Πέρασα πια
τους χρόνους της αποδοχής
τους χρόνους της απόρριψης
Πύρρειες νίκες με ορίζουν
Ελπιδοφόρες ήττες με καλούν
Ποίημα του Αθανάσιου Αλεξανδρίδη με τίτλο «Ευδαιμονία», από τη Συλλογή Υπέρθλιψη, (εκδόσεις Ίκαρος, 2011),
Τα πράγματα δείχνουν τη σημασία και την αξία τους μεταχρονισμένα
Ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης είναι άνθρωπος που θέλεις να έχεις γνωρίσει, όχι μόνο επειδή είναι διακεκριμένος ψυχίατρος παιδιών και ενηλίκων με χιλιάδες «μίλια» θεραπείας στο ενεργητικό του και πολλές επιστημονικές περγαμηνές, αλλά επειδή, ταυτόχρονα, όπως λέει και ο ίδιος, εκθέτει τον εαυτό του μέσα από την ποίηση, αποκαλύπτοντας έτσι (λέω εγώ), μια πολύ ξεχωριστή προσωπικότητα, με αυθεντικό ποιητικό βάθος, πλατιά καλλιέργεια και οξύ νου. Ήξερα φυσικά ποιος είναι και ότι χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στον χώρο της ψυχικής υγείας, αλλά δεν είχε τύχει να τον γνωρίσω. Ήταν όμως ένα όνομα ψηλά στην κατάταξη του δημοσιογραφικού bucket list μου (ΣΣ: έκφραση στα αγγλικά που σημαίνει τον κατάλογο των πραγμάτων που θέλουμε να έχουμε κάνει όσο ζούμε) το οποίο, σε ένα πιο lifestyle έντυπο, θα μπορούσε να έχει τίτλο οι 50 προσωπικότητες που θέλω να έχω συναντήσει όσο είμαι ακόμα δραστήρια.
Κάπως ήρθαν λοιπόν τα πράγματα και, τον περασμένο χειμώνα, βρέθηκα καθισμένη απέναντί του, στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο της παρουσίασης ενός βιβλίου. Εγώ φυσικά βρισκόμουν στις καρέκλες του κοινού και εκείνος περίπου απέναντί μου, ανάμεσα στα τέσσερα μέλη ενός πάνελ εκλεκτών προσκεκλημένων που πλαισίωναν την παρουσίαση. Σύντομα κατάλαβα ότι μεταξύ τους παιζόταν ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι, που κατέληγε πάντα στον κύριο Αλεξανδρίδη, με την πρόκληση να δώσει μια λογοτεχνική αναφορά και ερμηνεία των όρων της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης, που αποτελούσαν το επίκεντρο της συζήτησης. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι, οι απόψεις του ως συνομιλητή θα ενδιέφεραν πολύ τους αναγνώστες του Just a Number και έτσι, με το που δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, τον αναζήτησα για την κουβέντα που θα απολαύσετε παρακάτω.
Όπως συμβαίνει πάντα -και για πολλοστή φορά αναφέρω- διαπίστωσα και στη δική του περίπτωση ότι η πιο προσιτή, φιλική, ενθαρρυντική, βοηθητική συμπεριφορά είναι κοινό χαρακτηριστικό των πραγματικά σπουδαίων ανθρώπων…
Η Γενιά της Ήττας
«Στην Ελλάδα, στην ποίηση και τη λογοτεχνία, υπάρχει μια γενιά που την αποκαλούμε η «Γενιά της ‘Ηττας». Πρόκειται για ποιητές και συγγραφείς που εμφανίζονται κατά ή μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Πρόκειται για τους Μανόλη Αναγνωστάκη, Τίτο Πατρίκιο, Μιχάλη Κατσαρό, Βύρωνα Λεοντάρη, Τάσο Λειβαδίτη και ζητώ συγγνώμη αν παραλείπω κάποιους. Είναι άνθρωποι σημαντικοί που κινήθηκαν υπερβατικά πέραν του αρχικού τραύματος και εξέλιξαν την ελληνική ποίηση όχι μόνο θεματικά, αλλά και μορφολογικά. Αποτελούν ένα πρώτο παράδειγμα για το ότι η «ήττα», μετουσιωμένη, μπορεί να προωθήσει δημιουργικά τα πράγματα. Και φυσικά, όταν επεξεργάζεσαι την «ήττα» είσαι δυναμωμένος για να αντιμετωπίσεις τις επερχόμενες.
