Κεφάλαιο 1: Η Χαλαρή Βίδα
Πέμπτη βράδυ, 12 τα μεσάνυκτα.
Η παράσταση είχε τελειώσει εδώ και δύο ώρες και το θέατρο ησύχαζε. Εκτός από…
Ο Προβολέας κινήθηκε ελαφρώς στο πλάι.
«Πάλι αυτός ο ενοχλητικός θόρυβος», μονολόγησε.
Τελευταία του συνέβαινε συχνά. Ένας στριγκός, μεταλλικός τριγμός στη δεξιά του πλευρά, από μια λασκαρισμένη βίδα. Κι η λάμπα του, ένα παλιό, περήφανο White-70, μουρμούριζε υπόκωφα, σαν να προσπαθούσε να του θυμίσει τα λόγια του.
Είχε πάρει μια μόνιμη κλίση σαράντα πέντε μοιρών προς το πάτωμα, ταπεινωτική κατά τη γνώμη του. Δεν κοίταζε πια το κέντρο της σκηνής, το σημείο της απόλυτης δόξας. Κοίταζε τα σανίδια, εκεί που είχαν ξεφλουδίσει από την υγρασία και τον χρόνο.
«Μη με κοιτάς έτσι», ψιθύρισε προς τα κάτω, στην κουΐντα νούμερο δύο.
«Δεν σε κοιτάζω. Σε αγκαλιάζω», απάντησε η Σκιά, απλωμένη νωχελικά στη σκόνη του παρασκηνίου. «Ή, για να είμαι ακριβής, αγκαλιάζω ό,τι απέμεινε από το εγώ σου, Pro μου. Είναι πολύ πιο ελαφρύ τώρα. Μεταφέρεται ευκολότερα.»
Εκείνος τη φώναζε Shy, λογοπαίζοντας με το Shadow. Εκείνη τον φώναζε Pro, κι ήταν το πιο τρυφερό όνομα που είχε δώσει ποτέ κανείς σε έναν προβολέα.
«Είναι η καλλιτεχνική μου άποψη!» διαμαρτυρήθηκε, και το φως του έκανε ένα νευρικό τρεμόπαιγμα. «Η κλίση αυτή με εκφράζει. Ερμηνεύω τη γήινη βαρύτητα της παράστασης. Το υπαρξιακό βάρος του έργου.»
Η Σκιά γέλασε με εκείνο το βελούδινο, λίγο ειρωνικό γέλιο της, που δεν είχε ίχνος κακίας, μόνο μια εικοσαετή υπομονή. «Έχει ξεβιδωθεί ένα παξιμάδι σου, αγαπημένε. Αν γείρεις άλλα δύο εκατοστά, θα φωτίζεις σε λίγο το φαγωμένο τακούνι του πρωταγωνιστή. Και μιλώντας για πρωταγωνιστές, θυμήθηκα τη βραδιά της πρεμιέρας του Άμλετ. Θυμάμαι και το προσωνύμιο που είχες δώσει στον πρωταγωνιστή. Τον είχες βαφτίσει “Ανίκητο Θεό του Ρεαλισμού”. Θυμάσαι;»
Ο τριγμός σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.
Τότε, από ψηλά, στο ύψος της οροφής, οι θεατές του φαίνονταν σαν κεφάλια που περίμεναν την έγκρισή του για να υπάρξουν. Του είχαν πει πως η δουλειά του ήταν να φωτίζει μόνο τα σημαντικά κι εκείνος το πίστεψε.
«Ήταν όλα τεράστια τότε», μουρμούρισε. «Το φως μου ήταν τόσο καθαρό.»
«Ήσουν ψηλά, Pro. Κι απόμακρος. Όταν ο “Θεός” σου πάγωσε στη σκηνή και έπαθε σεντόνι, τον έλουσες με ένα ανελέητο, ανακριτικό λευκό. Το τρέμουλό του το διάβασες σαν σαμποτάζ. Σαν αποτυχία που κατέστρεφε και το δικό σου έργο.»
«Ήταν αποτυχία», επέμεινε ξεροκέφαλα και το παξιμάδι του έτριξε, προδίδοντάς τον. «Το θέατρο θέλει σκληρότητα. Κι εσύ ήσουν πάντα η Shy, η κρυμμένη στο σκοτάδι. Δεν έστρεψα ποτέ το φως μου προς εσένα για να σε προστατέψω από την έκθεση.»
