Από παιδί, η Φλώρα καταλάβαινε όσα οι άλλοι δεν έλεγαν. Ένα βλέμμα της μητέρας της αρκούσε για να σηκωθεί να τη βοηθήσει, ένας αναστεναγμός του πατέρα της για να αφήσει στην άκρη τα δικά της, ενώ τα αδέλφια της ήξεραν πως, όποιο πρόβλημα κι αν αντιμετώπιζαν, εκείνη θα έβρισκε τρόπο να σταθεί δίπλα τους. Στο σχολείο υπερασπιζόταν τους πιο αδύναμους, παρηγορούσε τις φίλες της και προσφερόταν να βοηθήσει ακόμη κι όταν κανείς δεν της το ζητούσε.
«Ευτυχώς που έχουμε τη Φλώρα μας!» έλεγαν όλοι, κι εκείνη χαμογελούσε, γιατί ένιωθε πως η μεγαλύτερη χαρά της ήταν να κάνει τη ζωή των ανθρώπων της λίγο ευκολότερη.
Μεγαλώνοντας, έγινε η γυναίκα που όλοι ήθελαν δίπλα τους. Φρόντιζε τον άντρα της, μεγάλωνε τα παιδιά της με αφοσίωση, θυμόταν τις ανάγκες των γονιών της και έβρισκε πάντα χρόνο για έναν φίλο που δυσκολευόταν. Δεν κρατούσε λογαριασμό για όσα έδινε, ούτε περίμενε ανταλλάγματα. Πίστευε πως η αγάπη φαίνεται στις πράξεις, στις μικρές κινήσεις που λένε «σε σκέφτηκα», ακόμη κι όταν δεν προλαβαίνεις να το πεις με λόγια.
Μόνο που, με τα χρόνια, όλοι συνήθισαν τη Φλώρα τους. Κανείς δεν αναρωτιόταν αν εκείνη κουραζόταν, αν ανησυχούσε ή αν είχε ανάγκη να ακουμπήσει κάπου. Η ίδια φρόντιζε να μην αφήνει κάτι τέτοιο να φανεί, απαντώντας «μια χαρά είμαι» ακόμη κι όταν αισθανόταν πως οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν.
Ώσπου ήρθε μια περίοδος που της ήρθαν όλα μαζί: Η μητέρα της έπεσε μ’ ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, στη δουλειά αυξήθηκαν οι απαιτήσεις, ο γιος της ετοιμαζόταν για Πανελλήνιες και ο άντρας της ταξίδευε συχνά με την εταιρία του. Η Φλώρα έτρεχε από γιατρούς σε υποχρεώσεις, οργάνωνε τα πάντα και προσπαθούσε να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη, ενώ τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνταν, καθόταν μόνη στην κουζίνα και ένιωθε πως σιγά-σιγά «καιγόταν».
Ένα βράδυ, ο άντρας της γύρισε κουρασμένος από ταξίδι, και το μόνο που τη ρώτησε ήταν αν είχε τακτοποιήσει όλους τους λογαριασμούς. Εξαντλημένη αναρωτήθηκε: «Δεν βλέπει τίποτα; Δεν καταλαβαίνει ότι χρειάζομαι βοήθεια;» Όμως και πάλι δεν μίλησε, μόνο μουρμούρισε πως θα το φρόντιζε το πρωί, καταπίνοντας το παράπονό της.
Σταδιακά, η πίκρα μεγάλωνε μέσα της. Όταν τα παιδιά της ζητούσαν κάτι ακόμη, ένιωθε πως κανείς δεν υπολόγιζε τις αντοχές της. Ήθελε βοήθεια, που ντρεπόταν να ζητήσει, γιατί βαθιά μέσα της πίστευε πως ο δυνατός άνθρωπος οφείλει να τα καταφέρνει μόνος του.
Η κορύφωση ήρθε ένα Κυριακάτικο μεσημέρι, όταν η κόρη της ζήτησε να της ράψει μια αποκριάτικη στολή να φορέσει το βράδυ σ’ ένα πάρτι, και ο γιoς της να μαγειρέψει για δέκα φίλους που κάλεσε για να δούνε παρέα το ποδόσφαιρο στην τηλεόραση!
«Μα δεν βλέπετε ότι είναι Κυριακή και θέλω κι εγώ να ξεκουραστώ γιατί δεν αντέχω άλλο;» ξέσπασε η Φλώρα, με δάκρυα στα μάτια. «Πρέπει να φτάσω στα όριά μου για να καταλάβετε ότι χρειάζομαι κι εγώ βοήθεια;»
Τα παιδιά πάγωσαν. «Μαμά, γιατί δεν μας το έλεγες; Θα μπορούσαμε και να σε βοηθήσουμε και να μην σου ζητάμε τόσα όλοι μαζί!» Και μαζί τους, συμφώνησε και ο άντρας της που ήρθε αμέσως κοντά και την αγκάλιασε.
Η αντίδραση και η απάντησή τους την πλήγωσε, αλλά την έκανε και να σκεφτεί. Εκείνη περίμενε να καταλάβουν χωρίς να τους μιλήσει, και παράλληλα τους είχε μάθει για χρόνια πως μπορούσε να τα αναλαμβάνει όλα. Λίγες μέρες αργότερα, μίλησε στην Άννα, τη μόνη της παλιά, καλή φίλη, και της εξομολογήθηκε το παράπονό της. «Εγώ καταλαβαίνω αμέσως πότε κάποιος χρειάζεται βοήθεια. Γιατί δεν το κάνουν κι εκείνοι;» Χείμαρρος έβγαινε από την Φλώρα το παράπονο που είχε σωρευτεί τόσα χρόνια, μιλούσε ακατάπαυστα και δεν σταματούσε.
Η φιλενάδα της την άκουσε υπομονετικά μέχρι να τελειώσει και μετά της έπιασε το χέρι. «Ίσως επειδή έχεις γίνει τόσο καλή στο να κρύβεις την κούρασή σου, που τους έπεισες ότι δεν κουράζεσαι ποτέ. Δεν χρειάζεται να πάψεις να προσφέρεις, Φλώρα. Χρειάζεται να επιτρέψεις και στους άλλους να προσφέρουν σε σένα».
Μετά από αυτό, για πρώτη φορά, η Φλώρα αποφάσισε να μιλήσει στους δικούς της καθαρά. Στον άντρα της πως χρειαζόταν να μοιραστούν τις ευθύνες και στα παιδιά να αναλάβουν συγκεκριμένες δουλειές. Δεν περίμενε να γίνουν όλα, ούτε σταμάτησε να νοιάζεται. Έμαθε, όμως, να λέει «σήμερα δεν μπορώ» χωρίς ενοχές και να ζητά βοήθεια πριν εξαντληθεί.
Όταν η μητέρα της χρειάστηκε να μείνει στο νοσοκομείο, η κόρη της ανέλαβε το σπίτι, ο γιος της οργάνωσε τις μετακινήσεις και ο άντρας της διευθέτησε πρακτικές εκκρεμότητες. Συνεννοημένη και η Άννα εμφανίστηκε ένα απόγευμα με φαγητό: «Σήμερα θα σε φροντίσουμε εμείς», είπε απλώνοντας τα χέρια της να κάνει μια αγκαλιά στην φιλενάδα της. Η Φλώρα συγκινήθηκε βαθιά, νιώθοντας ευγνωμοσύνη, αγάπη, και λέγοντας μέσα της: «Όχι, δεν μετανιώνω. Δεν φρόντιζα τους άλλους για να μου χρωστούν, αλλά επειδή πιστεύω πως η φροντίδα και η καλοσύνη είναι μονόδρομος για ένα καλύτερο κόσμο. Απλά έμαθα ότι κι εγώ δικαιούμαι να ζητώ βοήθεια και να αφήνω τους ανθρώπους να με φροντίζουν».
Η Φλώρα συνέχισε να προσφέρει όπως πάντα, αλλά τώρα γνώριζε πως ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει να σηκώνεις όλα τα βάρη μόνος σου, ακόμα κι όταν δεν μπορείς. Σημαίνει να μένεις πιστός στις αξίες σου, να θυμάσαι ότι είσαι κι εσύ άνθρωπος, κι όταν χρειάζεσαι στήριξη και φροντίδα, να τη ζητάς και να τη λαμβάνεις!