Έτσι, ο Μανόλης Αναγνωστάκης μάς στήριξε ιδιαίτερα τον καιρό της δικτατορίας με τα ποιήματά του στα «18 Κείμενα» και με την ίδρυση του βιβλιοπωλείου «Βιβλιοθήκη» στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, που αποτελούσε έναν θύλακα για μας τους νέους, θύλακα ελευθερίας και αποτροπής του αισθήματος της ήττας. Λογοτεχνικά και εντελώς υποκειμενικά ξεχωρίζω ως ιδιαίτερα σημαντικό τον Άρη Αλεξάνδρου, ο οποίος μίλησε για την ήττα στα ποιήματά του, αλλά ουσιαστικά και με πολύ προωθημένο, αφηγηματικό τρόπο, στο μυθιστόρημά του «το Κιβώτιο».
«Το Κιβώτιο» είναι ένα δυστοπικό, ιστορικό, πολιτικό μυθιστόρημα που γράφτηκε μεταξύ 1966 και 1972, κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο Παρίσι, όπου είχε καταφύγει ο συγγραφέας στην αρχή της δικτατορίας για να αποφύγει τις διώξεις. Γράφτηκε μέσα σε συνθήκες ένδειας που εκείνος και η σύζυγός του Καίτη Δρόσου αντιμετώπισαν με εξαιρετική αξιοπρέπεια χωρίς τη συνδρομή κανενός. Ο Αλεξάνδρου δεν ηττήθηκε από την «ήττα», δεν ταπεινώθηκε αλλά αντίθετα την μετέτρεψε σε ανθρωπογνωσία. Έτσι «το Κιβώτιο» ξεφεύγει από το περίγραμμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και γίνεται ένα καθολικό μυθιστόρημα για την παρανοϊκή και αλλοτριωτική δράση των ολοκληρωτικών συστημάτων. Είχα την τύχη και την τιμή να τον συναντήσω στο Παρίσι λίγο διάστημα πριν τον ξαφνικό θάνατό του και να γνωρίσω τη γενναιόδωρη και σεμνή προσωπικότητά του.
Γενικά, η έννοια της ήττας ενυπάρχει έντονα με κυριολεκτικό ή και με πλάγιο τρόπο στην ποίηση. Πιστεύω για παράδειγμα ότι πολλά ποιήματα του Καβάφη και του Σεφέρη εκκινούν από την ήττα… Θα έλεγα επίσης και στην πεζογραφία του εξαιρετικού Γιώργου Χειμωνά.
Αν επεξεργαστούμε την ήττα, μπορούμε να αντιληφθούμε τα λάθη που μας οδήγησαν σ’ αυτήν
Ας επιστρέψουμε στην «ήττα». Ως τέτοια μπορεί να θεωρηθεί η αποτυχία στην επίτευξη ενός στόχου, αποτυχία που βιώνεται από το άτομο ή την ομάδα ως οδυνηρή υπαρξιακή εμπειρία. Συντελείται μια καταστροφή και εγκαθίσταται μια κρίση. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με κάθε καταστροφή ή κρίση, μπορεί αυτή η ήττα να προκαλέσει μια θετική εξέλιξη, με την έννοια ότι, αν την επεξεργαστούμε, μπορούμε να αντιληφθούμε τα λάθη που μας οδήγησαν σ’ αυτήν και να επιδιώξουμε μια επόμενη κίνηση που να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, πιο κοντά στις δυνατότητές μας και πιο κοντά στον Εαυτό μας.
