Η κυκλοφορία ενός νέου βιβλίου από τον Γιάννη Ξανθούλη είναι ένα γεγονός και όχι απλώς μια είδηση. Περίπου συμπορευόμενοι ηλικιακά μαζί του, τον πρωτοσυναντήσαμε το 1981, στο «παρθενικό» του μυθιστόρημα και… φάγαμε κόλλημα μαζί του! Επρόκειτο για το Μεγάλο Θανατικό, μια σουρεαλιστική, ανελέητη μαύρη σάτιρα, που αποδομεί ακόμα και τον φόβο του θανάτου, αποκαλύπτοντας την άκρατη υποκρισία που τον περιβάλλει, τη ματαιοδοξία των ανθρώπων και τα αθεράπευτα πάθη τους. Αντιγράφω:
«Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια επαρχιακή ελληνική πόλη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Η καθημερινότητα των εκκεντρικών κατοίκων της ανατρέπεται ξαφνικά όταν ξεσπά μια αλλόκοτη επιδημία θανάτων. Οι άνθρωποι αρχίζουν να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον χωρίς προφανή ιατρική αιτία, δημιουργώντας ένα κλίμα παραλόγου, πανικού αλλά και κωμικοτραγικών καταστάσεων».
45 χρόνια «κόλλημα» με τα βιβλία και τις κάθε μορφής δημιουργίες του Γιάννη Ξανθούλη, για να φτάσουμε σήμερα στο πιο πρόσφατο βιβλίο του, την Άλωση των Αθηνών από τις αδελφές Γαργάρα, κυκλοφορία 2026, από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Είχε πει ο ίδιος, σε συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου, του Book Press: Το 1962 ήρθα επιτέλους στην Αθήνα. Αν και ταξίδεψα για να εισαχθώ σοβαρά ασθενής στον «Ευαγγελισμό», ένιωθα ευτυχής γιατί αν πέθαινα θα είχα ελπίδες να ταφώ στον Πρώτο Νεκροταφείο, δίπλα στην «Κοιμωμένη» του Χαλεπά. Ένιωθα όμως κι ευτυχής γιατί αν επιζούσα, θα έτρεχα να δω την παράσταση του έργου του Πιραντέλλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», με τη μουσική του Μάνου Χατζηδάκι, τον οποίο λάτρευα ισότιμα με την Αθήνα… Επέζησα, οπότε άκουσα δια ζώσης τη Ζωή Φυτούση να τραγουδά «Ο ταχυδρόμος πέθανε» και «Φέρτε μου ένα μαντολίνο». Όλες αυτές οι περιπέτειες με βοήθησαν να γνωρίσω τις αδερφές Γαργάρα, που προσπαθούσαν να ανασάνουν και να ονειρευτούν, στην κωμόπολη που βρίσκονταν εγκλωβισμένες, την Αθήνα τους.
Και παρακάτω: Σε όλα μου τα βιβλία οι πεθαμένοι σουλατσάρουν με τους ζωντανούς. Στην Άλωση των Αθηνών οι νεκρές είναι προπολεμικές νεκρές λόγω φθίσης, που ερωτεύτηκαν ως δίδυμες αδερφές εξ Αθηνών τον νεαρό Ηρακλή. Ο Ηρακλής στα νιάτα του έκανε ένα επεισοδιακό πέρασμα από την Αθήνα ξεπαρθενεύοντας τις μακρινές ξαδέρφες του που δεν τον λησμόνησαν ούτε μετά θάνατον. Μόνο που το χάρισμα να επικοινωνεί με τους πεθαμένους το έχει το μικρότερο παιδί της οικογένειας Γαργάρα. Ένα αγόρι, ο «Σους» (όλοι του έλεγαν: «Σους, μη μιλάς. Τα παιδιά δε μιλούν».)