«Δεν ήμουν στο σκοτάδι, Pro. Ήμουν στο παρασκήνιο, εκεί που οι ηθοποιοί βγάζουν τις μάσκες τους. Εσύ έβλεπες το μεγαλείο της υπόδησης. Εγώ έβλεπα την τρύπια κάλτσα και τον ιδρώτα της αγωνίας.»
Ένας βαρύς, συρτός βηματισμός ακούστηκε από το πλάι της σκηνής. Ένας άντρας με ολόλευκα μαλλιά, κυρτή πλάτη και ξεθωριασμένη φόρμα εργασίας μπήκε κρατώντας έναν κουβά κι ένα ξεσκονιστήρι. Ο φροντιστής της νυχτερινής βάρδιας. Και ο πρωταγωνιστής εκείνης της βραδιάς.
Δεν τον είχαν αναγνωρίσει όταν πρωτοήρθε στο θέατρο. Τον κατάλαβαν όταν μίλησε στο τηλέφωνο για πρώτη φορά. Αυτή η γοητευτική φωνή δεν ξεχνιόταν. Και οι δύο το ήξεραν από τότε, μα κανείς δεν το είχε πει φωναχτά.
Λόγω της βίδας, ο Προβολέας δεν μπορούσε να σηκώσει το βλέμμα. Αναγκάστηκε να τον κοιτάξει χαμηλά, στο ύψος της Σκιάς. Ο άντρας άφησε τον κουβά με έναν κούφιο, κωμικό θόρυβο, και ο Προβολέας είδε τα χέρια του.
Κεφάλαιο 2: Ο Αργοπορημένος Μονόλογος
Ο εβδομηντάχρονος ηθοποιός δεν κοίταξε την οροφή ούτε τις άδειες βελούδινες θέσεις. Ακούμπησε το ξεσκονιστήρι στο τραπέζι του σκηνικού, πήρε μια βαθιά ανάσα, και η κυρτή του πλάτη ίσιωσε. Οι ώμοι του άνοιξαν με μια μυϊκή μνήμη που αρνιόταν να πεθάνει.
Ο Προβολέας προσπάθησε να μαζέψει το λιγοστό φως του πάνω του. Λόγω της βίδας δεν τον έλουσε σαν στέμμα. Τον χτύπησε λοξά, και κάθε ρυτίδα, κάθε λευκή τρίχα, μα και η φθαρμένη φόρμα, βγήκαν στο φως.
Ήταν η πρώτη φορά που φώτιζε κάποιον χωρίς να τον κρίνει. Και, για πρώτη φορά, δεν επιχείρησε να το διορθώσει.
Ο ηθοποιός ένιωσε το φως στο πρόσωπό του. Σήκωσε το κεφάλι προς το μέρος του, σαν να το αναγνώριζε, και γύρισε προς την πλατεία.
Να ζει κανείς ή να μη ζει· αυτό είναι το ερώτημα.
Τι είναι ευγενικότερο για την ψυχή;
Να υπομένει τις σαΐτες και τα βέλη μιας ανελέητης μοίρας
ή να επαναστατεί ενάντια σε ένα πέλαγος βασάνων
και να τους δίνει τέλος αντιμετωπίζοντάς τα;
Να πεθαίνεις, να κοιμάσαι – τίποτε άλλο·
κι αν μ’ έναν ύπνο λες πως τελειώνουν
οι πόνοι της καρδιάς και οι μύριες όσες πληγές
που είναι η μοίρα της σάρκας,
τότε αυτός ο θάνατος είναι λύτρωση που πρέπει να την εύχεσαι.
Να πεθαίνεις, να κοιμάσαι.
Να κοιμάσαι! Ίσως και να ονειρεύεσαι·
ναι, εκεί είναι το εμπόδιο.
Γιατί στον ύπνο του θανάτου, τι όνειρα μπορεί να δούμε
όταν θα έχουμε πια τινάξει από πάνω μας αυτό το θνητό κορμί;
Αυτή είναι η σκέψη που μας κάνει να διστάζουμε
και δίνει στη δυστυχία μας τόσο μεγάλη διάρκεια.
Ήταν ο ίδιος μονόλογος, τα ίδια λόγια που πριν από είκοσι χρόνια είχαν μαρμαρώσει στον λαιμό του. Τώρα η φωνή έβγαινε βαθιά και βελούδινη, με μια υπόγεια δύναμη. Κάθε παύση είχε το βάρος μιας ζωής που έμαθε να χάνει και να προχωρά. Το θέατρο έμοιαζε να κρατά την ανάσα του.
Το παξιμάδι του Προβολέα έκανε έναν μεταλλικό ήχο, σαν λυγμό.
«Εκείνο το βράδυ ήταν ένα ράκος», ψιθύρισε. «Ξέχασε τις λέξεις. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν ανίκανος.»
«Ήταν πάντα εξαιρετικός.»
Ο Προβολέας σώπασε. Μετά, με φωνή που δεν την είχε ξανακούσει, ρώτησε:
«Shy. Τι έγινε εκείνο το βράδυ;»
Η Σκιά άργησε να απαντήσει.
«Λίγο πριν από την πρεμιέρα, του τηλεφώνησαν. Τον είδα να χλωμιάζει και να μουρμουρίζει ακατάληπτα στην αρχή, και μετά: “Ο Τάκης μου; Αυτοκτόνησε;” Ο καλύτερός του φίλος.
Ήμουν στα παρασκήνια. Σου είπα πως δεν κρυβόμουν από συστολή, αλλά να που τελικά κρυβόμουν λιγάκι. Δεν σου το είπα.»
«Γιατί;»
«Γιατί δεν με κοίταζες ποτέ. Και ένα μικρό, κακιωμένο κομμάτι μου ήθελε να το δεις, μόνος σου.»
Ο ηθοποιός έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας τα κενά καθίσματα. Έκανε μια ελαφριά υπόκλιση κι ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα στενά του χείλη. Πήρε τον κουβά και χάθηκε στα παρασκήνια.
Ο Προβολέας δεν είπε τίποτα. Ο τριγμός του είχε σταματήσει, για λίγο.
Κεφάλαιο 3: Η Υπόγεια Λύση
Ο άντρας επέστρεψε μετά από λίγο, έβγαλε από την τσέπη της φόρμας το κινητό του, με τη ραγισμένη οθόνη, και το έβαλε στο αυτί του.
«Εγώ είμαι. Ναι, πήρα το χαρτί. Η σημερινή ήταν η τελευταία παράσταση κι αύριο είναι η τελευταία μου μέρα. Θα πιούμε ένα ποτό; Ναι, εκεί. Το θέατρο κλείνει. Τον άλλο μήνα έρχονται οι μπουλντόζες, θα το κάνουν σούπερ μάρκετ, αν κατάλαβα καλά.» Έκανε μια παύση. «Τι θα κάνω; Τίποτα. Δεν με νοιάζει η απόλυση. Εγώ για τη μυρωδιά ερχόμουν, το ξέρεις. Να μένω μόνος μου τα βράδια στη σκηνή και να θυμάμαι τότε που ήμουν κάποιος. Τώρα, χωρίς το θέατρο, απλώς θα κάθομαι στο…»
Η φωνή του έσπασε στο «μόνος». Το έκανε γέλιο, έβηξε.
«Και ναι, με νοιάζει, να πάρει η οργή. Με νοιάζει.» Έσφιξε τα χείλη. «Άσ’ το. Από κοντά. Δεν μ’ αρέσει η γκρίνια.»
Έκλεισε το τηλέφωνο και βγήκε από την πλαϊνή έξοδο, με το ίδιο κουρασμένο βήμα.
Στην οροφή, η λάμπα του Προβολέα έκανε έναν υστερικό κρότο, σαν πυροβολισμό.
«Μπουλντόζες; Σούπερ μάρκετ;» Η κεφαλή του έτρεμε τόσο δυνατά που ακουγόταν σαν χαλασμένη γκρανκάσα. «Θα με κάνουν παλιοσίδερα! Εμένα! Τον Φωτιστή των Σημαντικών! Πού θα φέγγω; Στα ράφια με τα απορρυπαντικά και τα γάλατα εβαπορέ;»
«Για σκέψου! Στο σούπερ μάρκετ θα έχεις πολύ μεγαλύτερο κοινό», είπε η Σκιά, σχεδόν ψύχραιμα. «Επιτέλους θα δείχνεις και κάτι χρήσιμο. Ποια ντομάτα δεν είναι χαλασμένη.» Προσπάθησε να κρύψει ένα γελάκι.
«Shy, δεν είναι ώρα για μαύρο χιούμορ!»
«Το ξέρω.» Η φιγούρα της τρεμούλιασε ελαφρά στον τοίχο. «Γιατί αν σβήσεις εσύ, σβήνω κι εγώ. Δεν έχω πολλά δικά μου, Pro. Έχω κυρίως εσένα. Είκοσι χρόνια περιμένω να στρέψεις το φως σου σε μένα. Μία φορά. Όχι για να με δουν οι άλλοι. Για να δω εγώ πώς είμαι.»
Εκείνη τη στιγμή ο φροντιστής γύρισε πάλι, κρατώντας μια μεγάλη σκάλα. Την ανέβηκε ως το τελευταίο σκαλοπάτι και με το κατσαβίδι άρχισε να ξεβιδώνει τον Προβολέα.
«Τι κάνεις;» προσπάθησε να φωνάξει εκείνος.
Ο άντρας απομόνωσε τα καλώδια, τον κράτησε στα χέρια του με προσοχή και κατέβηκε. Τον ακούμπησε στη γωνία της κουΐντας.
«Αύριο θα σε πάρω μαζί μου», είπε σιγανά. «Εσύ έδειξες τότε, στους θεατές εκείνης της βραδιάς, πόσο ράκος έγινα, και δεν σου το συγχώρεσα για χρόνια. Όμως είσαι η πιο φωτεινή μου ανάμνηση από εδώ μέσα.»
Σέρνοντας τη σκάλα, χάθηκε στο βάθος. Το φως του Προβολέα είχε σβήσει.
Και τότε η Σκιά, που μέσα στο σκοτάδι δεν είχε πια όρια, απλώθηκε πάνω στα σανίδια, στους τοίχους, σε όλο το θέατρο.
«Κατέβηκες από ψηλά, Pro», ψιθύρισε. «Τώρα μπορούμε.»
Ο Προβολέας την κοίταξε, πρώτη φορά τόσο κοντά, περιμένοντας να συνεχίσει.
«Στο υπόγειο, κάτω από τα παρασκήνια, υπάρχει έξοδος που οδηγεί στο δρομάκι πίσω από το θέατρο. Το ξέρω γιατί έβλεπα έναν παλιό φωτιστή να φεύγει από εκεί κάποια βράδια.»
Τον τύλιξε τρυφερά με το σκούρο της σώμα, σαν να τον κρατούσε αγκαζέ, και τον οδήγησε κάτω. Με κόπο άνοιξαν τη βαριά καταπακτή και γλίστρησαν στη στενή σκάλα που τους έβγαλε στο υγρό δρομάκι.
Μύριζε βροχή. Λίγο πιο κάτω, ένας φανοστάτης έφεγγε πάνω στο βρεγμένο πλακόστρωτο.
«Και τώρα, τι;» ψιθύρισε ο Προβολέας.
Η Σκιά δεν απάντησε. Ο φανοστάτης έριξε το φως του πάνω της, κι εκείνη απλώθηκε στον υγρό τοίχο, μακριά, λεπτή, αλλιώτικη απ’ ό,τι είχε φανταστεί. Ο Προβολέας, με τη μόνιμη κλίση του, ήταν ο μόνος που κοιτούσε ακριβώς εκεί.
«Πώς είμαι;» ρώτησε εκείνη, κι η φωνή της έτρεμε.
Εκείνος δεν βρήκε λέξη. Έμεινε να κοιτάζει, γερμένος, ώσπου η πρώτη σταγόνα χτύπησε το μέταλλό του με έναν ήχο που δεν είχε ξανακούσει.
Υ.Γ. Το απόσπασμα από τον μονόλογο του Άμλετ είναι από τη μετάφραση του αγαπημένου μου φίλου, Ερρίκου Μπελιέ.
Έφυγε νωρίς, αλλά η γραφή του έμεινε.
Και σήμερα, με έναν παράξενο τρόπο, ξαναφώτισε τη σκηνή.

