(*τίτλος κλεμμένος από το ομώνυμο βιβλίο-αριστούργημα του Νομπελίστα, Χοσέ Σαραμάγκου)
Η πρώτη φορά που ασχολήθηκα με τη σημασία της λέξης «όραση», ήταν όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσω το πρώτο σημαντικό περιστατικό της, αρχόμενης τότε, καριέρας μου ως μαμάς – υπερβολικά νέας, απίστευτα άπειρης και σημαντικά απερίσκεπτης.
Αφορμή υπήρξε το τσίμπημα μιας μέλισσας στο βλέφαρο της 2 ετών τότε κόρης μου. Το προσωπάκι της έγινε μπαλόνι, οι φωνές της έδειχναν ότι υπέφερε και, φυσικά, η μοναδική λύση ήταν το νοσοκομείο. Εκεί, αφού την εξέτασαν, την ανακούφισαν και την ηρέμησαν, βγήκαν οι γιατροί για να ανακοινώσουν μια εντελώς αναπάντεχη, δυσοίωνη ετυμηγορία: Tο πρόβλημα δεν ήταν η μέλισσα, αλλά το γεγονός ότι το κοριτσάκι μας ήταν σχεδόν τυφλό. Ως υπερβολικά νέα, απίστευτα άπειρη και σημαντικά απερίσκεπτη, χρειάστηκα λίγο χρόνο για να συνειδητοποιήσω ότι, αυτό που εγώ θεωρούσα φόβο, όταν δεν τολμούσε να κατέβει σκάλες χωρίς να μου κρατάει το χέρι, δεν ήταν φόβος. Ήταν ότι, απλώς, δεν έβλεπε τα σκαλιά. Το ίδιο ίσχυε και για το γεγονός ότι, κάθε φορά που έμπαινα στον παιδικό σταθμό για να την πάρω, δεν αντιδρούσε – λες και δεν μου έδινε καμία σημασία. Αντιδρούσε μόνο όταν άκουγε τη φωνή μου. Τότε, έσκαγε πλατιά χαμόγελα και άπλωνε τα χεράκια της.
Στο σημείο εκείνο, ξεκίνησε μια συζήτηση για δύσκολα χειρουργεία με αμφίβολη επιτυχία. Μην ξεχνάτε πως μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του’ 80, χρονική απόσταση που, για την ιατρική, μετριέται ως αιώνας από το σήμερα. Ένα πολύ φαρδύ χαμόγελο της τύχης ωστόσο, έφερε στο δρόμο μας έναν κορυφαίο ξένο επιστήμονα, που αποφάνθηκε ότι ο εφιάλτης ήταν προσωρινός.
Με ένα ζευγάρι γυαλιά-πατομπούκαλα που της πλήγωναν τη μυτούλα στην αρχή, αδιάκοπες ασκήσεις και ειδικά φάρμακα, μερικά χρόνια αργότερα ήρθε το τέλος καλό και όλα καλά, πάντα με ένα ζευγάρι γυαλιά.
Έκτοτε, έβγαλα από το μυαλό μου την ανησυχία για την αίσθηση της όρασης. Εξακολουθώ, πάντως, να περπατώ στα πεζοδρόμια της Αθήνας, απορώντας για το πώς καταφέρνουν και επιζούν οι άνθρωποι που τη στερούνται, καθώς σχεδόν τίποτα δεν είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους. Γίνονται, βέβαια, προσπάθειες να συμπεριληφθούν στα Άτομα Με Ειδικές Ανάγκες κι εκείνοι που, αντί για κινητικές, έχουν αισθητηριακές αναπηρίες, ώστε να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε διάφορες εκδηλώσεις και δραστηριότητες, αλλά το ποσοστό των τυφλών ανθρώπων που μπορούν να πάνε π.χ. στον κινηματογράφο, παραμένει εξοργιστικά χαμηλό.
Στον αντίποδα της όρασης, μεγαλώνοντας, άρχισα να παρατηρώ πόσο έντονα άλλαζε η οπτική μου, καθώς το αισθητηριακό ραντάρ του οπτικού νεύρου μετατοπιζόταν, ανάλογα με την γωνία, τις συνθήκες και την ηλικία από τα οποία έβλεπα τα πράγματα.
Παράλληλα, πρόσφατα, χρειάστηκε -στο πλαίσιο της δουλειάς μου- να μεταφέρω ένα πολύ ογκώδες, αρκετά δυσανάγνωστο χειρόγραφο κείμενο στη μνήμη και την οθόνη του υπολογιστή μου. Η αναζήτηση για το πώς θα το πετύχαινα αυτό, με οδήγησε στην ανακάλυψη ενός πολύ χρήσιμου αντικειμένου: Ένα ζευγάρι γυαλιών, στερεωμένων πάνω σε ένα στεφάνι με φως -περίπου όπως αυτά των ανθρακωρύχων- και μαζί, ένα κουτάκι με 4-5 διαφορετικής οξύτητας μεγεθυντικούς φακούς που προσαρμόζονταν στα γυαλιά. Αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσα να διαβάζω δυνατά, υπαγορεύοντας και διορθώνοντας ταυτόχρονα το κείμενο. Όταν με πρωτοείδαν τα εγγόνια μου με το κατασκεύασμα στο κεφάλι, έκαναν μέρες να με αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα. Όμως, η συσκευή οδηγούσε ήδη τη σκέψη μου σε άλλα μονοπάτια.
Πώς θα μας φαινόταν δηλαδή, αν μπορούσαμε να έχουμε τέτοιους ανταλλακτικούς φακούς, καθένας από τους οποίους να υποδεικνύει και μία διαφορετική γωνία οπτικής; Από τη κοντινή, που φέρνει τα πράγματα κάτω από τη μύτη μας, μέχρι τη σφαιρική των 360 μοιρών, που θα μας βοηθούσε να τα βλέπουμε χωρίς κρυφές σκιές. Πώς γίνεται, όμως, να βλέπουμε πεντακάθαρα, όταν υπάρχει πάντα ένα στερεότυπο που υποτάσσει τη σκέψη σε περπατημένα, προκαθορισμένα μονοπάτια ή αφήνει να παρεμβάλλονται υποκειμενικά κριτήρια; Πώς μπορούμε να διαγράψουμε από τη θέα(ση) των πραγμάτων, προκαταλήψεις, κληρονομημένες αντιλήψεις, διαμορφωμένες πεποιθήσεις και να μάθουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο καθαρά, χωρίς βαριές χειρουργικές μεθόδους, αλλά μόνο με διαρκή εξάσκηση; Θα εξακολουθούσε άραγε να είναι τόσο δύσκολο να επεξεργαζόμαστε τις εκατομμύρια πληροφορίες που μας κυνηγούν και να διατηρούμε σε καλύτερη ισορροπία το μυαλό μας;
Αντίθετα, στο πραγματικά μοναδικό βιβλίο του, ο Χοσέ Σαραμάγκου υπολογίζει όλα όσα θα μπορούσαν να συμβούν σ’ έναν κόσμο που χάνει την όρασή του και αναρωτιέται, «σε έναν κόσμο τυφλών, τι θα έκανες αν έβλεπες;». Κι αυτό, είναι μια άλλη, μεγάλη κουβέντα…


