«Άστα τα πολλά διαβάσματα και κοίτα να βρεις ένα καλό παιδί…» «Ότι κάνει η γυναίκα μέχρι τα 25, από εκεί και πέρα, αν δεν έχεις παντρευτεί… το ράφι ξεσκονίζεται…» «Ότι γίνει τώρα που είσαι μικρή, γιατί άμα παραμεγαλώσεις… άντε να δούμε ποιος θα σε πάρει…»
Θυμόταν αυτές τις ατάκες από τους γονείς και τους παππούδες της η Αλεξάνδρα, καθώς μαγείρευε και ετοίμαζε τη γιορτή για τα γενέθλιά της απόψε το βράδυ. «Βαρύ το νούμερο» μονολόγησε καθώς σκεφτόταν τα 48 κεράκια στην τούρτα… κι εκείνη η φωνή μέσα της λες και αντηχούσε τις στενάχωρες κουβέντες των δικών της στις γιορτές και στα τραπέζια, κάθε φορά που ερχόταν η κουβέντα και η προσοχή σ’ εκείνην…
Ένιωθε ακόμα τα βλέμματά τους καρφωμένα πάνω της με παράπονο ανακατεμένο με επίκριση… «πάει χάθηκε το τρένο» έλεγαν, λες κι εκείνη έφταιγε που δεν είχε καταφέρει να παντρευτεί και να κάνει παιδιά πριν από το «κρίσιμο νούμερο των 25»… Και δεν έχαναν ευκαιρία, γονείς, θείες, παππούδες να τη φέρνουν την κουβέντα κάθε φορά, σε κάθε γιορτή, σε κάθε τραπέζι, λες και μ’ αυτή τους τη στάση θα κατάφερναν κάτι… Το μόνο που κατάφερναν είναι να φεύγει αμέσως μετά το φαγητό η Αλεξάνδρα σαν κυνηγημένη, για να πάει να χουχουλιάσει στη ζεστασιά και την ασφάλεια του καναπέ της. Στο δικό της όμορφο σπιτάκι που είχε φτιάξει εδώ και αρκετά χρόνια με το προσωπικό της γούστο: Ένα ρετιρέ διαμέρισμα στο Κολωνάκι, που το αγόρασε με δικά της χρήματα, ένα όνειρο που λαχταρούσε από μικρή…
Από τότε, στα δεκαέξι-δεκαεφτά της που της έφερναν το ένα προξενιό μετά το άλλο, τότε που οι μισές συμμαθήτριές της διάβαζαν για τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, κι οι άλλες μισές σχεδίαζαν σπουδές στο εξωτερικό, ένα όνειρο είχε η Αλεξάνδρα: Να σπουδάσει με κάθε θυσία κι εκείνη, να εργαστεί και να έχει τα δικά της χρήματα, να είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη, ώστε κανένας, μα κανένας να μην μπορεί να της ορίσει τη ζωή της.
Γι’ αυτό και δεν μιλούσε πολύ, δεν ανοιγόταν σε κανέναν, και δεν εμπιστευόταν κανέναν, ούτε την ίδια της τη μητέρα, που ήταν τόσο φοβισμένη, κυριολεκτικό «υποχείριο» κάτω από τον αυστηρό και σκληρό της πατέρα. Το μυαλό της έτρεχε συνεχώς στο πώς θα τα καταφέρει, κι ευτυχώς η τύχη της χαμογέλασε με τον δικό της τρόπο: Τρεις μήνες πριν τελειώσει το λύκειο η Αλεξάνδρα, η γιαγιά της αρρώστησε βαριά, και επειδή οι γονείς της δεν μπορούσαν να τη συνοδεύσουν στην Αθήνα -είχαν να φροντίσουν τις δουλειές και τα μικρότερα αδέλφια της στην Καλαμάτα που ζούσαν- την έστειλαν στην Αθήνα με τη γιαγιά.
Τις συνόδεψε η μητέρα της και έμεινε για λίγες εβδομάδες ώσπου να εγκατασταθούν, να μπει η Αλεξάνδρα στην τελευταία τάξη του λυκείου στην Αθήνα και να ξεκινήσουν οι θεραπείες της γιαγιάς, μέρα παρά μέρα στο νοσοκομείο και στο σπίτι. Παρά το βαρύ φορτίο, η Αλεξάνδρα όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε -αντίθετα-φρόντιζε τη γιαγιά της, ενώ παράλληλα διάβαζε ασταμάτητα και κατάφερε λίγους μήνες μετά να έχει τελειώσει το Λύκειο με άριστα, να έχει περάσει στην ΑΣΟΕΕ που ονειρευόταν, και να έχει βρει και μια δουλειά σαν βοηθός σε μεγάλη εταιρία λογιστών.
