Δεν μπορούμε όλα να τα θεωρούμε ίδια, δεν είναι η δουλειά τους να είναι ίδια…
Υπάρχουν το χθες, το προχθές, το ακόμα πιο πίσω… Το ένα φέρνει το άλλο και έτσι προχωράμε.
H ποιότητα είναι σκοπός ύπαρξης, αλλά και δουλειάς, γιατί τίποτα δεν χαρίζεται.
Το βαθύ «ναι» ως απάντηση στην κλήση, πυροδότησε στο εσωτερικό του μυαλού μου αλλεπάλληλες μουσικές αναμνήσεις. Είναι καταπληκτικό πώς, ορισμένοι άνθρωποι ταυτίζονται απόλυτα με την επαγγελματική ιδιότητά τους, γίνονται ένα μ’ αυτήν – κάτι που στη γλώσσα του μάρκετινγκ σηματοδοτεί κολοσσιαία επιτυχία. Δεν θα μπορούσε όμως να είναι αλλιώς σ’ αυτήν την περίπτωση. Γιατί είναι δεκαετίες ολόκληρες που ακούμε αυτή τη βαθιά, ευγενική φωνή. Στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στο κανάλι του YouTube. Μεγαλώσαμε μουσικά μαζί της, μας έμαθε τα ωραιότερα κομμάτια κάθε κατηγορίας – από την όπερα έως τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα, μας αφηγήθηκε ιστορίες για τους συνθέτες και τους ερμηνευτές, μας έδειξε τον κοινό παρονομαστή που ενώνει την ποιότητα της Κάλλας με αυτήν της Μαρινέλλας. «Κύριε Παπαστεφάνου, καλησπέρα σας!».
Ξέρω ότι το έχω ξαναπεί, αλλά θα το επαναλάβω: Oι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι, εκείνοι που προσφέρουν έργο και συνήθως μένουν στην ιστορία, είναι προσιτοί με τον πιο φυσικό τρόπο, αληθινά ευγενικοί και έχουν επίσης χιούμορ – πολλές φορές «αρτυμένο» με μεγάλη ποσότητα αυτοσαρκασμού. Αναφέρονται πάντοτε στους μέντορες και τους δασκάλους τους, έχουν ένα καλό λόγο για τους συνεργάτες τους, φροντίζουν με γενναιοδωρία τους μαθητές τους και είναι αφάνταστα υπομονετικοί με τους δημοσιογράφους που τους ζαλίζουν!
Ο μουσικός παραγωγός, δημοσιογράφος και στιχουργός Γιώργος Παπαστεφάνου με υποδέχτηκε με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, παραμονές των Βαΐων, με φόντο τη μεγάλη κακοκαιρία εκείνων των ημερών. Το πρώτο πράγμα που τον ρώτησα ήταν τι μουσική θα διάλεγε να ακούσει τις μακρές, σιωπηλές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, τότε που λες ότι και η πλάση σωπαίνει, προσδοκώντας την ώρα της Ανάστασης;
«Ό,τι ακούω κάθε φορά το Μεγάλο Σάββατο, αλλά και σε κάθε ανάλογη περίσταση: Εκκλησιαστικούς ύμνους – το πιο κατάλληλο των ημερών», είναι η άμεση απάντησή του. «Έχω κάνει πολλές εκπομπές γύρω από αυτό το θέμα και με την Ελένη Βιτάλη τότε που ήμουν στην ΕΡΤ και με την Ειρήνη Παπά είχαμε κάνει μια μεγάλη τέτοια παραγωγή. Έχω αδυναμία σε αυτή τη μουσική και στους εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως και στην κλασική μουσική με την οποία μεγάλωσα και την οποία βεβαίως δεν συνδέω μόνο με τη Μεγάλη Εβδομάδα, αλλά με όλη μου τη ζωή και με όλες τις ωραίες στιγμές μου. Είναι η μουσική που βάζω πάνω από όλες τις άλλες…».