Γιατί υπάρχουν οι καθαρές νίκες, όπως και οι καθαρές ήττες, αλλά υπάρχουν και οι Πύρρειες νίκες – όταν δηλαδή έχουμε νικήσει, αλλά είναι μια νίκη χωρίς αποτέλεσμα, μια νίκη που έχει μέσα της την ήττα.
ΣΣ:«Πύρρειος νίκη» ονομάζεται μεταφορικά το αποτέλεσμα μιας μάχης κατά την οποία ο νικητής έχει υποστεί τόσο βαριές απώλειες ώστε του είναι δύσκολο ή αδύνατο να συνεχίσει να αγωνίζεται για την επίτευξη των στόχων του. Ιστορικά προέκυψε από την περίπτωση του Πύρρου, ενός από τους σπουδαιότερους ηγεμόνες της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου, ο οποίος, το 279 π.Χ., στη μάχη στο Άσκλον εναντίον των Ρωμαίων, αναδείχθηκε μεν νικητής, αλλά έχασε πολλούς άνδρες, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να μεταβάλει τα σχέδιά του για μια θριαμβευτική πορεία προς τη Ρώμη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, όταν ένας στρατιώτης τον πλησίασε για να τον συγχαρεί, ο Πύρρος απάντησε, «Μια ακόμα νίκη επί των Ρωμαίων και θα χαθούμε εντελώς».
Η νίκη ενέχει μια αποτυχία, όπως μπορεί μια ήττα να αποτελέσει προϋπόθεση για μια νίκη
Άρα, όπως είπαμε, το θέμα είναι διπλό: Η νίκη ενέχει μια αποτυχία, όπως αντίστοιχα μπορεί μια ήττα να φέρει μια καλύτερη εξέλιξη και να αποτελέσει, στη συνέχεια, προϋπόθεση για μια νίκη. Υπάρχει πάντοτε ένα υπαρξιακό στοιχείο σε όλα αυτά, γι’ αυτό και είναι σημαντικά για τον άνθρωπο. Κυρίως, όταν αφορούν σε μεγάλα θέματα που σχετίζονται με την επιβίωση και απαιτούν από αυτόν να κάνει μια ουσιαστική αλλαγή στη ζωή του.
Εκεί εμπλέκεται και ένα θέμα ναρκισσιστικό, το οποίο επίσης διακρίνεται σε δύο μέρη. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο υγιής ναρκισσισμός, ο οποίος υποχρεώνει τον άνθρωπο να εργαστεί, να προσπαθήσει και να έχει την πειθαρχία που χρειάζεται για να μπορέσει να καταφέρει τις απαραίτητες νίκες για τις ανάγκες της επιβίωσης. Εκεί, η νίκη έρχεται και σαν μια αναγνώριση του έργου και του κόπου του. Από την άλλη υπάρχει ο παθολογικός ναρκισσισμός όπου όλα γίνονται για να έχει ο άνθρωπος ισχύ και επιβολή πάνω στους άλλους, που τους θεωρεί υποδεέστερους και υποτελείς, ίσως και «πράγματα»! Τότε η νίκη αποκτά παθολογική διάσταση, ενώ η ήττα βιώνεται ως ολοκληρωτική καταστροφή.
Τελικά, όλα εξαρτώνται από την προσωπικότητα του ανθρώπου και από τα θέματα που ο ίδιος θεωρεί ότι διακυβεύονται.
Ίσως το καλύτερο είναι να έχουμε στη ζωή και μικρές νίκες και μικρές ήττες. Να βγούμε δηλαδή από την παγίδα του δίπολου και να υιοθετήσουμε τη μακροσκοπική θεώρηση, φτιάχνοντας ένα γράφημα το οποίο, περιλαμβάνοντας νίκες και ήττες, αποκαλύπτει τη μεγάλη εικόνα από την οποία κρίνεται και το αποτέλεσμα. Στην ψυχανάλυση διαθέτουμε την έννοια του «εκ των υστέρων», που σημαίνει ότι τα πράγματα δείχνουν τη σημασία και την αξία τους μεταχρονισμένα – δηλαδή απολογιστικά.
Ο απολογισμός αυτός είναι από τη μία πλευρά αληθής και από την άλλη, ψευδής. Διότι, για παράδειγμα, αν σκέφτομαι κάθε μέρα κάτι που συνέβη στη ζωή μου πριν από 30 χρόνια, θα πάω μεν νοερά πίσω σε εκείνη τη συνθήκη, αλλά με τον σημερινό τρόπο σκέψης μου. Έτσι, στη συνέχεια, μπορώ να κάνω μια ανακατασκευή στην ιστορία μου, συνειδητοποιώντας ότι κάποια πράγματα που είχα βιώσει τότε ως νίκες, δεν ήταν τελικά τόσο σημαντικά, ενώ άλλα που βίωσα ως ήττες, ήταν αναμενόμενοι σταθμοί στην πορεία προς την εξέλιξή μου.
Στη δική μου επαγγελματική πορεία έχω δουλέψει πολύ με κακοποιημένα παιδιά, καθώς και με ενήλικες σε ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση, οι οποίοι είχαν όμως κακοποιηθεί ως παιδιά. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις βλέπουμε ότι, παρόλο που σε όλες τις ιστορίες και των μεν και των δε υπάρχει (τουλάχιστον) ένας κακοποιητικός γονέας, όσο προχωράει η θεραπεία υπάρχει η τάση των θυμάτων να φωτίσουν και κάποιες άλλες πλευρές του δράστη. «Είχε όμως και καλά στοιχεία», λένε συχνά για τον κακοποιητή τους. Αυτό, μπορεί να προκύπτει από μια αλήθεια, μπορεί όμως να είναι και ένα απαραίτητο ψέμα. Να προκύπτει δηλαδή από την ανάγκη που νιώθουν σήμερα, κάπως να τον συγχωρήσουν και να τακτοποιήσουν αυτό το θέμα, ώστε να μην μένει το τραύμα ανοιχτό μέσα τους.
Θέλω να πω ότι, συνθέτοντας το ανάγνωσμα της ζωής μας, υπάρχουν κάποια γεγονότα που, ενώ δεν μπορούμε να τα σβήσουμε, διαμορφώνουμε την ερμηνεία τους ώστε να μας είναι ανεκτή. Ένα παιδί, για παράδειγμα, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι έτρωγε πολύ ξύλο όταν ήταν μικρό, αλλά μπορεί να προσπαθήσει να δώσει κάποιες δικαιολογίες στη βία, έτσι ώστε να μην είναι ασήκωτο το βάρος που κουβαλάει.
Μεγαλώνοντας, κάποιοι άνθρωποι έχουν την τάση να προχωρήσουν, μαλακώνοντας την έννοια της ήττας για να φύγουν λίγα βάρη από πάνω τους
Μεγαλώνοντας, κάποιοι άνθρωποι έχουν την τάση να προχωρήσουν προς αυτή την κατεύθυνση, μαλακώνοντας την έννοια της ήττας για να φύγουν λίγο τα βάρη από πάνω τους ενώ άλλοι, αντίθετα, για να τα ενισχύσουν ακόμη περισσότερο. Όλα εξαρτώνται από την προσωπικότητά τους και από το πώς θέλουν να βλέπουν το παρόν και το μέλλον τους.
Γενικά, τα πράγματα διαφέρουν ανάλογα και με το ποια δεκαετία -ή, αν προτιμάτε ζώνη- της ζωής διανύουμε. Σήμερα, λόγου χάρη, υπάρχει μια σαφής τάση διαφοροποίησης της ηλικιακής εικόνας μας. Βλέπουμε δηλαδή, ακόμα και στη μόδα, όλο και περισσότερες γυναίκες μεγάλες στην ηλικία, να εμφανίζονται πολύ όμορφες, κομψές, μοντέρνες και να προβάλουν ρούχα, κοσμήματα και αρώματα. Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχει θα έλεγα ένας ρατσισμός ηλικίας, με το επιχείρημα πως ό,τι έχει ενδιαφέρον, θα προέλθει αποκλειστικά από τους νέους. Αυτό, όμως, και ιστορικά να το δούμε δεν ισχύει – ειδικά στον πολιτισμό. Ναι μεν πολλά καινούργια πράγματα έρχονται από νέους με εξαιρετικά μυαλά αλλά σε πολλούς τομείς ισχύει το αντίθετο. Να αναφέρω το παράδειγμα της ποίησης, που συνήθως πρέπει να είσαι από τη μέση ηλικία και πάνω για να μπορέσεις να την υπηρετήσεις καλά. Εδώ έχουμε και το εκπληκτικό, για μένα, παράδειγμα του Ελύτη, που ήταν πάνω από 80 ετών όταν έγραψε δύο σημαντικότατες συλλογές, τα «Ελεγεία της Οξώπετρας» και «Δυτικά της λύπης».
Είναι λοιπόν κατά κάποιο τρόπο ψεύδος ότι μόνο από τους νέους έρχονται τα πολύ ενδιαφέροντα, όπως επίσης είναι και σχετικό ψεύδος ότι, μεγαλώνοντας χάνει ο άνθρωπος τις δυνάμεις του. Αυτό δεν ισχύει, ειδικά αν έχει ισορροπήσει μέσα του και δεν τον απασχολεί τόσο πολύ το θέμα της νίκης, όσο το θέμα της έκφρασης του εαυτού και της γαλήνης.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους σε οποιαδήποτε ηλικία, γιατί αυτοί οι οποίοι δεν έχουν μάθει να διαχειρίζονται σωστά το θέμα της «ήττας» μπορεί να πέσουν σε θλίψη, ενώ εκείνοι που βρίσκονται συνέχεια στο φάσμα της «νίκης» μπορεί να γίνουν έως και βίαιοι απέναντι στους άλλους, εκδηλώνοντας εγωπάθεια.
Η ψυχοθεραπεία είναι ταξίδι προς τον αυθεντικό εαυτό μας, με στόχο μεταξύ άλλων, μεγαλώνοντας να μάθει ο άνθρωπος ν’ αγαπάει και τις ήττες του.
Άλλωστε, ήττα, τελικά, είναι το να μη συγχωρέσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους από τα λάθη που έγιναν, ήττα είναι να μην μπορέσουμε να κινηθούμε πέρα από το δίπολο νίκη-ήττα , ήττα είναι να μην αποδεχθούμε ότι «αυτή είναι η ζωή μου» και όπως λέει στην «Επέτειο» ο Ελύτης «Έφερα τη ζωή μου ως εδώ / ‘Ασπρο μέτρημα μελανό άθροισμα/…Λίγα χρόνια λίγα κύματα / Κωπηλασία ευαίσθητη / Στους όρμους γύρω απ΄την αγάπη».
Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, βιογραφικό
Ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης είναι ψυχίατρος, παιδοψυχίατρος, διδάσκων ψυχαναλυτής της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Ένωσης (APF), της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (ΕΨΕ) και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (ΙΡΑ), διδάκτωρ της Ιατρικής και της Φιλοσοφικής (Ψυχολογία). Από την «Εικόνα του σώματος των σχιζοφρενών» (1982) μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό εργασιών σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, περιοδικά, συλλογικά και ατομικά βιβλία. Κύριοι τομείς των ενδιαφερόντων του είναι η θεωρία της ψυχανάλυσης, οι ψυχώσεις, τα αρχαϊκά και τα συλλογικά τραύματα, η ψυχοσωματική, η ψυχογλωσσολογία και η αισθητική. Από το 1992, συστηματικά και παράλληλα με το ψυχαναλυτικό δημοσιοποιεί και το ποιητικό του έργο, εκθέτοντας τον εαυτό του και τον αναγνώστη στη διφωνία και στη διαφωνία των δύο λόγων.



