Με την Καρολίνα Μέρμηγκα
Για κάποιο λόγο, οι φωτογραφίες από την κηδεία του βασιλιά Χάραλντ της Νορβηγίας, με ένα πλήθος «εστεμμένων» να στέκει στην ουρά του αποχαιρετισμού, κάτω από βαριές σκιές κατηγοριών και σκανδάλων και με τη συνηθισμένη αίγλη τους, κάπως λεκιασμένη, σαν από γράσο σε λευκό πουκάμισο, μου προκάλεσαν αίσθημα μελαγχολίας. Δεν έχει να κάνει καθόλου με τη θέση της μοναρχίας ως καθεστώτος. Έχει όμως να κάνει με το δυνατό φυσούνι που, όχι αδικαιολόγητα, σαρώνει στο πέρασμά του, ό,τι είχαμε την αφέλεια να θεωρούμε ως σταθερό πυλώνα των ψευδαισθήσεών και των παραμυθιών μας και το οποίο είναι εδώ για να μας θυμίζει, μεταξύ άλλων, την αμείλικτη ισχύ των αναπαραγωγικών συστημάτων στις βασιλικές σειρές.
Ειδικά ο εκλιπών, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στον τόπο του. Και υπήρξε άξιος μεγάλου θαυμασμού όταν, πριν πολλά χρόνια, ερωτευμένος βαθιά με την κοινή θνητή Σόνια, μετέπειτα βασίλισσα στο πλευρό του, δήλωσε στην οικογένειά του -που δεν αποδεχόταν το γάμο τους- ότι, σ’ αυτή την περίπτωση, θα έμενε ανύπαντρος, στερώντας την προοπτική διαδόχου στο νορβηγικό θρόνο.
Και κάπως έτσι, το μυαλό μου πήγε στο εξαιρετικό (και ιδιαίτερα αγαπημένο μου) βιβλίο της Καρολίνας Μέρμηγκα, «Ο Κήπος της Αμαλίας», από τις εκδόσεις Πατάκη, που τον περασμένο Ιούλιο ανατυπώθηκε για μία φορά ακόμα.
Είναι η ιστορία μιας δεκαεννιάχρονης Γερµανίδας δούκισσας που, το 1837, έφτασε στον Πειραιά, νιόπαντρη με τον βασιλιά Όθωνα, με μοναδικό της χρέος και αποστολή, να φέρει στον κόσμο έναν διάδοχο.
Η πολύ νεαρή, βασίλισσα πλέον, Αμαλία, τα κάνει όλα µε πάθος και πείσµα. Αγαπά τον άντρα της, την Ελλάδα και τον παράξενο στα µάτια της λαό της. Εξοικειώνεται µε πολλά βιώνοντας τις εντυπωσιακές αντιφάσεις µιας χώρας που ψάχνει την ταυτότητά της, αλλά υπάρχουν και πράγµατα που δεν θα τα καταλάβει ποτέ. Γνωρίζει από κοντά τους µικρούς και µεγάλους πρωταγωνιστές του αγώνα και της πολιτικής του 19ου αιώνα και αναµειγνύεται ενεργά στη διοίκηση του νέου κράτους. Αντέχει σωµατικά βασανιστήρια για την ατεκνία της και αντιστέκεται στις προσβολές, αντιστέκεται όµως και στα συναρπαστικά νέα ρεύµατα δηµοκρατίας που φυσούν ολόγυρά της. Καταφύγιό της, το µοναδικό πράγµα που µεγάλωσε µε τα χέρια της, ο κήπος της, που έμελλε να γίνει µια µέρα εθνικός.
