THE SENIOR WEBMAG

Ο Δον Κιχώτης… μετά

Ο Δον Κιχώτης δεν πέθανε.
Όχι αυτή τη φορά.

Ο πυρετός τελείωσε ένα πρωινό που δεν είχε τίποτα το ηρωικό.
Καμία καταιγίδα, κανένα όραμα, καμία τελευταία μεγαλοπρεπή εξομολόγηση.
Μόνο ιδρώτας, ένα στραβό μαξιλάρι και ο Σάντσο Πάντσα.
Ο Αλόνσο Κιχάνο άνοιξε τα μάτια του.
Και για πρώτη φορά δεν είδε γίγαντες.
Είδε ένα ταβάνι.
Μόνο.
Και την υγρασία στη γωνία.
Την κοίταξε πολλή ώρα – αναζητώντας κάτι, συνήθεια παλιά -μα δεν βρήκε τίποτα.
Μόνο σοβά.
Μόνο υγρασία.
Κι ένα ζεστό πρωινό να εισβάλει από το παράθυρο.

Έξω κάποιος έκοβε ξύλα.
Ένα κοτόπουλο διαμαρτυρόταν για κάτι.
Και ο κόσμος συνέχιζε — τώρα το καταλάβαινε — πάντα θα συνέχιζε με ή χωρίς εκείνον.
Ο Σάντσο ροχάλιζε σε μια καρέκλα, με μια ηρεμία σχεδόν προσβλητική.

«Κακή αρχή», είπε ο Αλόνσο.
Ο Σάντσο πετάχτηκε. «Ζεις!»

«Δυστυχώς, ναι», απάντησε, με έναν τόνο που δεν ήταν ούτε ανακούφισης ούτε αδυναμίας. Ήταν κάτι πιο επικίνδυνο.

Σώπασαν λίγο.
«Σάντσο», είπε τελικά, «κουράστηκα».

Ο Σάντσο τον κοίταξε δύσπιστα.
Ο Αλόνσο συνέχισε σαν να μονολογούσε:
«Δεν υπάρχουν. Δεν υπήρξαν ίσως ποτέ».

«Και τώρα, τι; Θα αρχίσουμε να πολεμάμε αυτά που υπάρχουν; Γιατί αυτά είναι τα χειρότερα».

Ο Αλόνσο χαμογέλασε. Πρώτη φορά χωρίς μεγαλείο.
«Τώρα… δεν ξέρω. Μάλλον θα πρέπει να μάθουμε αλλιώς».
Ο Σάντσο αναστέναξε.
«Α, μάλιστα. Δηλαδή… πείνα».

Μια εβδομάδα μετά

Ξεκίνησαν εκείνο το πρωινό να περπατούν.
Όχι σαν ιππότες, μα ως δύο άντρες που δεν είχαν τίποτα να αποδείξουν – και αυτό τους τρόμαζε περισσότερο από κάθε δράκο.
Ο Αλόνσο δεν είχε μιλήσει πολύ τις προηγούμενες μέρες. Και τώρα περπατούσε αφηρημένος.

Η πρώτη τους στάση ήταν ένα χωριό.
Δύο άντρες φώναζαν.

«Για ένα χωράφι», μονολόγησε ο Σάντσο.

Ο Αλόνσο τους κοίταξε.
«Όχι. Για ένα δίκιο».
«Χμ… Η πιο ακριβή καλλιέργεια».

Ο Αλόνσο πλησίασε. Τα πόδια του ήξεραν τον δρόμο- τόσα χρόνια εμπρός, πάντα εμπρός. Ήδη έφτιαχνε στο μυαλό του την πρώτη φράση. Τη δίκαιη. Την αδιάσειστη.
Σταμάτησε.
Όχι γιατί δεν είχε λόγια. Μα γιατί είχε πάρα πολλά.
Προχώρησαν λίγα βήματα.
Ο Αλόνσο σταμάτησε ξανά απότομα.

«Περίμενε».
«Τι;»

Γύρισε πίσω μισό βήμα. Έσφιξε τις γροθιές του – όχι πολύ.
«Μπορώ να το λύσω αυτό».

Ο Σάντσο δεν μίλησε.
Ένα δευτερόλεπτο. Δύο.
Ο Αλόνσο χαλάρωσε.
«…ή καλύτερα όχι».
Και συνέχισε να περπατά.

«Δεν θα κάνεις τίποτα;» ρώτησε ο Σάντσο.
«Όχι».
«Γιατί;»
«Γιατί δεν θέλουν μια λύση. Θέλουν την ένταση».

Περπάτησαν ξανά.

«Άρα αφήνεις τον κόσμο να καίγεται;»
«Μπα. Απλώς καταλαβαίνω ότι δεν είναι κάθε φωτιά δική μου».

Το απόγευμα κάθισαν κάτω από ένα δέντρο. Ο Σάντσο έτρωγε ψωμί και τυρί με εκείνη την αφοσίωση που είχε πάντα στο φαγητό -σαν να ήταν το πιο σοβαρό πράγμα στον κόσμο. Ο Αλόνσο κοίταζε τον κάμπο.

«Πες μου», είπε ο Σάντσο, μισομπουκωμένος, «για ποια μάχη μετάνιωσες περισσότερο; Εγώ για εκείνη με το μυλωνά στην Αραγονία. Μου χτύπησε το γόνατο».

Ο Αλόνσο δεν απάντησε αμέσως.
«Για όλες όσες έδωσα για να μη νιώθω μικρός».

Ο Σάντσο σώπασε για λίγο.
«Και; Ένιωσες μεγάλος;»

«Για πέντε λεπτά. Μετά ήθελα κι άλλη».
«Χα! Σαν το κρασί».
«Σαν το εγώ».

Στο δρόμο συνάντησαν μια γυναίκα που μάλωνε με τον άντρα της.

«Ποιος ξέχασε το ψωμί», είπε ο Σάντσο αργά.
«Δεν είναι για το ψωμί», είπε ο Αλόνσο. «Ποτέ δεν είναι για το ψωμί».

Περπάτησαν ξανά.

«Άρα τι μένει;» ρώτησε ο Σάντσο. «Αν δεν πολεμάς, τι κάνεις; Κάθεσαι;»

Ο Αλόνσο σταμάτησε.
Κοίταξε τα χωράφια. Τον αέρα. Τον ήλιο που έδυε χωρίς να ζητάει άδεια από κανέναν.
«Κοντοστέκεσαι για λίγο. Κι αφήνεις».

«Λίγο αφηρημένο. Κάτι πιο πρακτικό;»

«Πότε τελευταία φορά κέρδισες μια φιλονικία και ένιωσες καλύτερα;» ρώτησε ο Αλόνσο.

Ο Σάντσο σκέφτηκε. «Μμμ.»
«Αυτό το μμμ είναι η απάντηση».

«Και τότε; Ποιος κερδίζει;»
«Ίσως αυτός που αποσύρεται πρώτος».

Το βράδυ, δίπλα στη φωτιά, ο Σάντσο τον κοίταξε για μια στιγμή πάνω από τις φλόγες.
«Και με τον εαυτό σου; Δεν πολεμάς;»

«Όλη μου τη ζωή νόμιζα ότι έπρεπε να τον νικήσω».

«Και τώρα;»
«Τώρα προσπαθώ να τον καταλάβω».

Ο Σάντσο χαμογέλασε. «Εε… Δυσκολέψαμε».

Το όνειρο

Η νύχτα ήταν ήσυχη.
Ο Αλόνσο κοιμόταν βαθιά όταν άρχισε.
Ήταν ήδη πάνω στο άλογο. Ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπό του. Μπροστά του -οι γνώριμοι όγκοι.
Δεν τους αμφισβήτησε. Ούτε για μια στιγμή.
Κράτησε το κοντάρι. Το χέρι του δεν έτρεμε.

Μια φωνή πίσω του. «Πού πας;»

Δεν γύρισε. Ήξερε.
«Να τελειώσω αυτό που άφησα».

Η φωνή γέλασε — όχι κοροϊδευτικά, μα σαν κάποιον που ξέρει ήδη την απάντηση.
«Δεν άφησες τίποτα. Τα εγκατέλειψες».

Τότε γύρισε.
Ήταν ο εαυτός του — όχι όπως ήταν, αλλά όπως τον ήθελε να είναι. Όρθιος. Αγέρωχος. Με εκείνο το βλέμμα που δεν ζητά επιβεβαίωση από πουθενά.
Οι γίγαντες περίμεναν.
Για μια στιγμή -μόνο μιά- τους είδε. Πέτρες, ξύλα, φτερά. Ανεμόμυλοι.

«Δεν με χρειάζονται» μουρμούρισε και χαλάρωσε τη λαβή.

Η μορφή πλησίασε. «Έλα πίσω. Δεν ήταν αληθινό μα ήταν καλύτερο».

Ο Αλόνσο έσφιξε το κοντάρι.
Ήξερε πια.
Και όμως – ήταν η δική του αλήθεια.
Η ιστορία του.
Για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν ήθελε να καταλάβει.
Ήθελε να πιστέψει.
Σήκωσε το κοντάρι.
Και όρμησε.

Ξύπνησε απότομα. Χωρίς κραυγή. Μόνο με ιδρώτα και μια βαριά ανάσα.
Κοίταξε τον ουρανό.
Σκούρος, με ξαστεριά.
Έκλεισε τα μάτια – σαν να ήλπιζε να επιστρέψει.
Δεν συνέβη. Τον πήρε ο ύπνος.

Το άλλο πρωί ο Σάντσο τον κοίταξε λίγο παραπάνω απ’ όσο συνήθως.

«Κοιμήθηκες καλά;»
«Ναι».
«Φαίνεσαι σα να ταξίδευες».

Ο Αλόνσο έστρωσε τα μαλλιά του.
«Παλιά συνήθεια», απάντησε.

Ο Σάντσο έβαλε μια μπουκιά ψωμί στο στόμα και άρχισε να μασάει. Περίμενε. Τίποτα.
«Και;»

Ο Αλόνσο κοίταξε το χώμα κι άρχισε με το δάκτυλο να το σκαλίζει — σα να ‘θελε κάτι να γράψει.
«Δεν θα ξαναπάω».

Ο Σάντσο σήκωσε τους ώμους.
«Κρίμα. Είχαν ενδιαφέρον».
«Ναι», είπε ο Αλόνσο με στόμα σφιγμένο.

Μέρες μετά

«Λοιπόν», είπε ο Σάντσο, «το σκέφτηκα».
«Κακό σημάδι. Σκέφτεσαι κιόλας;»
«Θα γίνουμε βοσκοί».

Σιωπή.

«Σάντσο…»
«Άκου. Δεν θα έχει γίγαντες. Δεν θα έχει μάχες. Θα έχει μόνο πρόβατα. Και αυτά, το πολύ – πολύ να σε κοιτάξουν περίεργα».

Ο Αλόνσο γέλασε. Πόσα χρόνια είχε να γελάσει έτσι!

«Και το όνομά σου θα αλλάξει.»
«Ω όχι…»

«Δεν μπορείς να είσαι Δον Κιχώτης και να βόσκεις πρόβατα. Θα είσαι… Αλόνσο. Σκέτο».

Σιωπή μεγάλη.
Ήρεμη.
Ο Αλόνσο Κιχάνο κοίταξε τον ορίζοντα.
Και για πρώτη φορά δεν ήθελε να τον κατακτήσει.
Ήθελε να τον δει.

«Συμφωνώ», είπε απροσδόκητα.

Την πρώτη μέρα ως βοσκοί, ο Σάντσο παραπονέθηκε.
«Βαριέμαι».
«Είναι το τίμημα της ειρήνης».
«Δεν έχει δράση».

«Έχει ησυχία».

Σιωπή.
Τα πρόβατα έβοσκαν.
Ο ήλιος κινιόταν αργά, με εκείνη την αδιαφορία που έχουν τα πράγματα που δεν χρειάζονται να αποδείξουν τίποτα.

«Αξίζει;» ρώτησε ο Σάντσο.
Ο Αλόνσο δεν απάντησε αμέσως.
Κοίταξε τα πρόβατα.
Τον Σάντσο.
Τα χέρια του.

«Δεν ξέρω ακόμα», είπε τελικά. «Και βαριέμαι λίγο».
Ο Σάντσο γέλασε. «Ε, ναι. Δεν έχει γίγαντες».

Ο Αλόνσο άρχισε να παρατηρεί τα πρόβατα πάλι.
Ένα άρχισε να τον κοιτά επίμονα κι αυτό, για μιά στιγμή, του φάνηκε ύποπτο.
Μόνο για μιά.
Στένεψε τα μάτια του.
Μετά ξεφύσηξε.

«Μην αρχίζεις…» μάλωσε τον εαυτό του.

Κάθισε κάτω.
Το πρόβατο συνέχισε να τον κοιτάζει.
Ο Αλόνσο δεν έκανε τίποτα.

Ο ήλιος συνέχισε την πορεία του, προς τη δύση.

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους