Μια ιστορία γραμμένη με καϊμάκι και Wi-Fi
Κοιτάζω πίσω και συνειδητοποιώ ότι η ζωή μου δεν μετρήθηκε σε χρόνια, αλλά σε «πάμε για έναν καφέ;».
Αν μου έλεγε δε κάποιος πριν σαράντα χρόνια ότι θα πλήρωνα πέντε ευρώ για έναν καφέ που τον λένε Flat White και θα τον έπινα περπατώντας, θα τον έλεγα τρελό.
Γιατί για τη γενιά μου ο καφές δεν ήταν κατανάλωση.
Ήταν τελετουργία.
Ήταν συνάντηση.
Ήταν μικρή απόδραση από τα βάρη της ζωής.
Δεν πίναμε καφέ για να ξυπνήσουμε.
Ούτε ξέραμε τις διαφορές στα χαρμάνια .
Πίναμε καφέ για να νιώσουμε άνθρωποι
Η εποχή του μαρμαρωμένου τραπεζιού
Θυμάμαι τις πρώτες μνήμες από το παραδοσιακό καφενείο από τα φοιτητικά μου χρόνια και από τα καλοκαίρια στα Κύθηρα.
Μαρμάρινα τραπέζια, τάβλι που χτυπούσε ρυθμικά και πολιτικές αναλύσεις που θα ζήλευε και η Βουλή.
Ο καφές ήταν ένας: Ελληνικός.
«Βαρύς γλυκός», «μέτριος», «ναι και όχι».
Ψημένος στο μπρίκι, με καϊμάκι που το κοιτούσες σαν να διάβαζες το μέλλον σου.
Καθόμασταν με τις ώρες.
Αν δεν είχες λεφτά, ο καφετζής έλεγε «άστο για αύριο».
Δεν ήταν επιχείρηση – ήταν σχέση.
Εκεί μαθαίναμε τα νέα.
Εκεί ερωτευτήκαμε.
Εκεί παρηγορηθήκαμε.
Η παρέα ήταν το δίκτυό μας.
Το δικό μας «Facebook» – με φωνή, βλέμμα και άρωμα καφέ.
Η δόξα του φραπέ
Και μετά ήρθε το ελληνικό θαύμα με τον αφρό που κατέρρεε αργά και το καλαμάκι που έκανε εκείνο το «γκρρρ» όταν τελείωνε μετά από 2 ώρες – ο ήχος μιας ολόκληρης γενιάς.
Οι καφετέριες έγιναν δεύτερο σπίτι. Εκεί σφυρηλατήθηκαν φιλίες που κρατούν ως σήμερα.
Το ραντεβού ήταν συγκεκριμένο.
Χωρίς κινητά. Χωρίς «στείλε μήνυμα όταν φτάσεις». Το ραντεβού ήταν ιερό. Αν έλεγες «στις πέντε στο καφέ στην πλατεία», ήσουν εκεί.
Αν περίμενες λίγο, περίμενες κοιτώντας τον κόσμο και ονειρευόσουν.
Οι σχέσεις χτίζονταν με βλέμματα.
Δεν χρειαζόμασταν Wi-Fi για να συνδεθούμε.
Η σύνδεση ήταν ανθρώπινη.
Εκεί γίναμε αδελφές με τις φίλες μου.
Εκεί αναλύθηκαν έρωτες μέχρι εξαντλήσεως.
Εκεί μοιράστηκαν αγωνίες για συζύγους και παιδιά, ανταλλάχτηκαν συνταγές και πληροφορίες για νέα στέκια, αποδομήθηκαν προϊστάμενοι και συνάδελφοι, γεννήθηκαν μεγαλεπήβολα πλάνα, σχεδιάστηκαν ταξίδια .
Εκεί μεγαλώσαμε μαζί – χωρίς να το καταλάβουμε. Και εκεί ξαναβρισκόμαστε ξανά και ξανά μέχρι σήμερα με μια σχεδόν εφηβική διάθεση.
Η προσωπική σχέση (γιατί ο καφές είναι και έρωτας)
Βέβαια, ας είμαι ειλικρινής.
Η σχέση μου με τον καφέ είναι και προσωπική. Σχεδόν ερωτική.
Το πρωί, πριν μιλήσω σε άνθρωπο, θέλω τη σιωπή μου και το φλιτζάνι μου.
Και ειδικά όταν βρίσκομαι στην Ιταλία, νιώθω ότι συμμετέχω σε κάτι ιερό.
Ο καφές εκεί δεν είναι πρόσχημα. Είναι πρωταγωνιστής. Ένας εσπρέσο όρθιος σε ιταλικό μπαρ.
Ένας καπουτσίνο σε μια ηλιόλουστη πλατεία της Ρώμης ή της Φλωρεντίας.
Είναι η μυρωδιά του φρεσκοκαβουρδισμένου κόκκου που σου γαργαλάει τη μύτη και σου ψιθυρίζει:
«Καλημέρα… η ζωή είναι ωραία».
Είναι πολιτισμός.
Είναι στυλ.
Είναι η μικρή πολυτέλεια που αξίζουμε.
Κι εγώ, μεγαλώνοντας, έμαθα να εκτιμώ αυτή τη μικρή πολυτέλεια της στιγμής.
Και μετά… Wi-Fi
Σήμερα μπαίνω σε καφετέρια και με πιάνει λίγο θλίψη.
Βλέπω νέους ανθρώπους σκυμμένους πάνω από μια οθόνη.
Το Wi-Fi πιο σημαντικό και από το νερό.
Ο καφές αξεσουάρ για φωτογραφία.
Και τους λυπάμαι λίγο.
Χάνουν τη μαγεία του «κάτσε να τα πούμε».
Χάνουν τη σπουδαιότητα να βλέπεις τον καπνό να ανεβαίνει αργά, ενώ η κολλητή σου λέει την ίδια ιστορία για δέκατη φορά κι εσύ γελάς σαν να είναι η πρώτη.
Καμιά φορά θέλω να τους σκουντήξω και να πω:
«Παιδιά… σηκώστε λίγο το κεφάλι. Δίπλα σας κάθεται η ζωή».
Ίσως μεγαλώνω. Ίσως απλώς είμαι αιθεροβάμων.
Αυτό που μένει
Κάθε εποχή έχει τον ρυθμό της. Δεν είναι θέμα σύγκρισης – είναι θέμα ουσίας.
Και τελικά, ίσως ούτε ο καφές ούτε η εποχή έχουν τόση σημασία.
Γιατί τα χρόνια περνούν – είναι απλώς ένας αριθμός.
Αυτό που δεν είναι αριθμός είναι οι στιγμές.
Οι άνθρωποι.
Ο καφές, τελικά, δεν είναι το ρόφημα.
Είναι η αφορμή.
Η αφορμή να πούμε «κάτσε να τα πούμε» και να το εννοούμε.
Η αφορμή να πεις «πώς είσαι;» και να ακούσεις την απάντηση.
Η αφορμή να σταματήσεις τον χρόνο για λίγο.
Η αφορμή να μη νιώθεις μόνος.
Δεν λέω λοιπόν ότι τότε ήταν όλα καλύτερα.
Αλλά ήταν πιο ουσιαστικά . Πιο ζωντανά. Πιο παρόντα.
Ο καφές κρυώνει.
Η στιγμή, αν δεν τη ζήσεις, χάνεται.
Οι αναμνήσεις όμως — εκείνες οι ατελείωτες ώρες γύρω από ένα τραπέζι —με ένα καφέ συνοδεία μένουν για πάντα ζεστές.



