Ο Κυριάκος ήταν από εκείνα τα παιδιά που από νωρίς καταλάβαινες πως είχαν πολύ συγκεκριμένη άποψη για τα πάντα. Σαν παιδί ήταν δύστροπος, πεισματάρης και πάντα επέμενε μέχρι τέλους σε αυτό που είχε στο μυαλό του. Όταν έλεγε κάτι, δύσκολα άλλαζε γνώμη, ακόμη κι όταν τα επιχειρήματα των άλλων ήταν λογικά και τρανταχτά.
Και καθώς μεγάλωνε ο Κυριάκος, αυτή η στάση και το πείσμα γίνανε κομμάτια του χαρακτήρα του, που κάποιες φορές τον ωφελούσαν – όταν έβαζε στόχους για καλούς βαθμούς, για τις Πανελλήνιες, ή για πρωταθλητισμό σε κάποιο άθλημα – άλλες φορές όμως τον έβλαπταν και τον μείωναν. Όπως στις διαφωνίες με τους φίλους, ακόμα και με τους δασκάλους του, που περνώντας σε έντονες αντιπαραθέσεις, κάποιες φορές τον οδήγησαν σε αποβολή λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς και αυθάδειας.
Αργότερα, σαν ενήλικας, τα χαρακτηριστικά του αυτά τον έκαναν αδιάλλακτο, ιδιαίτερα κάθετο στις απόψεις του, και «κακό ακροατή». Στις συζητήσεις, άκουγε τους άλλους περισσότερο επιφανειακά, μόνο για να απαντήσει, παρά για να τους καταλάβει.
Ο Κυριάκος πίστευε πως πάντα είχε δίκιο και θεωρούσε αποτυχία το να αναγνωρίσει μια διαφορετική οπτική. Στη δουλειά του μπορούσε να επιμείνει για ώρες σε μια απόφαση, να απορρίψει μια διαφορετική πρόταση και να αναλώνει ατέλειωτη ενέργεια για να πείσει τους πάντες πως η δική του ήταν η καλύτερη, που τις περισσότερες φορές ήταν! Όμως όχι πάντα: Κάποια στιγμή, μπροστά σε ένα project με αρκετό ρίσκο, ο Νώντας, ο παλιότερος συνεργάτης του, επέμεινε να μην το προχωρήσουν λέγοντας: «Κυριάκο, άκουσέ μας λίγο πριν αποφασίσεις να το προχωρήσεις». Αλλά κι εκείνη τη φορά, για ακόμα μια φορά ο Κυριάκος είπε ένα γρήγορο «σας άκουσα» και συνέχισε ακριβώς όπως είχε αποφασίσει.
Αυτό ήταν και το πρώτο επαγγελματικό «τούνελ» που χρειάστηκε να περάσει ο Κυριάκος, γιατί αυτό το γεμάτο ρίσκο project απέτυχε και κόστισε στην εταιρία τους αρκετά χρήματα, χρόνο και κάποιους καλούς πελάτες. Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν εκεί που ο Νώντας, χωρίς διάθεση να τον εκθέσει, του είπε: «Δεν χαίρομαι που επιβεβαιώθηκα. Θα ήθελα απλώς να είχες ακούσει λίγο περισσότερο». Εκείνο το βράδυ ο Κυριάκος έμεινε μόνος στο γραφείο και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε αν η οπτική του ήταν τελικά πάντα η αλάνθαστη.
Στις προσωπικές του σχέσεις συνέβαινε κάτι αντίστοιχο. Η Ελένη, η κοπέλα του για αρκετά χρόνια, συχνά διαμαρτυρόταν πως όταν διαφωνούσαν, εκείνος ενδιαφερόταν περισσότερο να κερδίσει τη συζήτηση παρά να καταλάβει τι ένιωθε εκείνη. Ο Κυριάκος δεν έδινε σημασία στα λόγια της, μέχρι που εκείνη αποφάσισε να φύγει από τη σχέση τους. «Κουράστηκα κάθε φορά που σου έλεγα πώς νιώθω, να μου εξηγείς γιατί δεν πρέπει να νιώθω έτσι», του είπε φεύγοντας. «Δεν χρειάζομαι κάποιον να με «διορθώσει». Χρειάζομαι κάποιον που να με ακούει και να με νιώθει». Αυτή η απώλεια τον πόνεσε περισσότερο από όσο φανταζόταν. Μέσα σ’ αυτό το δεύτερο «τούνελ», ο Κυριάκος για πρώτη φορά κατάλαβε ότι μπορεί να χάσεις έναν άνθρωπο ακόμη κι όταν πιστεύεις πως έχεις δίκιο!
Λίγο αργότερα, τρίτο «τούνελ» ήρθε από την υγεία του. Για να ξεπεράσει την αποτυχία του project και την εγκατάλειψη της Ελένης, ο Κυριάκος για μεγάλο διάστημα δούλευε ασταμάτητα, κοιμόταν λίγο και κουβαλούσε κάθε διαφωνία σαν προσωπική μάχη, σ’ ένα πόλεμο που βρισκόταν μόνο μέσα στο μυαλό του. Ένιωθε συνέχεια έντονους πονοκεφάλους, αϋπνίες και ένα μόνιμο σφίξιμο στο στομάχι, μέχρι που σε κάποια επαγγελματική συνάντηση, καθώς παρουσίαζε, έχασε τα λόγια του και άσπρισε σαν το πανί. «Ένα ήπιο εγκεφαλικό, σαν καμπανάκι για να μειώσεις την ένταση και να κατεβάσεις ρυθμούς» ήταν τα λόγια του γιατρού, βλέποντας τα αποτελέσματα από τις εκτεταμένες εξετάσεις που τον είχε υποβάλει.
Αρχικά ο Κυριάκος και πάλι αντιμετώπισε την «προειδοποίηση» σαν κάτι που έπρεπε να «νικήσει». Καθώς όμως άρχισε να καταλαβαίνει ότι το σώμα του πλήρωνε το τίμημα του χαρακτήρα και της στάσης του, σαν να είδε ένα μικρό φως στο βάθος του «τούνελ». Και κάπου εκεί, ξεκίνησε η αλλαγή. Όταν κάποιος διαφωνούσε μαζί του, προσπαθούσε να αναρωτιέται, ακόμα κι αν δεν το έκανε ανοιχτά: «Άραγε τι διαφορετικό βλέπει αυτός ο άνθρωπος που εγώ δεν βλέπω;» Άρχισε να ακούει χωρίς να ετοιμάζει αμέσως την απάντησή του. Έμαθε να λέει «μπορεί να έχεις δίκιο», να ζητά συγγνώμη και να αναγνωρίζει την αξία μιας διαφορετικής οπτικής χωρίς να αισθάνεται ότι μειώνεται!
Στη δουλειά, όταν ο Νώντας του έφερνε μια αντίθετη πρόταση, ο Κυριάκος άρχισε να του λέει: «Πες μου πρώτα πώς το βλέπεις εσύ;». Στις σχέσεις του έμαθε να ρωτά «τι χρειάζεσαι από μένα; Τι μπορώ να κάνω εγώ για να σε καλύψω και να νιώθεις όμορφα;» Στην καθημερινότητά του άρχισε να φροντίζει περισσότερο τον ύπνο, το σώμα και τον χρόνο του, καταλαβαίνοντας ότι η ηρεμία είναι προϋπόθεση για να σκέφτεται καθαρά. Και όλες αυτές οι αλλαγές καθρεφτίστηκαν σε όλους τους τομείς της ζωής του!
Ο Κυριάκος άλλαξε; Ναι, αλλά όχι από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάστηκαν ήττες, απώλειες, δυσκολίες, φόβος, αυτοπαρατήρηση και πολλές μικρές στιγμές που επέλεξε να αντιδράσει διαφορετικά. Οι άνθρωποι αλλάζουν οπτική όταν η ζωή τους δίνει μαθήματα και εκείνοι επιτρέπουν στον εαυτό τους να τα ακούσει.
Ο Κυριάκος δεν έγινε άλλος άνθρωπος. Έγινε ένας άνθρωπος που έμαθε να βλέπει και μέσα από τα μάτια των άλλων. Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη νίκη του!