-Θεωρεί ότι υπάρχει κοινό κλασικής μουσικής στην Ελλάδα, πέραν από τους φίλους του Μεγάρου Μουσικής;
«Μα δεν ξέρω αν και οι φίλοι του Μεγάρου είναι αληθινοί φίλοι της κλασικής μουσικής… Κοιτάξτε, είναι μια μουσική που δεν πουλιέται στα περίπτερα, θέλει μια παιδεία, θέλει μια επαφή, μια επικοινωνία, αλλά και μια γνώση παραπάνω, ίσως και περισσότερη ευαισθησία… Νομίζω πως είναι καθαρά θέμα παιδείας και αυτή την παιδεία εγώ την πήρα πάρα πολύ νωρίς, γιατί τέτοια ήταν και τα ακούσματα που είχα στο σπίτι μου. Πρέπει να πω, όμως, ότι και το κρατικό ραδιόφωνο φρόντισε να μας καλλιεργήσει αυτή την κουλτούρα. Μην ξεχνάτε ότι το τρίτο πρόγραμμα, που ξεκίνησε όταν εγώ ήμουν παιδί κι εξέπεμπε μόνο 5-6 ώρες καθημερινά, ήταν ένας σταθμός αφιερωμένος αποκλειστικά στην κλασική μουσική. Εκείνη την εποχή, βέβαια, υπήρχαν στεγανά γύρω από αυτό το είδος ακουσμάτων, αλλά και της μουσικής γενικά. Όταν, για παράδειγμα, ξεκίνησε το Φεστιβάλ Αθηνών, τα πράγματα ήταν πολύ αυστηρά και το Ηρώδειο άνοιγε τις πόρτες του μόνο σε συμφωνικές ορχήστρες και όπερα. Έτσι, το 1962 που ανακοινώθηκε ότι θα έδινε εκεί συναυλία ο Φρανκ Σινάτρα, από τα μεγαλύτερα αστέρια της εποχής, ξεσηκώθηκαν μεγάλες αντιδράσεις εναντίον της απόφασης να του παραχωρηθεί το αρχαίο θέατρο. Κάποιοι είπαν ότι το επόμενο βήμα θα ήταν να κάνουν το Ηρώδειο καζίνο και πάει λέγοντας. Με τον καιρό, ξεπεράστηκαν όλα αυτά και ήρθαν οι δικοί μας σπουδαίοι συνθέτες -Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος και άλλοι- που έφεραν κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης το ελληνικό τραγούδι και την παραδοσιακή μουσική μας. Όπως ήταν φυσικό, αυτή η πτώση των στεγανών δεν έγινε χωρίς τον κίνδυνο να βρεθούν ξαφνικά οι πόρτες ορθάνοιχτες στον οποιοδήποτε, αδιακρίτως. Για ένα διάστημα, υπέκυψε όντως σ’ αυτόν τον κίνδυνο το Ηρώδειο και μπερδεύτηκαν λίγο οι κόκκινες γραμμές των κριτηρίων εισόδου.
Προσωπικά, νομίζω ότι για να ανέβει ένας καλλιτέχνης και να προβληθεί ένα μουσικό είδος στη σκηνή του Ηρωδείου, θα πρέπει και ο ίδιος και η μουσική που εκπροσωπεί να μην απευθύνονται μόνο σε νυχτερινά κέντρα, για διασκέδαση με σπασίματα πιάτων. Θυμάμαι, όταν κάναμε παλιά τις μεταδόσεις από το Ηρώδειο και ήμουν με το συνεργείο της ΕΡΤ, σήκωνα ξαφνικά το κεφάλι και έβλεπα κάτω από τα αστέρια το περίβλημα της Ακρόπολης, τη σκιά αυτού του μαγικού μνημείου και με καταλάμβανε δέος. Αυτό πρέπει να το σεβαστούμε και να μάθουμε να διαχωρίζουμε και τα είδη της τέχνης και τους χώρους που τα φιλοξενούν. Δεν είναι όλα για όλα. Και μπορεί σήμερα αυτό να αποτελεί μια τάση, αλλά εγώ δεν το δέχομαι. Το απορρίπτω. Ορισμένα είδη τέχνης θέλουν κάτι παραπάνω: Μπορεί αυτό να λέγεται σεβασμός, μπορεί να λέγεται ενημέρωση, μπορεί να λέγεται γνώση ή μπορεί να λέγεται ευαισθησία… δηλαδή δεν μπορούμε όλα να τα θεωρούμε ίδια, δεν είναι η δουλειά τους να είναι ίδια…».