Για την ιστορία, να προσθέσω ότι ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη, από γονείς πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης. Εκτός από μυθιστορήματα, έγραψε βιβλία και θεατρικά έργα για παιδιά, καθώς και θέατρο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος (είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ) σε εφημερίδες και στο ραδιόφωνο. Ανάμεσα στα πιο γνωστά του μυθιστορήματα είναι: Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα, Το πεθαμένο λικέρ, Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας, Το ροζ που δεν ξέχασα, Η εποχή των καφέδων, Οικογένεια Μπες-Βγες, Το τρένο με τις φράουλες, …ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες, Ο Τούρκος στον κήπο, Το τανγκό των Χριστουγέννων, Ο θείος Τάκης, Του φιδιού το γάλα, Κωνσταντινούπολη – Των ασεβών μου φόβων, Η εκδίκηση της Σιλάνας, Δεσποινίς Πελαγία, Ο γιος του δάσκαλου, Την Κυριακή έχουμε γάμο, Εγώ, ο Σίμος Σιμεών, Ζωή μέχρι χθες και Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη. Βιβλία του έχουν αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις, έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Με τις Αδελφές Γαργάρα υπό μάλης, λοιπόν και εν αναμονή του νέου βιβλίου του, θέσαμε στον Γιάννη Ξανθούλη 4 ερωτήσεις. Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον ίδιο για την ανταπόκριση και στην κυρία Γιώτα Ξανθούλη για την πολύτιμη συμβολή στη διαδικασία:
Από βιβλίο σε βιβλίο, από επιτυχία σε επιτυχία, η συγγραφική καταξίωση λειτουργεί για σας απελευθερωτικά, ως καύσιμο ώθησης ή ενισχύει άγκυρες που σας δένουν με το αίσθημα μιας «υποχρέωσης», να μην απογοητευθεί για κάποιο λόγο το κοινό;
Κάθε φορά που γράφω είναι σα να ξεκινώ από την αρχή.
Δηλαδή αμήχανος και φοβισμένος. Η «επιτυχία» και τα συναφή δε πολυβοηθούν έναν συγγραφέα όταν ξεκινά την περιπέτεια για ένα καινούργιο βιβλίο. Είναι μόνος και γεμάτος αμφιβολίες. Όσο για το κοινό που με διαβάζει υποθέτω πως δεν θέλει μια επιπλέον επανάληψη. Αν αυτό είναι το ζητούμενο τότε κάνουμε λάθος. Και οι αναγνώστες και ο γράφων.
Είστε «χαζοπαππούς», ως προς την αγάπη και τη «χόρταση» που νιώθετε για τα βιβλία σας; Προτιμάτε δηλαδή τα παλαιότερα από τα καινούργια ή το αντίστροφο;
Χορταίνω διαβάζοντας βιβλία. Το σωστό είναι πως -ευτυχώς- δε χορταίνω και πάντα αισθάνομαι ότι κάθε βιβλίο που ανοίγω να διαβάσω θα μου αποκαλύψει κάτι σημαντικό. Αυτή είναι η γοητεία στον εθισμό της ανάγνωσης. Τα παλιά μου βιβλία, καλώς ή κακώς, για μένα είναι πια παρελθόν. Το από εδώ και πέρα έχει ενδιαφέρον κι αν θα μπορέσω γράφοντας να μην πλήξω. Βλέπετε δεν έχω κόλλημα ότι πρέπει απαραίτητα να γεννοβολώ μυθιστορήματα κάθε τόσο.
Δεν ξέρω αν η λέξη «κλαυσίγελως» μπορεί να μεταφραστεί, μονολεκτικά, σε άλλη γλώσσα, αλλά μου έρχεται στο μυαλό σε κάθε βιβλίο σας – και μάλιστα με μεγάλη ένταση. Ή που θα «ξεραινόμαστε» στο γέλιο ή που θα βουρκώνουμε από ένα ανάμικτο συναίσθημα λύπης, πίκρας, νοσταλγίας… Τι από τα δύο θα επιθυμούσατε να μένει ως επίγευση;
Είναι κάτι παραπάνω από στυλ. Είναι ο τρόπος που εκφράζομαι, που σκέφτομαι, που ζω. Είναι η εντελώς δική
μου θέση για την πραγματικότητα. Το γέλιο με το δράμα συνυπήρχαν πάντα. Όσοι το αντιλαμβάνονται, συμμερίζονται τα κείμενά μου.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για σας να βάλετε την «τελεία», να νιώσετε δηλαδή έτοιμος να παραδώσετε το έργο σας στον εκδότη;
Κανένα έργο, γραπτό ή ζωγραφικό ή μουσικό δεν τελειώνει ποτέ. Πάντα υποβόσκουν τα ερωτηματικά της συνέχειας. Όμως ο δημιουργός πρέπει να υποψιάζεται την ολοκλήρωση ενός έργου, γιατί αλλιώς θα τρελαινόμασταν όλοι. Αναγνώστες και συγγραφείς.