Όλα αυτά, γίνονται παρακάτω πολύ ωραία αφορμή για μια μίνι συζήτηση με τη συγγραφέα:
«Σήμερα γίνομαι σαράντα χρονών. Η ζωή μου, το κομμάτι της ζωής μου που είχε νόημα για τους άλλους, τελείωσε. Δεν μπορώ να χρησιμεύσω σε τίποτα πια. Το όνομά μου θα μείνει στην ιστορία σαν εκείνης που δεν μπόρεσε». Αυτή είναι μία από τις πιο σπαρακτικές φράσεις στο βιβλίο σας, «Ο Κήπος της Αμαλίας». Εκτός από τον κήπο της, τον σημερινό «εθνικό», τι άλλο θα λέγατε ότι άφησε στο πέρασμά της από το βασίλειο της Ελλάδας, η άτεκνη σύζυγος του Όθωνα; Τι ήταν αυτό που έκανε την παρουσία της, πατριωτικό σύμβολο;
Ο όρος «πατριωτικό σύμβολο» είναι από μόνος του το πρόβλημα! Γιατί τα πατριωτικά σύμβολα είναι όχι απλώς χρήσιμα αλλά και απαραίτητα για τη δημιουργία, τη συμπύκνωση, την ενίσχυση ενός έθνους, όμως συχνά όταν πρόκειται για αληθινούς ανθρώπους καταλήγουν ακινητοποιημένα, σαν καρφωμένα πάνω σε σταυρό – όπου σταυρός είναι αυτό που κλήθηκαν να συμβολίζουν. Η βασίλισσα Αμαλία έμεινε καρφωμένη πάνω στον σταυρό της μη-τεκνοποιίας της, της αποτυχίας της δηλαδή να διεκπεραιώσει το ένα πράγμα που κλήθηκε, ως πατριωτικό σύμβολο, να κάνει: Να εξασφαλίσει τη διαδοχή μιας βασιλικής δυναστείας. Πιάστηκε στην απόχη των αναγκών της ιστορικής στιγμής, το γυναικείο της σώμα κρίθηκε ανίκανο να ανταποκριθεί στον αποκλειστικό του ρόλο, μπήκε στο κάδρο της Ιστορίας με την ταμπέλα «στείρα», κι έμεινε καρφωμένη για πάντα εκεί, να μας κοιτά πίσω από το γυαλί της.
Τέτοιες περιπτώσεις «ακατάλληλων» βασιλικών δοχείων τεκνοποίησης υπάρχουν στην Ιστορία αμέτρητες, και δεν ανήκουν μόνο στο βαθύ παρελθόν. Θυμίζω το σχετικά πρόσφατο παράδειγμα της βασίλισσας Φαμπιόλα (Fabiola de Mora y Aragón, γεννημένη Ισπανίδα), συζύγου του Βαλδουίνου Α΄ (Μποντουέν) του Βελγίου, που μετά από πέντε αποβολές (το 1961, 1962, 1963, 1966 και 1968, από τις οποίες μία έβαλε σε κίνδυνο και τη ζωή της), παρέμεινε άτεκνη. Η διαδοχή πέρασε στον αδελφό του Βαλδουίνου, κι εμείς θυμόμαστε την «καημένη» βασίλισσα Φαμπιόλα, αν τη θυμόμαστε, γιατί «δεν τα κατάφερε» – και όχι γιατί ασχολήθηκε με επιμονή και συνέπεια με την παιδική εκπαίδευση, έγραψε παιδικά παραμύθια, κ.λπ.
Υπάρχει ο γνωστός όρος “body political”: Σημαίνει το πολιτικό σώμα, δηλαδή την πολιτική κοινότητα (λαός και κράτος) ως ενιαία οντότητα. Παλιά είχε την έννοια του μονάρχη ως «κεφαλή» και των υπηκόων του ως «μέλη», ή των «δύο σωμάτων του βασιλιά», δηλαδή το φυσικό, θνητό του σώμα και το πολιτικό, αθάνατο, που ενσαρκώνει τη μοναρχική εξουσία και το κράτος. Σ’ όλες αυτές τις έννοιες εγώ προσθέτω και το πολιτικό σώμα των γυναικών: Το θνητό τους σώμα που όταν καλείται να λειτουργήσει ως μήτρα εξουσίας (ή και ως κάποιας άλλης μορφής δημόσιο σύμβολο) και αποτυγχάνει, μετατρέπεται σε αιμάτινο σφαγείο δημόσιων εξευτελισμών και ταπεινώσεων, και ιδιωτικών ματαιώσεων. Σώμα άχρηστο, σώμα άνευ λόγου ύπαρξης.