Έτσι, όταν αποθεραπεύτηκε η γιαγιά της και έπρεπε να επιστρέψει στην Καλαμάτα, η Αλεξάνδρα στύλωσε τα πόδια και δήλωσε στους δικούς της πως εκείνη δεν θα επιστρέψει. Η απάντησή τους ήρθε σκληρή αλλά αναμενόμενη «αφού θέλεις να κάνεις του κεφαλιού σου, σου γυρίζουμε κι εμείς την πλάτη… τουλάχιστον να μην μας κατηγορήσει κανείς για τον στραβό δρόμο που πήρες!»
Για αρκετά χρόνια η Αλεξάνδρα ρίχτηκε με τα μούτρα στις σπουδές και στη δουλειά της: Τα τριάντα της τη βρήκαν σε ψηλόβαθμη θέση ευθύνης, με το δικό της όμορφο σπιτάκι όπως το ονειρευόταν, και με το ενεργητικό δυο σχέσεων που έληξαν άδοξα και με παρόμοιο τρόπο: Η Αλεξάνδρα δεν αφηνόταν να «ακουμπήσει», να μοιραστεί και να δοθεί σε μια σχέση ολοκληρωτικά ούτε πρακτικά, ούτε συναισθηματικά. Μόλις το πράγμα σοβάρευε και ερχόταν η στιγμή για το «επόμενο βήμα», εύρισκε τρόπους να απομακρύνεται…
Πέντε χρόνια μετά, «έφυγε» ο πατέρας της, χωρίς ένα αντίο -μεγάλη πίκρα αυτή- όμως τουλάχιστον την πλησίασε η μητέρα, οι παππούδες και τα αδέλφια της που λάτρευε. Είχαν μεγαλώσει πια και ζούσαν στην Αθήνα, έτσι, φρόντιζαν να βρίσκονται πάντα στις γιορτές και στα γενέθλια, κάτι που γέμιζε την Αλεξάνδρα χαρά, εξαιρώντας βέβαια εκείνες τις «δύσκολες» κουβέντες περί «χαμένου τρένου», μια έκφραση που ηχούσε σαν καμπανάκι στα αυτιά της από τότε, δεκαπέντε χρόνια πριν που της την πρωτοείπαν. «Πάει, τόχασες εσύ πια το τρένο» και δώστου και έτρεχαν τα μάτια της…
«Έλα, πάλι σε πήρε από κάτω μέρα που είναι…» της φώναξε τρυφερά η κολλητή της η Κατερίνα που ήρθε να τη βοηθήσει για τις ετοιμασίες. «Τα πενήντα κοντεύω» αντέκρουσε η Αλεξάνδρα «μάλλον κάποιο δίκιο είχαν και το λέγανε…» πήγε να συνεχίσει, αλλά κόπηκε απότομα από τη φίλη της που την έπιασε από τους ώμους, την κάθισε κάτω, την κοίταξε στα μάτια και της είπε στιβαρά:
«Αλεξάνδρα σύνελθε: Δεν γίνεται να ζεις στην εποχή της γιαγιάς σου! Ο κόσμος έχει αλλάξει, εσύ έχεις μια λαμπρή, πετυχημένη καριέρα, και είσαι θεά! Μια γυναίκα 48 χρονών σήμερα είναι σαν τριαντάρα και λιγότερο: Δεν υπάρχουν σήμερα τρένα που έφυγαν και δεν ξαναγυρνούν, κατάλαβέ το! Η ζωή θα σου φέρει όσα τρένα θέλεις, κι ΕΣΥ θα αποφασίσεις σε ποιο θα ανέβεις!»
Έμεινε αποσβολωμένη να την κοιτά η Αλεξάνδρα, καθώς χτύπησε το κουδούνι, κι η Κατερίνα έτρεξε στην πόρτα, παρέλαβε την τεράστια ανθοδέσμη και διάβασε δυνατά την κάρτα: «Περιμένοντας την αποψινή βραδιά. Γοητευμένος, Κ.» «Βρε μπας και το τρένο σου το λένε Κώστα;» γέλασε όλο πονηριά κλείνοντας το μάτι στην κολλητή της, καθώς έβαζε τα πανέμορφα κόκκινα τριαντάφυλλα στο βάζο.