-Θα ήθελε σήμερα να καθίσει απέναντί του ένας πιτσιρικάς και να του εξηγήσει τι βρίσκει στους σύγχρονους ήχους, που εμείς θεωρούμε ρηχούς, μονότονους ή και βίαιους, χωρίς μελωδία;
«Αυτή την απάντηση την έχω πάρει εδώ και χρόνια, όχι από πιτσιρίκια, αλλά από την ίδια την ιστορία. Η ρυθμική αυτή μουσική απευθυνόταν από την αρχή σε νέο αίμα, σε νέους ανθρώπους. Δεν απευθυνόταν ούτε σε πολύ σκεπτόμενους ούτε σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ήταν μια τάση που ποντάριζε ακριβώς στο φλογερό ταπεραμέντο των νέων που θέλουν να χορέψουν, που έχουν μέσα τους τον έντονο ρυθμό και επιθυμούν να τον εκφράσουν. Είναι παλιά ιστορία. Τη συνέχισαν όλες οι χορευτικές μόδες, τη μιμήθηκαν όλες οι χώρες που ακολούθησαν τα βήματα της αμερικανικής σύγχρονης μουσικής και του τραγουδιού. Είναι νομίζω μια συνταγή η οποία είχε, μεταξύ άλλων, σαφώς καταναλωτικούς στόχους, καθώς πίσω από όλα αυτά λειτούργησαν μεγάλα συστήματα δισκογραφικών εταιρειών με καλλιτέχνες, μάνατζερ και συγκεκριμένη στρατηγική.
Δεν έγινε τίποτα στην τύχη. Ήταν όλα μελετημένα με πολύ ωραίο σύστημα και, βεβαίως, η αποδοχή ήταν παγκόσμια, ακόμα και στις πολύ μακρινές γωνιές της γης.
Τώρα, αν με ρωτάτε κατά πόσον θα επανέλθει κάποια στιγμή η πραγματική μελωδία στη μουσική, θα σας πω ότι έχει αποδειχθεί πως τα τραγούδια και οι μουσικές που έχουν επιβιώσει, που έχουν αντέξει στο χρόνο είχαν όλα δυνατή μελωδία. Βλέπουμε επίσης ότι, και στη σοβαρή λεγόμενη μουσική, όταν δεν υπάρχει μελωδία χρειάζεται το συμπλήρωμα – που είναι ο χορός. Έχουμε δει, δηλαδή, σύγχρονα έργα να στηρίζονται σε σύγχρονες χορογραφίες και να είναι αριστουργηματικά. Εκεί, δεν είσαι, απλώς, ακροατής, αλλά είναι ο συνδυασμός της ακρόασης και του θεάματος που σε απογειώνει. Με άλλα λόγια, πιστεύω ότι όταν η μουσική είναι μόνο ακρόαση, η μελωδία δεν μπορεί να λείπει. Το βλέπουμε σε όλες τις μορφές τέχνης που νίκησαν τον χρόνο, όπως π.χ. στο belcanto που, μετά από 2-3 αιώνες, εξακολουθεί να κυριαρχεί και να αγγίζει ακόμα και τη νεολαία».
-Του κάνει εντύπωση που η νεολαία σήμερα ακούει πολλή μουσική της δικής μας γενιάς, όπως τη ροκ που ακούγαμε εμείς;
«Όταν δεν υπάρχει κάτι καινούργιο, δυνατό για να υπερισχύσει, εύκολα καταφεύγουν ο άνθρωποι στα παλιότερα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Τότε που ήμουν 20 ετών, είχα κι εγώ το ενδιαφέρον να ανακαλύψω τι είχε προηγηθεί και έψαχνα να βρω τι ήταν το ταγκό, το βαλς, η ρούμπα, η σάμπα, το μάμπο κ.λ.π. Όλα αυτά ήταν μέρος της ιστορίας και της εξέλιξης της μουσικής του αιώνα μας και ήθελα να τα ξέρω».
-Άλλαξαν καθόλου τα γούστα του με το πέρασμα του χρόνου;
«Προσπάθησα από την αρχή, ανεξάρτητα από τα προσωπικά μου γούστα, να παρακολουθώ τι γίνεται, τουλάχιστον ως ακροατής. Δεν ξέρω δηλαδή αν θα αγόραζα έναν δίσκο μόνο και μόνο για να πω ότι ακούω π.χ. πολύ μοντέρνα μουσική, αλλά υπάρχει αυτό το άλλο που ψάχνω πάντα στη μουσική και δεν είμαι ποτέ κλειστός στο καινούριο. Και σ’ αυτό μπορείς να βρεις κάτι καλό, αλλά και στο παλιό μπορεί να ανακαλύπτεις συνεχώς πράγματα που αντέχουν στον χρόνο και αξίζουν. Στη δουλειά μου το έκανα πάντα αυτό για να γνωρίσουν και οι νεότεροι τα παλιά, έστω και αν πολλοί νομίζουν ακόμα ότι, όταν στις εκπομπές μου αναφερόμουν στο παρελθόν, το έκανα από νοσταλγία. Είναι λάθος όμως αυτό γιατί εγώ άρχισα τις εκπομπές πάρα πολύ νέος, τότε που δεν είχα απολύτως τίποτα να νοσταλγήσω. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να δείξω στον κόσμο αυτά που είχα μάθει – ότι υπάρχουν δηλαδή το χθες, το προχθές, το ακόμα πιο πίσω και το ένα φέρνει το άλλο και έτσι προχωράμε…».
-Μπόρεσε ποτέ η τηλεόραση να κλέψει από μέσα του λίγη από τη μαγεία του ραδιοφώνου;
«Το ραδιόφωνο ήταν το ξεκίνημά μου, ο πρώτος παιδικός μου έρωτας που, μεγαλώνοντας, έγινε και επάγγελμα. Αλλά, αν θέλετε να σας πω την αλήθεια, στην τηλεόραση έκανα τα δύσκολα πράγματα, εκεί έδωσα τις δύσκολες εξετάσεις, πήρα ρίσκα… Γιατί εκεί, δεν έχεις να παλέψεις μόνο με τον ήχο. Πρέπει να συνοδεύσεις τον ήχο με εικόνα και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Έτσι, έφτασα να κάνω τις τηλεοπτικές εκπομπές μου πάνω σε ένα σενάριο που εξυπηρετούσε το θέμα, όπως συμβούλευα και τους νεότερούς μου να κάνουν. Και χαίρομαι, γιατί ανακαλύπτω ότι όλα αυτά που έχω κάνει στην τηλεόραση, η ΕΡΤ τα έχει σεβαστεί και τα έχει διαφυλάξει, με αποτέλεσμα να γίνονται σήμερα πηγή μελέτης για τους νεότερους. Αυτό με ευχαριστεί πολύ, με συγκινεί, γιατί ο πλούτος που καθένας μας φτιάχνει -μιλώ για τον πνευματικό πλούτο- πρέπει να μοιράζεται. Αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης: Να αποτελεί μια σκυτάλη που περνάει στους επόμενους. Αυτό είναι το θαύμα της τέχνης, η έννοια του κλασικού και του αθάνατου ταυτόχρονα».