Τι άφησε στο πέρασμά της η Ελληνίδα Αμαλία; Το ίχνος το πιο εύκολο να παραγνωριστεί ή αγνοηθεί, αλλά και το πιο δύσκολο να εξαλειφθεί: Την αγάπη της για τον τόπο. Είναι απλό: Φυτεύοντας κάτι που θα μεγαλώνει και θα καρποφορεί όταν εσύ δεν θα υπάρχεις πια, γίνεσαι χίλιες φορές μάνα.
Θεωρώ πως η ιστορική μυθοπλασία απαιτεί ιδιαίτερο θάρρος από τον/τη συγγραφέα ως προς την τεκμηρίωσή της. Πώς λειτουργείτε εσείς; Έχετε κάποιον εσωτερικό, «κόφτη λογικής», που περιορίζει την ελευθερία της γραφής ή προχωράτε με το ένστικτο, αφήνοντας την αξιολόγηση για το τέλος – ή, ενδεχομένως, για τους εκδότες σας; Νιώθετε μερικές φορές υπόλογη και, αν ναι, σε ποιον κυρίως; Στον ήρωά σας ή στον αναγνώστη σας;
«Κόφτης λογικής», ναι, απολύτως! Δεν εμπιστεύομαι ούτε το ένστικτο ούτε την υπερχείλιση των συναισθημάτων μου. Φυσικά αυτά υπάρχουν κάπου στο βάθος, από εκεί όλα ξεκινούν, όμως ελέγχονται αυστηρά, με δυσπιστία. Αν εμπιστεύομαι λίγο κάτι, είναι τη δική μου ανάγνωση του κειμένου μου (τα πάω καλύτερα με τον εαυτό μου ως αναγνώστη παρά ως συγγραφέα), αλλά αυτό προϋποθέτει μια χρονική απόσταση ανάμεσα στο τέλος της συγγραφής και τον μετέπειτα έλεγχό της, δηλαδή μια δύσκολη πειθαρχία.
Πάνω απ’ όλα, αισθάνομαι πάντα, πάντα, υπόλογη. Προς τον αναγνώστη φυσικά, αλλά κυρίως, και βασανιστικά, απέναντι στους ήρωες των βιβλίων μου. Οι νεκροί είναι ανυπεράσπιστοι. Εκτός από το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης του θανάτου, αυτή είναι η σκληρότερη αλήθεια για μας τους θνητούς. Η μνήμη, τα ίχνη που αφήνουμε πίσω μας, και πολύ περισσότερο τα ίχνη όσων κόπιασαν και ίσως θυσιάστηκαν για κάτι που θα αφήσει ίχνη, απαιτούν το μεγαλύτερο σεβασμό των ζωντανών – όμως υπόκεινται στις αυθαιρεσίες του κάθε παρόντος. Η Ιστορία είναι πάντα αυτός που τη λέει.
Για να δικαιολογηθώ λοιπόν για τα αδόκητα λάθη μου, ταμπουρώνομαι πίσω από τη λέξη «Μυθιστόρημα» -μόνο που το Μυθιστόρημα είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί υπηρετεί μια τέχνη ιδιότροπη που συνδυάζει τους πιο ανοιχτούς ορίζοντες της φαντασίας με τα πιο δύσβατα βάθη της αλήθειας. Ιστορικά πρόσωπα, πεταλούδες καρφιτσωμένες στα κάδρα τους που περιμένουν από εμάς να προσπαθήσουμε να φανταστούμε, να πλησιάσουμε και να περιγράψουμε ότι πραγματικά υπήρξαν· να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε και να αποδώσουμε το ελάχιστο πέρασμά τους από τη ζωή, και την αληθινή σημασία αυτού του περάσματος. Αυτό λοιπόν προσπαθώ κι εγώ να κάνω.



