1000+1 πρώτες

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: 

Ένα ακόμη πρωινό;

Ο ήλιος τρύπωνε από τις γρίλιες των ξύλινων παντζουριών και ακουμπούσε στο σεντόνι, σαν να ήταν ο μόνος που ήξερε τον δρόμο.

Από τον κήπο ανέβαινε η μυρωδιά μιας ανθισμένης νεραντζιάς κι από την κουζίνα ο καφές.

Ο Πρίμο άνοιξε τα μάτια.

Έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας τις ξύλινες τραβέρσες του ταβανιού. Κάτι μέσα του χαμογελούσε πριν προλάβει να πάρει ο ίδιος την απόφαση. Ο κόσμος ήταν εκεί, στη θέση του, και όμως έμοιαζε φρεσκοφτιαγμένος.

Γύρισε το κεφάλι.

Στην πολυθρόνα —δίπλα στο παράθυρο— καθόταν μια κοπέλα με κίτρινο φόρεμα και μαλλιά πιασμένα ψηλά. Στα γόνατά της ακουμπούσε ένα χοντρό δερμάτινο ημερολόγιο. Τα μάτια της, φωτεινά μα και λίγο κουρασμένα, τον κοιτούσαν σαν να διάβαζαν κάτι που το ξέρουν ήδη απέξω, μα φοβούνται να το ομολογήσουν.

«Καλημέρα, σινιορίνα», είπε εκείνος. «Συγγνώμη… σας γνωρίζω;»

Η κοπέλα έκλεισε το ημερολόγιο.

«Τζόγια.»

«Χαίρω πολύ, Τζόγια. Πρίμο.»

«Το ξέρω.»

Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και κοίταξε γύρω του: την ντουλάπα, το κομοδίνο, την πόρτα που οδηγούσε κάπου που μύριζε καφέ.

«Το ξέρεις; Και πού βρίσκομαι;»

«Στο σπίτι», απάντησε κι απέφυγε να βάλει στο τέλος το «μας».

«Μόνος;»

Η Τζόγια χαμογέλασε.

«Μμμ! Όχι ακριβώς.»

«Ελπίζω να μην σας προσβάλλω, δεσποινίς, αλλά αν ζούσα μαζί σας, δεν θα το θυμόμουν;»

Το χαμόγελό της έμεινε στη θέση του. Μόνο τα δάχτυλά της σφίχτηκαν για μια στιγμή πάνω στο δερμάτινο εξώφυλλο.

«Θα το συζητήσουμε με τον καφέ. Σε λίγο.»

Βγήκε. Στο κομοδίνο, δίπλα του, υπήρχε μια φωτογραφία. Την κοίταξε. Ένας άντρας και μια γυναίκα γελούσαν κάτω από μια κληματαριά. Τον άντρα τον αναγνώρισε. Μα η γυναίκα; Έμοιαζε με την κοπέλα αυτή εδώ, με το κίτρινο φόρεμα.

Όταν η Τζόγια γύρισε με δύο φλιτζάνια, κρατούσε και μια δεύτερη φωτογραφία. Την ακούμπησε δίπλα στην πρώτη.

«Αυτοί είμαστε εμείς», είπε, δείχνοντας το αγκαλιασμένο ζευγάρι.

Ο Πρίμο κοίταξε πρώτα τις φωτογραφίες και μετά την κοπέλα απέναντί του.

«Ωραία! Και τι έγινε;»

Η Τζόγια σκοτείνιασε. Και μαζί χάθηκε και το χαμόγελο του Πρίμο. 

 Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

«Πριν από πολύ καιρό μάλωσες με έναν ηλεκτρικό πίνακα», είπε, όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε. «Εκείνος κράτησε τις αναμνήσεις σου, κι εσύ κατάφερες να κρατήσεις τη ζωή σου. Από τότε, κάθε φορά που κοιμάσαι, η μνήμη της μέρας σβήνει. Το πρωί ξεκινάς από την αρχή.»

Η φράση ήταν στρογγυλεμένη από τη χρήση, σαν βότσαλο που το γλύφει το ίδιο κύμα για χρόνια. Την είχε πει τόσες φορές που δεν σφιγγόταν πια το στόμα της, ούτε την πονούσε. Πονούσε αλλού.

Ο Πρίμο κοίταξε τα χέρια του. Στον δείκτη του δεξιού χεριού διέκρινε μια λεπτή λευκή ταινία. Μια ουλή!

«Και χθες;»

Η Τζόγια δίστασε.

«Χθες το βράδυ με ρώτησες αν θα σε παντρευόμουν.»

Εκείνος σήκωσε απότομα το κεφάλι.

«Και τι απάντησες;»

«Ναι.»

Την κοίταξε λίγα δευτερόλεπτα. Μετά άφησε μια ανακουφισμένη ανάσα κι ένα γελάκι.

«Ευτυχώς. Θα ήταν πολύ άβολο να ξεκινήσω τη ζωή μου με μια απόρριψη.»

Η Τζόγια γέλασε. «Κάθε πρώτη φορά και μια χαρά», είπε.

«Τι;»

«Δική σου φράση. Την έλεγες πριν από όλα αυτά.»

Ο Πρίμο δοκίμασε τον καφέ.

«Καλός! Ο καφές είναι καλός.»

«Αυτόν δεν τον αμφισβήτησες ποτέ.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Επανάληψη;

Βγήκαν στην πόλη λίγο μετά τις εννιά. Ο Πρίμο περπατούσε σαν να είχε στηθεί ο κόσμος γύρω ειδικά για εκείνον. Σταμάτησε μπροστά σε ένα σιντριβάνι. Χάιδεψε τον κορμό μιας γέρικης ιτιάς. Όταν χτύπησε η καμπάνα, στάθηκε ακίνητος με το πρόσωπο γυρισμένο προς τον ήχο, όπως γυρίζει κάποιος προς μια φωνή.

Στο ζαχαροπλαστείο διάλεξε παγωτό φιστίκι. Πάντα φιστίκι.

«Το αγαπημένο σου», είπε η Τζόγια.

«Πώς το ξέρεις;»

«Σε ξέρω.»

«Πρέπει να είναι πολύ βολικό να ξέρει κάποιος τα πάντα για σένα κι εσύ τίποτα γι’ αυτόν.»

Η Τζόγια δεν απάντησε αμέσως.

«Δεν είναι πάντα βολικό.»

Στην πλατεία της πρόσφερε το μπράτσο του με μια επισημότητα που την έκανε να γελάσει.

«Σινιορίνα Τζόγια, θα μου επιτρέψετε να σας συνοδεύσω;»

«Με μεγάλη μου χαρά, Σινιόρε Πρίμο.»

Υποκλίθηκε.

«Τότε οφείλω να σας ενημερώσω ότι σκοπεύω να σας ερωτευτώ.»

«Φιλόδοξο σχέδιο διάρκειας μίας μέρας.»

«Μάλλον δεν διαθέτω παραπάνω.»

Η Τζόγια χαμήλωσε το βλέμμα.

Στο μικρό καφέ κάτω από την κληματαριά, ο Πρίμο ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι. Η Τζόγια το άγγιξε με τα ακροδάχτυλα.

Εκείνος γύρισε απότομα.

«Στάσου.»

Έπιασε το χέρι της και το κράτησε μέσα στο δικό του. Έκλεισε τα μάτια.

«Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Το μυαλό μου δεν σε θυμάται. Στο χέρι μου όμως είσαι γνώριμη. Σε ξέρει.»

Η Τζόγια έμεινε ακίνητη.

Λίγο αργότερα εκείνη μπήκε στο καφέ να παραγγείλει κι  ο Πρίμο είδε το ημερολόγιο πάνω στο τραπέζι αφημένο. Δίστασε για λίγο, μα μετά το άνοιξε.

Σελίδες γεμάτες με τον ίδιο γυναικείο γραφικό χαρακτήρα. Ημερομηνίες. Σχόλια. Σκέψεις. Και δύο στήλες: «Τον φοβίζει», «Του αρέσει». Παγωτό φιστίκι, ελιές, τα κόκκινα παντζούρια. Οι καμπάνες, με τρία σβησμένα «ναι» και τρία σβησμένα «όχι». Και στα περιθώρια, με πιο βιαστικό χέρι, ημερομηνίες, χρονολογίες. 

14 Μαρτίου: γίναμε ξένοι.

22 Ιουνίου: με ερωτεύτηκε σαν τρελός στην αγορά.

26 Σεπτεμβρίου: έκλαψε γιατί φοβήθηκε την αλήθεια. Τον κράτησα αγκαλιά ως το πρωί.

3 Νοέμβρη: Σήμερα του φώναξα. Μετάνιωσα. 

Όταν η Τζόγια επέστρεψε, το είχε ήδη κλείσει. Όχι όμως αρκετά γρήγορα.

«Συγγνώμη», της είπε, με το βλέμμα χαμηλωμένο, όπως του παιδιού που το πιάνεις πάνω στη σκανταλιά.

«Δεν πειράζει. Είναι για σένα.»

«Για μένα;» Ο Πρίμο το κοίταξε. «Εδώ είμαι μόνο εγώ; Τι μου αρέσει, τι με φοβίζει, πότε έκλαψα. Εσύ πού είσαι;»

«Εγώ δεν χρειάζεται να είμαι γραμμένη εκεί. Εγώ θυμάμαι, εδώ», είπε και έδειξε με τον δείκτη τον κρόταφό της.

