Η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο συνάντησης τριών γεωπολιτικών χώρων: Της Ευρώπης, της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων. Αυτή η θέση αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών, η τροφοδοσία της ευρωπαϊκής αγοράς και η προστασία κρίσιμων υποδομών αντιμετωπίζονται πλέον ως αλληλένδετες προτεραιότητες. Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις προσφέρουν στην Αθήνα πρόσθετες δυνατότητες να επηρεάζει αυτό το περιβάλλον. Η αξιοποίησή τους, όμως, απαιτεί σαφή αντίληψη τόσο των ευκαιριών όσο και των ορίων της συμμαχίας.
Το κοινό ανακοινωθέν του Στρατηγικού Διαλόγου της 7ης Οκτωβρίου επιβεβαιώνει αυτή τη διεύρυνση. Γιατί συνδέει την αμυντική συνεργασία με την ενέργεια, την οικονομική ασφάλεια, τις προηγμένες τεχνολογίες και την προστασία υποδομών. Ωστόσο, χρειάζεται μια διευκρίνιση: Η αναφορά του ανακοινωθέντος σε αμερικανικές στρατιωτικές πωλήσεις ύψους 4 δισ. δολαρίων αφορά εξοπλιστική συνεργασία. Δεν συνιστά ανακοίνωση δωρεάν χρηματοδότησης ούτε νέα εγγύηση υπεράσπισης της Ελλάδας. Η διάκριση έχει σημασία για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων.

Η γεωγραφία χρειάζεται οικονομικό και αμυντικό περιεχόμενο
Η Σούδα και οι υπόλοιπες υποδομές συνεργασίας ενισχύουν την ελληνική θέση στον σχεδιασμό της Ουάσιγκτον. Η Ελλάδα είναι σαφές ότι αποτελεί ένα χρήσιμο σύμμαχο των ΗΠΑ στην γεωπολιτική επιρροή τους και βεβαίως κρίσιμο παράγοντα στην Νοτιοανατολική πτέρυγα της Ατλαντικής Συμμαχίας. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί με κάθε τρόπο. Σε ό,τι αφορά στους δικούς μας σχεδιασμούς αυτή η χρησιμότητα προσφέρει ένα γενικού χαρακτήρα «ασφάλιστρο» στις συνθήκες της περιοχής. Ωστόσο, πρέπει να αξιοποιηθεί και μέσα από ένα πλέγμα δραστηριοτήτων που αυξάνουν το ενδιαφέρον συμμάχων και επενδυτών για τη σταθερότητα της χώρας: Λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, ναυπηγεία, τεχνολογικές συνεργασίες και υπηρεσίες θαλάσσιας ασφάλειας.
Η ενέργεια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Κάθετος Διάδρομος μπορεί να συνδέσει τις ελληνικές υποδομές LNG με τις ανάγκες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και τις αμερικανικές εξαγωγές. Όπως μας έχει επισημάνει το Atlantic Council, η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ συνδυάζει οικονομικά οφέλη για τις ΗΠΑ με γεωπολιτική επιρροή. Για την Ελλάδα, αυτό δημιουργεί περιθώριο διαπραγμάτευσης, εφόσον υπάρχουν σχεδιασμοί για ανταγωνιστικά έργα με πραγματικούς πελάτες.
Αντίστοιχα, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική μπορούν να διευρύνουν τον ελληνικό ρόλο. Χρειάζονται, ωστόσο, χρηματοδότηση, συμφωνημένους κανόνες και δυνατότητα ασφαλούς κατασκευής και λειτουργίας. Κάθε έργο που παραμένει για χρόνια εξαγγελία περιορίζει την αξιοπιστία της στρατηγικής που υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Συνεργασίες με βάθος και ανοιχτούς διαύλους
Η σχέση με το Ισραήλ και η συνεργασία με την Κύπρο προσφέρουν δυνατότητες στην τεχνολογία, στην επιτήρηση και στην προστασία υποδομών. Το σχήμα «3+1», με αμερικανική συμμετοχή, έχει ήδη αναγνωριστεί επισήμως ως πλαίσιο περιφερειακής συνεργασίας. Η χρησιμότητά του εξαρτάται από τη συνέχεια και τα συγκεκριμένα αποτελέσματά του.
Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να καλλιεργεί τις σχέσεις της με την Αίγυπτο, τις αραβικές χώρες και τη Λιβύη. Η μεσογειακή επιρροή προϋποθέτει δυνατότητα επικοινωνίας με διαφορετικούς συνομιλητές. Η Αθήνα έχει συμφέρον να στηρίζει τη συνεργασία με το Ισραήλ διατηρώντας καθαρή θέση υπέρ του διεθνούς δικαίου και της προστασίας των αμάχων. Η συνέπεια αυτή ενισχύει την αξιοπιστία των δικών της διεκδικήσεων.
Η Τουρκία και το ευρωπαϊκό στήριγμα
Στον ελληνικό σχεδιασμό πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να επιδιώκει λειτουργική σχέση με την Τουρκία. Η αμερικανική εκτίμηση προς την Ελλάδα δεν συνεπάγεται ταύτιση σε κάθε ελληνοτουρκική διαφορά. Επομένως, η Αθήνα χρειάζεται ισχυρή εθνική αποτροπή, σταθερούς διαύλους διαλόγου και συγκεκριμένα αιτήματα προς τους συμμάχους όταν αμφισβητούνται εθνικά δικαιώματα ή παρεμποδίζονται έργα ανάπτυξης.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο συμπληρώνει αυτή την προσπάθεια. Η χρηματοδότηση, η κοινή αγορά και οι συνεργασίες με ευρωπαϊκές δυνάμεις δίνουν στην Ελλάδα πρόσθετα στηρίγματα. Η αμερικανική σχέση αποδίδει περισσότερο όταν εντάσσεται σε μια συνεκτική ελληνική και ευρωπαϊκή στρατηγική.
Ο στόχος είναι να αποκτήσει η χώρα μεγαλύτερη δυνατότητα να υλοποιεί τις επιλογές της: να προστατεύει τον θαλάσσιο χώρο της, να ολοκληρώνει τις διασυνδέσεις της και να προσελκύει παραγωγικές επενδύσεις. Εκεί θα κριθεί αν η αυξημένη στρατηγική της αξία μετατρέπεται σε διαρκή ελληνική ισχύ.