Υπάρχουν βιβλία που δεν τα θυμάμαι πια για την πλοκή τους, αλλά για το αποτύπωμα που άφησαν στον χρόνο. Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως δεν θυμάμαι τα βιβλία· θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα σε αυτά.
Θυμάμαι την αλμύρα και το αντηλιακό που πότισε τις σελίδες τους και τον ήχο των κυμάτων που συνόδευε τις λέξεις. Τα βιβλία των καλοκαιριών, με την άμμο να κρύβεται ανάμεσα στα φύλλα και να τρίζει στα χέρια μου.
Θυμάμαι και εκείνα τα βιβλία των ατελείωτων ταξιδιών τα χρόνια της δουλειάς μου, όπου οι ιστορίες τους γίνονταν ο δικός μου τρόπος να πετάω χωρίς φόβο πάνω από τα σύννεφα.
Και πάνω από όλα θυμάμαι τα βιβλία που κράτησαν τις νύχτες μου ξύπνιες, αυτό το «άλλη μία σελίδα», μέχρι που το σκοτάδι παραχωρούσε τη θέση του στο πρώτο φως.
Όλα ξεκίνησαν από τα πρώτα παραμύθια· αυτά που δεν διάβαζα, αλλά άκουγα. Με τη φωνή της μητέρας μου να δίνει ρυθμό στους ήρωες, να μαλακώνει τους φόβους και να φωτίζει τα σκοτάδια του δωματίου.
Εκεί έμαθα πως οι ιστορίες δεν είναι απλώς τυπωμένο μελάνι, αλλά φωνές, αγγίγματα και μια αίσθηση ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει ένα μικρό θαύμα για ένα παιδί σε ένα μικρό δωμάτιο. Ήταν η πρώτη μου απόδειξη ότι η φαντασία δεν χρειάζεται άδεια για να ανοίξει πόρτες.
Αυτή η αγάπη για τα βιβλία με οδηγεί ακόμα και σήμερα στα βιβλιοπωλεία.
Μπορώ να περιφέρομαι ώρες ανάμεσα στα ράφια, χωρίς να ψάχνω κάτι συγκεκριμένο.
Τα βιβλιοπωλεία για μένα δεν είναι καταστήματα· είναι τόποι όπου ο χρόνος επιβραδύνεται, σαν να σου λέει: «Έχεις χώρο να σκεφτείς».
Είναι μικρά καταφύγια για όσους θέλουν να χαθούν για λίγο, για να βρουν κάτι που δεν ήξεραν καν ότι έψαχναν.
Μου αρκεί να χαϊδεύω τα εξώφυλλα και να μυρίζω το χαρτί — αυτή την οσμή που ισορροπεί ανάμεσα στην υπόσχεση και τη μνήμη.
Γιατί το τυπωμένο βιβλίο έχει μια οργανική ύπαρξη που δεν αντικαθίσταται. Είναι το βάρος του στο χέρι, η υφή του, ο τρόπος που γερνάει και κιτρινίζει μαζί σου. Είναι οι βιαστικές σημειώσεις στο περιθώριο, οι τσακισμένες γωνίες, ο λεκές από έναν καφέ που χύθηκε πριν χρόνια.
Κάθε σημάδι του είναι μια μικρή μαρτυρία του πώς ήσουν όταν το διάβασες. Το βιβλίο βλέπεις είναι το μέσο που πάνω από οποιοδήποτε άλλο κουβαλάει τη ζωντανή σου σχέση με τις ιστορίες που σμίλευσαν τη ζωή σου.
Κι ύστερα, αυτή η μοναχική απόλαυση της ανάγνωσης γίνεται γέφυρα. Οι ιστορίες γεννούν συζητήσεις ατελείωτες για έναν χαρακτήρα που λατρέψαμε ή για ένα τέλος που μας στοίχειωσε.
Σε φέρνουν κοντά με ανθρώπους που βλέπουν τον κόσμο αλλιώς, αλλά και με εκείνους που νιώθουν ακριβώς όπως εσύ.
Γιατί το βιβλίο μπορεί να είναι μοναχική συντροφιά, αλλά δεν είναι ποτέ μοναξιά· είναι ένας διαρκής διάλογος με τον συγγραφέα, με τους άλλους και, τελικά, με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Κάθε ανάγνωση είναι μια νέα συνάντηση με κομμάτια του εαυτού σου που ξυπνούν από ένα λήθαργο — και καμία συνάντηση δεν σε αφήνει ίδιο.
Κάθε βιβλίο που πέρασε από τα χέρια μας άφησε κάτι πίσω του.
Μια εικόνα, μια φράση, μια ανεπαίσθητη αίσθηση. Μικρά ίχνη που δεν τα προσέχουμε πάντα, αλλά επιστρέφουν όταν τα χρειαζόμαστε.
Κάθε βιβλίο που διαβάσαμε δεν υπήρξε απλώς ευκαιρία για σκέψη και αναστοχασμό. Ήταν ένας σπόρος που ρίζωσε μέσα μας για να ανθίσει αργότερα, σε μια στιγμή που θα χρειαζόμασταν κουράγιο ή φως.
Όλα αυτά τα θραύσματα λέξεων συνθέτουν την προσωπική μας βιβλιοθήκη, αυτή που χτίσαμε σιωπηλά μέσα μας. Είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο επιλέγουμε πια να βλέπουμε τη ζωή. Κάθε σελίδα που γυρίσαμε ήταν μια προπόνηση στην ελευθερία, μια υπενθύμιση πως όσο υπάρχουν ιστορίες, το τέλος δεν είναι ποτέ οριστικό. Κουβαλάμε μέσα μας έναν ατέλειωτο ορίζοντα από χαρτί και μελάνι, έτοιμοι να γράψουμε τα δικά μας κεφάλαια σε έναν κόσμο που περιμένει να τον φανταστούμε από την αρχή.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβω, πέρασα κι εγώ από την πλευρά του αναγνώστη στην πλευρά του δημιουργού.
Σε αυτή τη φάση της ζωής μου έχω αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο, και η διαδικασία με έχει συνεπάρει περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Οι ήρωές του έχουν γίνει τόσο οικείοι, τόσο παρόντες, που μερικές φορές νομίζω πως θα τους δω να ξεπροβάλλουν από κάποια γωνία, σαν να διεκδικούν κι αυτοί μια θέση στον πραγματικό κόσμο. Το γράφω και το ξαναγράφω, παράγραφο την παράγραφο, σαν να προσπαθώ να βρω τον ακριβή παλμό της ιστορίας.
Δεν ξέρω αν θα δει ποτέ το φως πέρα από την οθόνη του υπολογιστή μου — κι ίσως αυτό να μην έχει τόση σημασία. Γιατί η χαρά που νιώθω γράφοντάς το, η αίσθηση ότι δημιουργώ έναν μικρό κόσμο από το μηδέν, είναι από μόνη της μια ολοκληρωμένη ανταμοιβή.