«Αυτό δεν είναι απάντηση, Τζόγια. Είναι… υπηρεσία.»

«Υπηρεσία;» επανέλαβε εκείνη. «Κάθε πρωί σου μαθαίνω ξανά ποιος είσαι. Κάθε βράδυ…»

Σταμάτησε. Το υπόλοιπο δεν το συνέχισε. Έπιασε το φλιτζάνι, για να έχει κάτι να κρατάει.

«Απόλαυσε το παγωτό σου», είπε. «Λιώνει.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Πάλι σκοτεινιάζει;

Αργά το απόγευμα ανέβηκαν στον λόφο, στις παρυφές της πόλης.

Ο ουρανός είχε αρχίσει να σβήνει από τη μεριά της δύσης. Κάθισαν σ’ ένα χαμηλό πέτρινο τοιχάκι και ο Πρίμο ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο της.

«Τζόγια;»

«Ναι;»

«Νομίζω πως σήμερα ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου.»

«Χαίρομαι.»

«Δεν χαίρεσαι όμως αρκετά.»

Η Τζόγια γύρισε και τον κοίταξε.

«Τι εννοείς;»

«Εγώ τώρα ανακαλύπτω τον κόσμο. Εσύ μοιάζεις σαν να τον έχεις χάσει.»

Τράβηξε το χέρι της. Δεν είχε έτοιμη απάντηση.

«Κουράστηκα λίγο.»

Ο Πρίμο σηκώθηκε αμέσως.

«Συγγνώμη. Μιλάω όλη μέρα για μένα.»

«Είναι μια συνήθεια που έχεις.»

«Και αύριο; Θα την έχω ακόμα;»

«Πιθανότατα.»

«Τότε αύριο θα προσπαθήσω να ακούω περισσότερο.»

Η Τζόγια δεν του είπε ότι αυτή την υπόσχεση την είχε ακούσει και άλλες φορές. Τον άφησε να την αγκαλιάσει.

Όταν έπεσε το σκοτάδι, το κεφάλι του βάρυνε. Ύστερα ανασηκώθηκε απότομα.

«Τζόγια.»

«Εδώ είμαι.»

«Αν κοιμηθώ, αύριο δεν θα σε θυμάμαι.»

Δεν ήταν ερώτηση.

«Όχι.»

Ούτε αυτή ήταν απάντηση.

«Ούτε τη σημερινή μέρα.»

«Ίσως.»

Σηκώθηκε και περπάτησε λίγα βήματα. Κάτω, η πόλη άναβε ένα ένα τα φώτα της.

«Μα μόλις σε γνώρισα», είπε. «Και μόλις σε ερωτεύτηκα. Πώς γίνεται να είναι δική μου μια αγάπη που αύριο ίσως δεν θα τη θυμάμαι;»

Η Τζόγια σηκώθηκε και τον πλησίασε. Ήξερε τις σωστές απαντήσεις, όλες. Τις είχε μαζέψει πολύ καιρό, μα απόψε όλες της φάνηκαν ψεύτικες. Κι αυτό το «ίσως δεν θα τη θυμάμαι»; Η ελπίδα κάθε νύχτας της. Ένα ίσως. Και η ματαίωση κάθε πρωινού της.

«Δεν ξέρω, Πρίμο.»

Εκείνος την κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Το όνομά μου δεν θα το θυμάσαι», είπε η Τζόγια. «Το πώς με κοιτάς, όμως, το έχω δει να επιστρέφει. Αυτό το ξέρω.»

«Φοβάμαι», είπε ο Πρίμο.

«Κι εγώ.»

Η ομολογία τον έκανε να σωπάσει.

«Εσύ;»

«Ναι. Κι εγώ φοβάμαι τη νύχτα. Δεν στο έχω πει ποτέ.»

Ο Πρίμο έβαλε το χέρι του στο μάγουλό της.

«Τότε θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να φοβόμαστε λιγότερο.»

Το μέτωπό της ακούμπησε στο δικό του. Κι αναστέναξε.

«Θα προσπαθήσουμε.»

Εκείνος τράβηξε το χέρι του από το μάγουλό της και έσκυψε, προσπαθώντας να γονατίσει στο χώμα, χωρίς δαχτυλίδι, χωρίς λόγια έτοιμα. Έκοψε ένα τριφύλλι και της το έδωσε.

«Θα με παντρευτείς;»

Η Τζόγια πήρε το τριφύλλι με δύο δάχτυλα, σαν να ήταν δαχτυλίδι. Γέλασε.

«Μου το ζητάς κάθε βράδυ. Στο ίδιο σημείο. Με ένα τριφύλλι.»

«Και τι απαντάς;»

«Ναι. Κάθε βράδυ.»