-Τελικά, τι του έχει μείνει;
«Ξέρετε, όταν ξεκίνησα εγώ, η τηλεόραση ήταν ακόμα στα πρώτα της βήματα και ήταν αρκετό να καλέσεις έναν καλλιτέχνη, έναν τραγουδιστή, έναν συνθέτη, να κουβεντιάσεις λίγο πρόχειρα μαζί του, στα ενδιάμεσα να ακουστούν και κάποια δείγματα της δουλειάς του και τέρμα. Πολύ σύντομα κατάλαβα, όμως, ότι αυτό δεν φτάνει, ότι πρέπει να υπάρχει πάντα και το στοιχείο της έκπληξης που θα κρατήσει τον θεατή στην πολυθρόνα του, γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο να τον κρατήσεις μπροστά στην τηλεόραση όταν δεν έχεις κάτι ενδιαφέρον να του πεις. Έτσι, κατέληξα να κάνω τις εκπομπές μου τόσο σύνθετες και δύσκολες που ήθελαν δύο και τρεις μήνες δουλειάς και γυρισμάτων σε συνεργασία με το κινηματογραφικό συνεργείο. Ως αποτέλεσμα, αντί να κάνω εκπομπές εβδομαδιαίες ή και καθημερινές, να κάνω εκπομπές που παίζονταν μόνο όταν ήταν έτοιμες και είχαν κάτι να πουν. Πολλοί με ειρωνεύονταν γι’ αυτό, αλλά εγώ μέσα μου καμάρωνα γιατί ήξερα ότι δεν ασχολιόμουν με ασήμαντα πράγματα. Άλλωστε, ποτέ δεν μου έλεγε κάτι η αναγνωρισιμότητα – δηλαδή να περπατάω στον δρόμο και να μου μιλούν επειδή με είδαν στην τηλεόραση. Με ενδιέφερε μόνο να ξέρω ότι αυτό που δίνω προσθέτει κάτι στην ψυχή του θεατή ή του ακροατή. Ότι κάτι παίρνει από μένα και το φυλάει με την ίδια στοργή στη ζωή του και στην καρδιά του. Άρα όχι, η ποιότητα δεν είναι μια αξία σε έκπτωση. Το αντίθετο, η ποιότητα είναι ένας σκοπός ύπαρξης και δουλειάς βεβαίως, γιατί τίποτα δεν χαρίζεται. Όλα θέλουν πάρα πολύ κόπο…»
-Σήμερα, νιώθει χορτάτος;
«Η ζωή μού έδωσε πάρα πολλά περισσότερα απ’ όσα ζήτησα και γι’ αυτό είμαι ευγνώμων… Όχι, δεν μου λείπει τίποτα, μόνο υγεία εύχομαι γιατί εκεί αντιμετωπίζω κάποια προβλήματα… Και πάλι, όμως, είναι φυσικό στην ηλικία που έχω φτάσει». Του λέω να εύχεται και τύχη, γιατί και η υγεία θέλει κι αυτή λίγη τύχη. Συμφωνεί απόλυτα. «Πρέπει να παραδεχτώ ότι η τύχη ήταν πάντα με το μέρος μου. Άλλωστε, στην τύχη χρωστάω και την καριέρα μου στο ραδιόφωνο. Δεν είχα κλείσει ακόμα τα 20, όταν προσπάθησα να επικοινωνήσω με μια κυρία που έκανε εκπληκτικές εκπομπές στο ραδιόφωνο και ήμουν φανατικός ακροατής της. Την κυνήγησα όσο μπορούσα, επέμεινα πολύ και κατάφερα να της τραβήξω κάπως την προσοχή. Εκείνη, φαίνεται ότι είδε σε μένα κάποια στοιχεία και μου πρότεινε να δουλέψω μαζί της. Ήταν η Φραγκίσκη Ψαχαροπούλου – Καρόρη και αυτό ήταν ένα από τα πολύ μεγάλα λαχεία της ζωής μου: Ότι σχεδόν στα 20 μου χρόνια γνώρισα αυτή τη γυναίκα, που μου άνοιξε τον δρόμο για να μπω στο ραδιόφωνο. Μετά το ραδιόφωνο ήρθαν όλα τα άλλα – και η τηλεόραση και οι δίσκοι και τα τραγούδια. Όντως η τύχη ήταν με το μέρος μου και δεν έχω παρά να πω ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ…»
Σημείωση Αρθρογράφου
