ΖΩ;

«Τι κάνεις; Κλαις;» είπε απορημένος ο Καθρέφτης.

Τα αναφιλητά δεν άφηναν τον G να μιλήσει. Προσπαθούσε να αρθρώσει λέξεις, μα αυτές έβγαιναν με άλλους ήχους, σε προτάσεις άλλων γλωσσών, ακατανόητων.

«Τι λες, μωρέ; Δεν καταλαβαίνω», συνέχισε ο Καθρέφτης.

«Κλαίω για τον θάνατο», κατάφερε τελικά να ψελλίσει ο G.

«Τι λες; Ποιον θάνατο; Τον δικό σου; Εσύ δεν είχες δηλώσει πως “ο θάνατος είναι γέννα. Μην τον φοβάστε”; Τι δηλαδή; Απλά τσιτάτα έλεγες;»

Ο G σταμάτησε για ένα λεπτό, που φάνηκε και στους δύο αιωνιότητα.

«Ε! Όταν συμβαίνει σ’ εσένα είναι αλλιώς από τη θεωρία. Ψάχνω το κορμί μου. Προσπαθώ να αγγίξω τα μαλλιά μου. Νιώθω μια φαγούρα στη μασχάλη, τη δεξιά —το αποσμητικό θα μου έκανε δερματίτιδα— και δεν τη βρίσκω. Πού πήγε;»

«Τι λες; Παραλογίζεσαι, χριστιανέ μου; Τι να βρεις; Ποια φαγούρα; ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ!» είπε ο Καθρέφτης, ελαφρά ενοχλημένος από την παράλογη συζήτηση.

«Δεν υπάρχω;  
Υπάρχω! Και όσο υπάρχεις θα υπάρχω!  
Αφού σου μιλώ τόση ώρα, πώς δεν υπάρχω;» είπε ο G.

«Ωραία. Για πες μου τώρα, ως νοήμων πρώην άνθρωπος: ποιος υπάρχει και μιλά με τον καθρέφτη του και τον ακούει να απαντά; Εκτός αν είσαι τρελός. Είσαι;»

Ο G προσπάθησε να ξύσει το κεφάλι του, μα πάλι δεν το βρήκε.

«Ένα δίκιο το έχεις. Κάτι δεν πάει καλά με εμένα. Ίσως.»

«Τι ίσως, χριστιανέ μου; Δεν υπάρχεις, σου λέω. Καπούτ. Γκέγκε;»

Ο G προσπαθούσε να κατανοήσει την πραγματικότητα. Δύσκολο. Κοίταξε τα παπούτσια του, αν ήταν γυμνός από τη μέση κι επάνω, αν φαινόταν μια διπλίτσα στην κοιλίτσα. Τίποτα. Ούτε στα μάτια του ούτε στον καθρέφτη.

«Όντως;» ρώτησε με την απορία εφήβου.

Ο Καθρέφτης αναστέναξε.

«Όντως».

«Και τώρα τι; Δεν πονάω, μα πού θα πάω;» είπε σοβαρά. «Ωραίος στίχος. Μήπως ν’ αρχίσω να γράφω;»

«Πού; Στα παπούτσια που δεν έχεις; Εκεί δεν έγραφες ούτε αυτούς που σε πλήγωναν, τότε που μπορούσες ακόμα!»

Ο G, φανερά συγχυσμένος από τις αλήθειες του Καθρέφτη, προσπάθησε να αλλάξει θέμα και να ελαφρύνει το κλίμα.

«Έχω όμως μεγάλο σουξέ. Πλήθη έρχονται στη συναυλία μου».

«Ναι. Και κοίτα ν’ αλλάξεις ρεπερτόριο σ’ αυτήν.

 Ρέκβιεμ. 

Και, αν και οι πολλοί θα περίμεναν Μότσαρτ, θα σου πήγαινε πιο πολύ Γκαμπριέλ Φορέ, τώρα που το σκέφτομαι. Απαλότητα, γαλήνη, ομορφιά.

 Κι αυτός έλεγε πως ο θάνατος είναι μια ευτυχισμένη απελευθέρωση.

 Αγόρι μου, πάλι θα έκανες το twist. 

Και, σε παρακαλώ, ν’ αρχίζεις να… προετοιμάζεσαι για τον Αόριστο. 

Είχα, θα λες.»

«Αχ! Τι μου θύμισες τώρα. Ένα μικρό ποίημα της Τύχω μου. Να θυμηθώ να της στείλω μήνυμα. Χρωστάω μια απάντηση από τον Δεκέμβρη».

«Ναι, κανόνισε να ανταριάσεις τη γυναίκα. Έχετε μήνυμα από το υπερπέραν: ο φίλος σας ο G θυμήθηκε πως έχει αφήσει εκκρεμότητες».

«Γιατί; Κάλλιο αργά παρά αργότερα» δήλωσε ο G.

«Δυστυχώς. Τώρα είσαι στο αργότερα», απάντησε κοφτά ο Καθρέφτης.

«Ναι, ε; Μα ο Νίκολσον πρόλαβε στην ταινία…»

«Να σου πω, αγόρι μου G. Θα συνεχίσουμε το… παράλογο; Ή θα πούμε και καμιά κουβέντα της προκοπής; Θα είσαι κι εδώ ακόμα οξύμωρος;»

«Αχ! Ναι. Ο κατ’ οξύν μωρός τους. Το ήξερα αυτό. Χα! Σε ρούμπωσα», είπε καγχάζοντας ο G.

Ο Καθρέφτης κοίταξε ψηλά, σαν να ζητούσε βοήθεια από τα θεία.

«Μα τώρα έχουμε χρόνο!» συνέχισε ο G. «Και θα κάαααθομαι!»

«Εε! Άντε, άρχισε να μιλάς σωστά. Ποτέ ο χρόνος δεν είναι όπως τον νομίζεις. Έχεις κάνει κόσμο και κοσμάκη να σπαρταράει. Ιχθύς είπαμε, ε;

 Φτου! Να, τώρα άρχισα κι εγώ τα παράλογα αστεία», είπε μισοαγανακτισμένος ο Καθρέφτης.

«Πω πώ! Λαοθάλασσα. Με αγαπούν! Η καλοσύνη των ξένων», είπε ο G, βλέποντας τον κόσμο να έχει ξεχυθεί στους δρόμους της παλιάς γειτονιάς του. 

«Πάλι σουξέ έκανα!»

«Αχ! Τους έχεις κάψει. Δεν κλαίνε μόνο τον καλλιτέχνη και τον άνθρωπο, μα και τον εαυτό τους. Τον βλέπουν εκεί, στη νεκρώσιμη ακολουθία σου.

 Ζημιά, φιλαράκι. 

Τους έκαψες στην καψούρα. 

Και καίγονται όπως καιγόσουν. 

Βίωναν μαζί σου τον παράλογο έρωτα που τσάκιζε.

 Αυτόν που τους ωθούσε να αλλάζουν πόλη και να περπατούν χιλιόμετρα για μία ώρα μικρή μ’ έναν έρωτα μεγάλο. 

Που κάθε βράδυ του Σαββάτου έκλαιγαν και ήταν του θανάτου και σε άκουγαν είκοσι φορές συνεχόμενα, με άλλα τόσα ποτήρια… συνεχόμενα.

 Καψούρα, ρε φίλε.

 Εσύ και η υπερβολή σου. Όλα στα άκρα. Καλέ μου, τους έκαιγες, σου λέω.

Πονάω, μα δεν θέλω από τον πόνο να βγω. Καμία λύτρωση.

Και καλά, αυτό το επίθετό σου στη μέση το έκοψες. Μα την προσθήκη ενός Χ στο τέλος; Την ξέχασες; 

…ζώχ!»

«Ε! Μονότερμα το πήρες. Εγώ είμαι ο G, ο αληθινός!»

«Ήσουν! Δεν είπαμε να συνηθίζεις τον Αόριστο;»

«Καψούρα! Ωραία λέξη! Να βρω την ετυμολογία, να την ενστερνιστώ» είπε ο G αλλάζοντας για μια ακόμη φορά θέμα. 

«Τρομάρα σου. Έμαθες και τη λέξη “ενστερνίζομαι”. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ στην πίστα να λες… “απόψε ενστερνίζομαι”, λες κι έλεγες “φτερνίζομαι”.
Όμως αναρωτιέμαι. Τι ήταν αυτό, ρε φίλε; Ό,τι κι αν έκανες, ο κόσμος εκεί.

 Οπαδοί να σκίζουν φανέλα.

 Είχες πιάσει τον παλμό. 

Κι αυτά τα λόγια σου ήταν σαν ναρκωτικό. Δεν το ήθελες, μα κάθε πρωί ξανακυλούσες μέσα του. Στοίχειωναν τη μνήμη και τη θόλωναν. Κι όμως επιβίωναν ’κει μέσα.

 Το ανεκπλήρωτο, ρε φίλε. Μεγάλη λέξη».

Ο G άρχισε να τον κοιτά με άλλο μάτι.

Τι είπε ο θρασύς; Και πόσο δίκιο είχε.

Το ανεκπλήρωτο.

Η εκκρεμότητα.

Πόσα τέτοια είχε. Και τα τραγούδησε τόσο καλά!

«Η φαντασίωση, τι κυρία! Χωρίς υποχρεώσεις. Φτιασιδώνεται όπως θέλει -και θέλεις- και θεωρεί πως είναι ωραία. Η πραγματικότητα, απ’ την άλλη, άσχημη γριά. Σε απογοητεύει, σε αναγκάζει να δεις τις διαφορές, σε φθείρει. Πού ’ν’ το καλό της;» αναρωτήθηκε ο G.

«Ίσως δεν έχει καλό. Και κάποιες φορές είναι χειρότερη από το χειρότερο όνειρο. Ίσως γι’ αυτό η φαντασίωση μένει πάντα νέα», σιγομουρμούρισε ο Καθρέφτης.

Ο G σώπασε για λίγο.

«Ναι! Μην τους χαλάς το όνειρο! Στην καρδιά τους θα μένει αναλλοίωτη. Όπως κι εγώ», πρόσθεσε.

Προσπάθησε να κάνει τη χαρακτηριστική του κίνηση με τα χέρια ανοιχτά, με το μικρόφωνο στο αριστερό.

Στοπ καρέ.

Του τραγουδιού.

Μα δεν…

Ούτε στα μάτια.

Ούτε στον καθρέφτη.

Ο G κοίταξε για λίγο το κενό – κι όχι το κοινό.

«Χρόνος».

«Ας προετοιμάζομαι για τον Αόριστο».

—

Υ.Γ.

Η εικόνα είχε γίνει ασαφής.

Εξαϋλωμένος.

Μόνο μια φωνή ακουγόταν, όσο απομακρυνόταν:

«Μέσα μου νιώθω παράξενα…
Μ’ έχασα κάπου ανάμεσα στον κάτω κόσμο και τον ουρανό. 

Σώμα κενό… » 
         Ζω; 

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους