Ο Μάνος ήταν δεκαοκτώ χρονών όταν, ένα πρωινό του Ιουλίου, είδε στην οθόνη του υπολογιστή του τη βαθμολογία των Πανελλαδικών και κατάλαβε ότι το όνειρό του για την Ιατρική δεν θα γινόταν πραγματικότητα. Είχε διαβάσει αμέτρητες ώρες, είχε ξενυχτήσει, είχε στερηθεί εξόδους και διακοπές και είχε περάσει έναν ολόκληρο χρόνο με την αίσθηση ότι κάθε διαγώνισμα, κάθε βαθμός και κάθε λάθος θα μπορούσε να καθορίσει ολόκληρη τη ζωή του. Κι όμως, όταν ήρθε «η στιγμή της αλήθειας», οι βαθμοί δεν ήταν αρκετοί.
«Δεν πέρασα», είπε σχεδόν ψιθυριστά στη μητέρα του, η οποία στεκόταν πίσω του και περίμενε να ακούσει τα αποτελέσματα.
Αργότερα, στο σπίτι, το κλίμα ήταν βαρύ και ασήκωτο… «Σου τα λέγαμε. Δεν διάβασες όσο έπρεπε» ήταν το πικρό σχόλιο του πατέρα του, που λες και εξαρτούσε όλη του την ύπαρξη από αυτές τις Πανελλήνιες του γιου του…
Ήταν ίσως η χειρότερη φράση που θα μπορούσε να ακούσει εκείνη τη στιγμή ο Μάνος, όχι επειδή ήταν εντελώς άδικη, αλλά επειδή μέσα του ήξερε ήδη ότι είχε μέσα της μεγάλη δόση αλήθειας, παρά την προσπάθειά του…
Για τον Μάνο, το καλοκαίρι που ακολούθησε ήταν δύσκολο, γιατί δεν ένιωθε απλά σαν ένα δεκαοκτάχρονο που «δεν πέρασε στη σχολή που ήθελε». Για τον Μάνο, η αποτυχία αυτή είχε γίνει σχεδόν ταυτόσημη με την προσωπική του αξία. Και το συναίσθημα του «αποτυχημένου» διογκωνόταν κάθε φορά που άνοιγε το κινητό του κι έβλεπε συμμαθητές του να ανεβάζουν φωτογραφίες πανηγυρίζοντας για τις σχολές τους» και να ετοιμάζονται για τη φοιτητική τους ζωή.
Αλλά το πιο βαρύ ήταν το κλίμα στο σπίτι, κι έτσι, τις επόμενες εβδομάδες ο Μάνος άρχισε να αποσύρεται. Δεν συναντούσε τους φίλους του, απέφευγε τις συζητήσεις για τις σχολές και έμενε κλεισμένος στο δωμάτιό του. Το άγχος που είχε συσσωρεύσει ολόκληρη τη χρονιά άρχισε να βγαίνει με έναν διαφορετικό τρόπο: Στο φαγητό. Άνοιγε το ψυγείο χωρίς να πεινάει, παρήγγελνε πίτσες και burgers, έτρωγε πατατάκια βλέποντας βίντεο και, όταν τελείωνε, ένιωθε για λίγα λεπτά μια παράξενη ανακούφιση πριν επιστρέψει το ίδιο βάρος στο στήθος του. Μέχρι τα μέσα Αυγούστου είχε πάρει πάνω από δέκα κιλά!
«Δεν σε αναγνωρίζω πια», του είπε ένα πρωί η μητέρα του, φανερά ανήσυχη για την κατάσταση του γιου της. Εκείνος την κοίταξε και, για πρώτη φορά, δεν θύμωσε: «Ούτε κι εγώ αναγνωρίζω τον εαυτό μου.»
Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή άρχισε πραγματικά να αλλάζει κάτι μέσα του, λες και είχε πια φτάσει «στον πάτο». Εκείνο το βράδυ έμεινε μόνος να σκέφτεται ξανά τη χρονιά που είχε περάσει, αλλά μέσα από μια νέα οπτική : Όντως, οι γονείς του ήταν πιεστικοί, οι συμμαθητές του σκληροί, μερικές φορές ακόμη και κακοί. Όμως υπήρχαν και εκείνα που ανήκαν στον ίδιο: Είχε αφήσει το άγχος να τον παραλύσει, είχε αναβάλει δύσκολα μαθήματα, είχε χάσει ώρες στο κινητό, είχε φοβηθεί τόσο πολύ την αποτυχία ώστε κάποιες φορές προτίμησε να την αγνοήσει!
Κι έκανε την ερώτηση που άλλαξε τα πάντα: «Τι μπορώ να κάνω φέτος διαφορετικά;»
Τις επόμενες ημέρες κατάστρωσε το πλάνο του για το νέο ξεκίνημα: Χωρίς πανικό, με πρόγραμμα και μέτρο. Συγκεκριμένες ώρες διαβάσματος, κινητό έξω από το δωμάτιο, πολύ καλό καθημερινό ύπνο, περπάτημα, σωστή διατροφή και διαλείμματα ξεκούρασης. Οι επιλογές αυτές του ήρθαν εύκολα και αβίαστα, γιατί βασίζονταν στην συνειδητή επένδυση που είχε αποφασίσει να κάνει στον εαυτό του!
Παράλληλα, χρειάστηκε και η «δύσκολη συζήτηση» με τους γονείς του. «Ξέρω ότι θέλετε να περάσω στην Ιατρική και ξέρω ότι θέλετε το καλό μου», τους είπε. «Αλλά αυτή τη φορά θέλω να με στηρίξετε χωρίς απειλές και φωνές.» Οι γονείς του δεν άλλαξαν μαγικά από εκείνη την ημέρα, ούτε ο Μάνος σταμάτησε να εκνευρίζεται μαζί τους. Όμως είχε μάθει πως μπορούσε να βάζει όρια χωρίς να χρειάζεται να συγκρουστεί, να εκφράζει αυτό που χρειαζόταν χωρίς να απολογείται!
Το ίδιο έκανε και με τους συμμαθητές του: Στο όποιο «bullying», για πρώτη φορά δεν ένιωσε την ανάγκη να απαντήσει ή να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έκλεινε το κινητό και συνέχιζε με το βλέμμα προς το όραμά του.
Και κάπως έτσι έφτασε ο Σεπτέμβρης. Ο Μάνος δεν είχε καμμιά «εγγύηση» ότι θα περνούσε στην Ιατρική, κι ότι η προσπάθειά του θα ανταμειβόταν όπως ονειρευόταν. Είχε όμως κάτι που δεν είχε έναν χρόνο πριν: Καλύτερη γνώση του εαυτού του, περισσότερη ψυχραιμία, μεγαλύτερη ωριμότητα και ένα πολύ πιο συγκεκριμένο σχέδιο.
Το πρωί της πρώτης μέρας του Σεπτέμβρη κάθισε στο γραφείο του, άνοιξε το καινούργιο τετράδιο και έγραψε στην πρώτη σελίδα τον στόχο του. Και ακριβώς από κάτω, κάτι που είχε μάθει μέσα από το πιο δύσκολο καλοκαίρι της ζωής του:
«Δεν μπορώ να ελέγξω το αποτέλεσμα. Μπορώ όμως να ελέγξω την προσπάθεια, τη στάση, και το επόμενο βήμα μου.»
Ο Μάνος δεν είχε πάψει να φοβάται, όμως είχε μάθει να προχωρά μαζί με τον φόβο του. Κι αυτόν τον Σεπτέμβρη, δεν ήξερε που θα τον έβγαζε ο δρόμος, ήξερε όμως με σιγουριά ποιος κρατούσε το τιμόνι!