«Τότε», είπε ο Πρίμο, και σηκώθηκε, «δεν είναι και πολύ κακή ιδέα να σου το ξαναζητήσω αύριο. Τι λες;»

Και τα χείλη του ακούμπησαν απαλά το χέρι της. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Κάτι ακόμα;

Στο σπίτι, ξάπλωσε χωρίς να πει άλλη λέξη. Λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, της έπιασε το χέρι.

«Αν αύριο δεν σε γνωρίζω, θα μου συστηθείς ξανά;»

«Αν θέλεις.»

«Ναι, θέλω.»

Σε λίγα λεπτά κοιμόταν, με τα δάχτυλά του ακόμα πλεγμένα γύρω από τα δικά της. Εκείνη περίμενε αρκετά, πριν τα ελευθερώσει.

Πήγε στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο και άνοιξε το ημερολόγιο προς το τέλος του. Έβαλε το νέο της τριφύλλι δίπλα στα άλλα. Δεκάδες αποχρώσεις του πράσινου σωρεύονταν εκεί. Μετά γύρισε πάλι στην αρχή, ψάχνοντας τη σημερινή σελίδα. Τη βρήκε. Στην κορυφή της  έγραφε 28 Απριλίου. Συνήθως κατέγραφε εκεί όσα έπρεπε να θυμάται ο Πρίμο. Τι του άρεσε, τι τον φόβισε, ποιες ερωτήσεις έκανε. 

Έμεινε πολλή ώρα να κοιτάζει το λευκό χαρτί. Σκέφτηκε τη συζήτηση μαζί του. ´Ένα βιβλίο που έχει μέσα του μόνο τον έναν από τους δύο δεν είναι ιστορία αγάπης. Είναι απογραφή.

Έγραψε:

Σήμερα ο Πρίμο με ερωτεύτηκε ξανά.

Φάγαμε παγωτό φιστίκι και γέλασα με όλη μου την καρδιά.

Στον λόφο με ρώτησε γιατί είμαι λυπημένη. Δεν θυμάμαι πότε με είχε ρωτήσει τελευταία φορά.

Του είπα μετά ότι φοβάμαι κι εγώ τη νύχτα. Δεν το είχα ομολογήσει ως τώρα.  

Αυτό θέλω να το θυμάμαι. Εγώ.

Συμπλήρωσε κάτι ακόμα, έκλεισε το ημερολόγιο και το άφησε πάνω στο τραπεζάκι, αυτή τη φορά χωρίς να το κρύψει. Ξάπλωσε δίπλα του. Δεν ήξερε αν θα άντεχε άλλες χίλιες πρώτες φορές. Δεν ήξερε αν η αγάπη, όσο μεγάλη κι αν είναι, σηκώνει μόνη της το βάρος μιας ολόκληρης ζωής.

Ήξερε μόνο ότι το πρωί θα ξημέρωνε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: Και μία;

Ο ήλιος τρύπωνε από τις γρίλιες των ξύλινων παντζουριών. Από τον κήπο ανέβαινε η μυρωδιά μιας νεραντζιάς κι από την κουζίνα, για πρώτη φορά, τίποτα. Κανείς δεν είχε φτιάξει καφέ.

Ο Πρίμο άνοιξε τα μάτια.

Έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας τις ξύλινες τραβέρσες. Ύστερα γύρισε το κεφάλι και είδε μια κοπέλα ξαπλωμένη δίπλα του, ξύπνια, με μαλλιά ανακατεμένα κι ένα ροζ νυχτικό.

«Μπουόν τζόρνο», είπε. «Συγγνώμη… ποια είστε;»

Η κοπέλα χαμογέλασε. Δεν ήταν το χαμόγελο που είχε κάνει πρόβα.

«Τζόγια.»

«Χαίρω πολύ. Εγώ είμαι ο Πρίμο.»

«Χαίρω πολύ», είπε εκείνη. «Κι εγώ ξεκινάω σήμερα.»

Ο Πρίμο ανασηκώθηκε στον αγκώνα και την κοίταξε με περιέργεια.

«Είναι κάποιο είδος… παιχνιδιού να ξυπνάς εδώ;»

«Λέω πως ναι.»

«Τότε ας ξεκινήσουμε.» Έκανε μια παύση. «Κάθε πρώτη φορά και μια χαρά. Δεν ξέρω από πού μου ’ρθε αυτό.»

Η Τζόγια έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

«Θα στο πω με τον καφέ», είπε.

Και αυτή τη φορά, όταν σηκώθηκε να τον φτιάξει, δεν κρατούσε τίποτα στα χέρια της.

Υ.Γ. Στο καφετί δερμάτινο ημερολόγιο —πάνω στο τραπεζάκι— υπήρχε μια τελευταία καταγραφή: Σταμάτησα να μετράω στις χίλιες. Από ‘δω και πέρα, κάθε μέρα θα είναι «+1».

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους