Αν αθροίζονταν όλα τα «έξω» της ζωής μας, θα σχημάτιζαν ένα βουνό τόσο ψηλό, που από την κορυφή του θα μπορούσαμε να δούμε τα «έξω» όλου του κόσμου: Άλλα ψηλά βουνά, θάλασσες και ωκεανούς, δάση πυκνά και λίμνες, γέφυρες, δρόμους, πόλεις και ερήμους – όλα.
Το άθροισμα των «έξω» ξεκινά από τα πολύ πρώτα μας χρόνια. Να πάω να παίξω λίγο έξω με τη Μάρω; Να βγούμε έξω, να πάρουμε ένα παγωτό; Βάλε κάτι πάνω σου, έξω κάνει κρύο. Νικολαΐδου, βγες έξω από την τάξη, κάνεις πολλή φασαρία. Όλο έξω-έξω-έξω, να δω πότε θα διαβάσεις! Του χρόνου, αν μπορεί ο μπαμπάς, θα πάμε ένα ταξίδι έξω. Το Σάββατο θα βγούμε έξω με τους συμμαθητές μου. Άσε με, βιάζομαι, με περιμένουν έξω.
Μικρή λεξούλα, αλλά μεστή και αισιόδοξη, καθώς εξαρχής ταυτίστηκε κυρίως με διασκέδαση, ξεγνοιασιά, απόλαυση, καινούργια πράγματα, διακοπές, μπάνια, ταξίδια, θερινά σινεμά, φλερτ… Σχολικές τιμωρίες δεν χωρούν σ’ αυτή τη λίστα. Αντίθετα, ο ήχος του «έξω» ξυπνάει μέσα μας ένα αυτόματο αντανακλαστικό προσμονής, σαν αυτό της γάτας που ακούει από μακριά ν’ ανοίγει η κονσέρβα.
Ως έφηβοι, προσθέσαμε στο «έξω» μια, ελαφρώς ή βαρέως, ανάλογα με το θυμό μας, επαναστατική χροιά, για να διώξουμε όλα αυτά που πιστεύαμε τότε ότι θα έπρεπε αυτοστιγμεί να εξαφανιστούν από τον ορίζοντά μας. Ύστερα, μεγαλώσαμε και η λέξη «έξω» άρχισε να αποκτά παράξενες ιδιότητες: Nα μακραίνει, να βαθαίνει, να ξέρει πότε να τραγουδά και πότε να σωπαίνει, να εστιάζει και αλλού και μέσα μας, να αντανακλά μαγικά ηλιοβασιλέματα και γενναίες ενδοσκοπήσεις και να αθροίζει γύρω της σκέψεις κι εμπειρίες που μπορεί και να μην είχαμε φανταστεί.
Ωστόσο, για μένα τουλάχιστον, το «έξω» θα είναι πάντα η ίδια εικόνα: Mια πάνινη καρέκλα, σε μια γωνιά του κήπου όπου το άρωμα του νυχτολούλουδου σπάει μύτες, το έντονο, σχεδόν αιχμηρά κρυστάλλινο κοντράστ του φωτεινού μισοφέγγαρου και της Αφροδίτης πάνω στο μαύρο του ουρανού, ένα παγωμένο ποτήρι στο χέρι.
Ίσως ο ήχος θάλασσας ή μουσικής από το βάθος και χρόνος δικός μου, να χαλαρώνω και να βγάζω έξω, σ’ αυτή τη χαρά, όλα τα δύσκολα που έχουν ίσως ξεμείνει, στοιβαγμένα μέσα μου.



