vide και την ώρα που σέρβιραν το tiramisu soufflé στο ramequin του, ο ίδιος ο σεφ εμφανίστηκε στο βαγόνι. Ο Jean Imbert κινούνταν ανάμεσα στα τραπέζια με την ήρεμη σιγουριά ανθρώπου που έχει συνηθίσει να τον κοιτούν.
Σταμάτησε στο τραπέζι τους.
«Messieurs, το soufflé δεν περιμένει κανέναν. Τρώγεται τώρα».

«Σαν τα περισσότερα πράγματα που αξίζουν» είπε ο Άλκης.

Ο σεφ τον κοίταξε για μια στιγμή, με το βλέμμα εκείνου που έχει ακούσει πολλά -χρόνια τώρα στα εστιατόρια- και δεν έχει ξεχάσει τίποτα.
«Exactement».
Και συνέχισε.

Ο Άγις κοίταξε τον Άλκη πάνω από το ποτήρι του.

«Από πότε είσαι φιλόσοφος με το επιδόρπιο;»
«Πάντα ήμουν. Απλώς δεν πρόσεχες».
«Πρόσεχα.»

Μια μικρή σιωπή.
Από εκείνες που δεν ζητούν να γεμίσουν.

Οι Άλπεις είχαν αρχίσει τη βραδινή τους πορεία έξω από το παράθυρο. Χιόνι ακόμα στις ψηλότερες κορυφές τους -αν και Απρίλης πια- και το τελευταίο φως της ημέρας να το κάνει χρυσό.

Ο Άλκης κοίταξε έξω.
«Δύο μέρες ακόμα» είπε ήσυχα. «Στο Cipriani».
«Ναι».
«Έκλεισες δωμάτια δίπλα-δίπλα;»
«Όχι. Ε…»

Ο Άλκης γύρισε το βλέμμα από το παράθυρο με ένα χαμόγελο που ήταν σχεδόν κάτι άλλο.
«Φυσικά.»

Αργότερα, στο βαγόνι-μπαρ, ο πιανίστας άρχισε να παίζει Nina Simone.
Το τρένο λικνιζόταν απαλά και στο τρίτο ουίσκι, ακόμη και η σιωπή είχε πάψει να κάθεται ίσια ανάμεσά τους.

Ο Άλκης είχε ανοίξει δύο κουμπιά από το πουκάμισό του.
Μικρή λεπτομέρεια.
Καταστροφική.
Μια νησίδα δέρματος μόνο.
Ο Άγις ένιωσε ενόχληση.

Και ξαφνικά θυμήθηκε ένα καλοκαίρι στη Σέριφο, τριάντα χρονών, που είχε ξυπνήσει δίπλα του σε έναν καναπέ και είχε φύγει αμέσως για μπάνιο – μόνο και μόνο επειδή είχε τρομάξει από την ηρεμία που ένιωθε.

Όχι επιθυμία.
Ηρεμία.
Τότε δεν είχε λέξη γι’ αυτό.
Τώρα έχει.
Αργά;

Ο Άλκης τον έπιασε να τον κοιτά.
Κι ο Άγις είδε κάτι να περνά γρήγορα από το πρόσωπό του – σαν κάποιος να άνοιξε τις γρίλιες και να τις έκλεισε αμέσως. Ο Άλκης ήξερε να το κάνει αυτό από πάντα. Να απορροφά το περιβάλλον, να διπλώνει το χάος γρήγορα μέχρι να μοιάζει με κάτι άλλο, να παρουσιάζει μόνο το τελικό αποτέλεσμα. Ποτέ το ενδιάμεσο.

«Τι;»
Ο Άγις ήπιε λίγο πριν απαντήσει.

«Σκέφτομαι πως αν γνωριζόμασταν τώρα, θα κάναμε τη ζωή μας πολύ χειρότερη».

Ο Άλκης χαμογέλασε ήσυχα.
«Ή πολύ καλύτερη».

Ο Άγις στράβωσε το στόμα.
«Οι μεγάλες αγάπες συνήθως κάνουν και τα δυό».

Η μουσική άλλαξε.
Soul.
Βαθιά, βελούδινη, νυχτερινή.
Ο Άλκης άπλωσε ξαφνικά το χέρι του.

«Έλα».
«Μη γίνεσαι γελοίος».

«Άγι πλήρωσες -ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες – για να καθόμαστε έτσι, σαν δυό χήροι της νιότης μας;
Σήκω».

Ο Άγις γέλασε τόσο αληθινά που σχεδόν σάστισε.

Σηκώθηκαν.
Στην αρχή χόρευαν αστεία.
Υπερβολικές κινήσεις.
Μισές υποκλίσεις.
Παιχνίδι.
Άμυνα.

Ο Άλκης έκανε επίτηδες μια γελοία στροφή κι ο Άγις έπιασε το μπράτσο του γελώντας.
«Θα σκοτωθείς, ρεμάλι μου!»
«Να! Επιτέλους λίγο πάθος».

Γελούσαν ακόμα όταν το χέρι του Άλκη έμεινε στη μέση του καβαλιέρου του.
Κι εκεί έγινε η προδοσία.
Όχι του σώματος.
Του χρόνου.
Παλιό.
Τόσο παλιό, που είχε γίνει μέρος της ανάσας τους χωρίς να το προσέξουν.

Ο Άγις ένιωσε το βλέμμα του Άλκη να αλλάζει πρώτο.
Να κουράζεται.
Να σταματά να προσποιείται.
Και τότε ήρθε εκείνη η τρομακτική, τρυφερή σιωπή που συμβαίνει μόνο όταν δύο άνθρωποι καταλαβαίνουν ταυτόχρονα το ίδιο πράγμα.

Ο πιανίστας συνέχιζε να παίζει.
Κάποιος γελούσε στο βάθος.
Το τρένο έτρεχε μέσα στη νύχτα.
Κι ο Άγις επέτρεψε στον εαυτό του να βγει έξω.
Επιτέλους.
Έξω.

ΥΓ. Ο απογευματινός ήλιος φώτιζε το σταθμό της Santa Lucia, όταν έφτασε το τρένο.
Κι οι δυό τους βγήκαν — στο φως.

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους