
της Ιωάννας Φυτιλοπούλου, Assistant Manager, People Services, KPMG στην Ελλάδα
Η αναζήτηση εργασίας είναι ίσως μια «δουλειά» που αναλαμβάνουμε χωρίς προϊστάμενο, συγκεκριμένο ωράριο, ανατροφοδότηση ή βεβαιότητα για το αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό να την προσεγγίζουμε με οργάνωση και ξεκάθαρη στρατηγική.
Για έναν πιο έμπειρο επαγγελματία μάλιστα, η αναζήτηση μιας νέας θέσης μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή αλλαγή εργασίας. Μπορεί να σημαίνει επιστροφή στην αγορά μετά από αρκετά χρόνια στον ίδιο οργανισμό, μετάβαση σε διαφορετικό κλάδο ή ρόλο ή ακόμη και επαναπροσδιορισμό του επόμενου επαγγελματικού βήματος. Σε αυτή τη διαδικασία δεν χρειάζεται απαραίτητα να πιέζουμε περισσότερο τον εαυτό μας. Χρειάζεται να βρούμε έναν τρόπο να προχωράμε με συνέπεια, χωρίς να αφήνουμε την αίσθηση της επαγγελματικής μας αξίας να εξαρτάται από το αν ένα email θα απαντηθεί, μια αίτηση θα προχωρήσει ή μια συνέντευξη θα οδηγήσει σε πρόταση.
Εδώ μπορεί να βοηθήσει το self-coaching: η πρακτική του να κάνουμε στον εαυτό μας τις ερωτήσεις που θα έκανε ένας καλός coach.
Self-coaching δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει υπερβολικά θετική σκέψη ούτε αυστηρή αυτοκριτική. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: Να είμαστε ρεαλιστές με τα δεδομένα και ευγενικοί με τον εαυτό μας.
Θέτουμε τους στόχους μας, πριν από την αποστολή του βιογραφικού
Πριν αρχίσουμε να στέλνουμε βιογραφικά, αξίζει να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να απαντήσουμε σε τέσσερις βασικές ερωτήσεις:
- Τι ξέρουμε να κάνουμε πραγματικά καλά;
- Ποιες πτυχές της εργασίας μας, μας δίνουν ενέργεια;
- Ποιες είναι οι τρεις σημαντικότερες αξίες μας στην εργασία;
- Τι είναι πλέον μη διαπραγματεύσιμο για εμάς;
Όσο εξελίσσεται η επαγγελματική μας διαδρομή, το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποια δουλειά μπορώ να κάνω;», αλλά και «ποια δουλειά θέλω να κάνω στο επόμενο στάδιο της καριέρας μου;».
Η εμπειρία δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε καλύτερα όχι μόνο τι μπορούμε να προσφέρουμε, αλλά και σε ποιο περιβάλλον μπορούμε να αποδώσουμε καλύτερα. Οι απαντήσεις στις παραπάνω ερωτήσεις λειτουργούν ως φίλτρο. Μας βοηθούν να μη μετατρέψουμε την αναζήτηση εργασίας σε μια ατελείωτη σειρά αιτήσεων για θέσεις που τελικά δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που πραγματικά αναζητάμε.
Εστιάζουμε στη διαδικασία και όχι μόνο στο αποτέλεσμα
Το «θέλω να βρω δουλειά μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα» είναι ένας απόλυτα κατανοητός στόχος. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, δεν βρίσκεται εξ ολοκλήρου στον έλεγχό μας.
Αντίθετα, μπορούμε να ελέγξουμε:
- Πόσο στοχευμένες είναι οι αιτήσεις μας
- Πόσο ενεργοποιούμε το επαγγελματικό μας δίκτυο
- Πόσο συστηματικά κάνουμε follow-up
- Πόσο καλά προετοιμαζόμαστε για κάθε συνέντευξη
- Πόσο ξεκάθαρα μπορούμε να εξηγήσουμε την εμπειρία μας και την αξία που προσφέρουμε σήμερα
Η ποσότητα δεν είναι απαραίτητα αποτελεσματικότητα. Δεκάδες βιαστικές αιτήσεις μπορεί δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι ουσιαστική στρατηγική αναζήτησης. Λιγότερες, περισσότερο στοχευμένες κινήσεις μπορούν να έχουν μεγαλύτερη αξία. Στόχος δεν είναι να κάνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα, αλλά να κάνουμε με συνέπεια όσα πραγματικά μπορούν να μας οδηγήσουν ένα βήμα πιο κοντά στην κατάλληλη ευκαιρία.
Μετατρέπουμε την αυτοκριτική σε ερώτηση
Η διαφορά ανάμεσα στον εσωτερικό κριτή και στον coach είναι απλή: Ο πρώτος βγάζει συμπεράσματα, ενώ ο δεύτερος κάνει ερωτήσεις που οδηγούν στην επόμενη κίνηση. Μπορούμε να κάνουμε self-coaching και να θέσουμε στον εαυτό μας τις παρακάτω ερωτήσεις:
Αντί για:«Δεν τα πήγα καλά στη συνέντευξη» ρώτησε:«Ποια ερώτηση με δυσκόλεψε και τι θα απαντούσα διαφορετικά την επόμενη φορά;»
Αντί για:«Κανείς δεν μου απαντά» ρώτησε: «Χρειάζεται να αλλάξω το μήνυμά μου, τον τρόπο που παρουσιάζω την εμπειρία μου, το δίκτυο στο οποίο απευθύνομαι ή τη στόχευσή μου;»
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται να νιώσουμε αποθάρρυνση. Η αποθάρρυνση μετά από μια συνέντευξη που δεν πήγε όπως περιμέναμε ή μετά από μια απόρριψη είναι απολύτως φυσιολογική. Η διαφορά είναι ότι η αυτοκριτική συχνά δημιουργεί αδιέξοδο, ενώ οι σωστές ερωτήσεις δημιουργούν επιλογές.
Κάνουμε την απόρριψη δεδομένο, όχι συμπέρασμα για την αξία μας
Το self-coaching μάς βοηθά να κάνουμε ένα βήμα πίσω και, αντί να προσωποποιήσουμε κάθε αρνητικό αποτέλεσμα, να αναζητάμε μοτίβα στη διαδικασία.
Αν δεν φτάνουμε σε συνεντεύξεις, ίσως χρειάζεται να επανεξετάσουμε το βιογραφικό, τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε την εμπειρία μας ή τη στόχευση των θέσεων στις οποίες απευθυνόμαστε.
Αν η διαδικασία σταματά συνήθως στην πρώτη συνέντευξη, αξίζει να εξετάσουμε περισσότερο την παρουσίαση και την επαγγελματική μας αφήγηση: Πόσο καθαρά συνδέονται όσα έχουμε κάνει μέχρι σήμερα με τις ανάγκες του συγκεκριμένου ρόλου, τις επικοινωνιακές δεξιότητες, καθώς και την ευρύτερη προετοιμασίας μας.
Αν φτάνουμε συχνά στους τελικούς γύρους των συνεντεύξεων, αυτό αποτελεί διαφορετικό δεδομένο. Ίσως δεν χρειάζεται να αλλάξουμε συνολικά τη στρατηγική μας, αλλά να εξετάσουμε τι μπορούμε να βελτιώσουμε στα τελευταία στάδια της διαδικασίας και ποιο feedback μπορούμε να αξιοποιήσουμε.
Self-coaching δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα κάνουμε όλα μόνοι μας
Δεν είναι πάντα εύκολο να αντιληφθούμε πώς παρουσιάζουμε τον εαυτό μας σε μια συνέντευξη, αν το βιογραφικό μας αναδεικνύει τα σωστά στοιχεία ή αν η πολυετής εμπειρία μας μεταφράζεται με σαφήνεια σε αξία για τον επόμενο εργοδότη. Γι’ αυτό χρειάζεται και η ματιά των άλλων. Ένας άνθρωπος από τον κλάδο μας, ένας πρώην συνάδελφος, ένας σύμβουλος ή κάποιος που εμπιστευόμαστε μπορεί να μας δώσει μια διαφορετική οπτική και, κυρίως, ειλικρινές και συγκεκριμένο feedback.
Η αναζήτηση εργασίας είναι αναπόφευκτα μια περίοδος αβεβαιότητας. Δεν χρειάζεται, όμως, να γίνει περίοδος αμφισβήτησης της αξίας μας. Για έναν έμπειρο επαγγελματία, άλλωστε, η επόμενη κίνηση δεν χρειάζεται να είναι απλώς «μια ακόμη δουλειά». Μπορεί να αποτελέσει μια συνειδητή επιλογή για το επόμενο κεφάλαιο της επαγγελματικής του διαδρομής.
Γιατί ο στόχος δεν είναι απλώς να βρούμε την επόμενη θέση. Είναι να φτάσουμε στον «προορισμό μας» γνωρίζοντας καλύτερα τι θέλουμε, και τι μπορούμε να προσφέρουμε.