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου δεν χάνει ποτέ ευκαιρία ν’ αναφερθεί σ’ αυτήν τη μεγάλη δασκάλα του, που του άνοιξε το δρόμο και τον στήριξε στα πρώτα βήματά του. Ως ένα μικρό δώρο προς εκείνον και φόρο τιμής για εκείνη, παραθέτουμε εδώ μερικά αποσπάσματα που είχε γράψει, το 2005, στην Καθημερινή, η Ελένη Μπίστικα, με την αφορμή του θανάτου της: «Τα παιδιά, οι νέοι και η μουσική ήταν ο κόσμος της Φραγκίσκης Ψαχαροπούλου – Καρόρη που έζησε μια ζωή πλούσια σε πολιτιστική δημιουργία. Γεννημένη στην Αθήνα, με καταγωγή από τη Σίφνο, μπήκε στον κόσμο της μουσικής από 4 χρόνων. (…) Το ραδιόφωνο την κέρδισε από πολύ νέα. Ως παραγωγός μουσικών εκπομπών και προγραμμάτων γνώρισε προσωπικότητες των Γραμμάτων και της Τέχνης που πέρασαν ως γενικοί διευθυντές και συνεργάτες, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Χριστόδουλος Τσιγάντες, ο Πύρρος Σπυρομήλιος, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Λάμψας, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Μετά τη μεταπολίτευση στρατεύθηκε στην τηλεόραση. Παρουσίασε τη «Μουσική Ανθολογία», κύκλο εκπομπών σοβαρής μουσικής, και τον «Κόσμο της μουσικής», σειρά εκπομπών για το νεανικό κοινό και που έδωσε την ευκαιρία σε νεαρούς μουσικούς να εμφανιστούν στην τηλεόραση, όπως ο Δημήτρης Σγούρος, ο Λεωνίδας Καβάκος, η Έλενα Παπανδρέου, ο Γιάννης Γεωργιάδης, ο Γιώργος Λαζαρίδης, η Σόνια Θεοδωρίδου, ο Διονύσης Μαλλούχος, ο Στέφανος Κορκολής, που η μετέπειτα σταδιοδρομία τους απέδειξε πόσο ήξερε να αναγνωρίζει ταλέντο και συνέπεια η Φραγκίσκη».


Γιώργος Παπαστεφάνου – Βιογραφικό
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι από τους πλέον γνωστούς και καταξιωμένους Έλληνες μουσικούς παραγωγούς, ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παρουσιαστής, δημοσιογράφος και στιχουργός. Ως μαθητής φοίτησε στη Βαρβάκειο Σχολή και, στη συνέχεια, σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Μεγάλωσε σε ένα αστικό, ιδιαίτερα καλλιεργημένο περιβάλλον το οποίο καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξή του. Θείοι του από την πλευρά της μητέρας του ήταν οι συγγραφείς και λογοτέχνες Εμμανουήλ και Νίκος Κάσδαγλης. Ο αδερφός του πατέρα του υπήρξε επιστήθιος φίλος του Νίκου Καζαντζάκη, με τον οποίο κράτησε αλληλογραφία μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος, από την παιδική του ηλικία άκουγε ραδιόφωνο. Παρόλο που μεγάλωσε με κλασική μουσική, το κοινό τον γνώρισε κυρίως από τη σχέση του με το ελληνικό έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Σε ηλικία σχεδόν 19 ετών, ξεκίνησε η ενασχόλησή του με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας – ως μαθητευόμενος αρχικά και στη συνέχεια επαγγελματικά – μια ενασχόληση που σταμάτησε το 2011 στην ΕΡΤ. Εκεί, τον Δεκέμβριο 2025, στο πλαίσιο μιας μικρής τελετής, ο Γιώργος Παπαστεφάνου δώρισε στην Ελληνική Ραδιοτηλεόραση το πολύτιμο αρχείο του με 7.000 δίσκους βινυλίου, εκδόσεις και φωτογραφίες, ενώ του ανακοινώθηκε η μετονομασία της αίθουσας της ταινιοθήκης της ραδιοφωνίας, σε Αίθουσα Γιώργου Παπαστεφάνου.



