Φωνασκώντας για να ακουστεί, με συλλαβές διακεκομμένες εξαιτίας του αέρα που μέρες λυσσομανούσε στις Κυκλάδες, η Νίκη προσπάθησε κάτι να μου πει που δεν κατανόησα την πρώτη φορά. Με τη δεύτερη, κατάλαβα πως ήταν απολύτως συνεπαρμένη, καθηλωμένη από το βιβλίο που διάβαζε. «Σου γράφω από την Κοιλιά του Κτήνους», άκουσα καθαρά τον τίτλο στην τρίτη τηλεφωνική απόπειρα. «Μη σου ξεφύγει», πρόσθεσε. «Είναι καταπληκτικό».
Εκτιμώντας ως αλάνθαστο το αναγνωστικό της κριτήριο, λίγες μέρες μετά, παρέλαβα το βιβλίο από το λατρεμένο βιβλιοπωλείο του δικού μου νησιού. Από τις πρώτες 10 σελίδες ένιωσα σαν να είχα κατεβάσει μαζεμένες 10 γουλιές αυθεντικής τεκίλας σε άδειο στομάχι. Δυνατό. Ακαταμάχητο, με ένα γοητευτικό, αρωματικό τσούξιμο. Όντως, συναρπαστικό και εντελώς καθηλωτικό.
Για την υπόθεση, είχε μιλήσει ο συγγραφέας, Μίνως Ευσταθιάδης, σε μια παλαιότερη συνέντευξή του στη Χαριτίνη Μαλισσόβα, στο Διάστιχο:
«Αφορμή, υπήρξε η εξαφάνιση, το 1981, της δεκάχρονης Ούρσουλα Χέρμαν, σ’ ένα γερμανικό δάσος. Για πολλούς λόγους, αποτελεί έως σήμερα την πιο διάσημη ιστορία εξαφάνισης στη Γερμανία. Το 2006, βρέθηκε δολοφονημένη στο πολυτελές ρετιρέ της, στο Μόναχο, η Σαρλότε Μπέρινγκερ. Συνελήφθη και τελικά καταδικάστηκε ο ανιψιός της, ο οποίος υποστήριζε –και ακόμα υποστηρίζει– ότι είναι αθώος. Όταν άρχισα να πιστεύω ότι οι δύο φαινομενικά άσχετες υποθέσεις, που απέχουν μεταξύ τους 25 ολόκληρα χρόνια, τελικά συνδέονται, αποφάσισα να γράψω γι’ αυτές».
Προηγήθηκε η «κομβική» συνάντηση του συγγραφέα με τον Φρέντι, τον ανιψιό, που εξέτιε ποινή ισοβίων για τη δολοφονία της θείας του, σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, στη Γερμανία. «Αν δεν είχα μιλήσει μαζί του, και μάλιστα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, μάλλον το βιβλίο δεν θα υπήρχε. Τουλάχιστον, όχι σε αυτήν τη μορφή. Η ίδια η αφήγησή του είχε τη δική της βαρύτητα, όμως ο τόπος και οι συνθήκες της συνάντησής μας προσέθεσαν και μια άλλη σημασία: Σε μια από τις σκληρότερες φυλακές της Γερμανίας, σχεδόν τα πάντα αρχίζουν να αποκτούν και κάποιο διαφορετικό νόημα. Μιλούσα με κάποιον που βρισκόταν κλεισμένος ήδη 16 χρόνια εκεί μέσα για ένα έγκλημα που, από την πρώτη στιγμή, φώναζε πως δεν διέπραξε».
Να πούμε ότι Μίνως Ευσταθιάδης σπούδασε νομικά, πρώτα στην Αθήνα και μετά στο Ανόβερο. Έγραψε -και γράφει- εκπληκτικά μυθιστορήματα, όπως Έξοδος (Ανατολικός, 2001), Χωρίς γλώσσα (Καστανιώτης, 2004) και Το δεύτερο μέρος της νύχτας (Ωκεανίδα, 2014), που εκδόθηκε στα γερμανικά (Acabus, 2014). Το μυθιστόρημά του Ο δύτης (Ίκαρος, 2018, β’ έκδοση Μεταίχμιο, 2025) εκδόθηκε στα γαλλικά (Actes Sud, 2020) και στα αραβικά (Al Arabi, 2023). Βρέθηκε στη short list των βραβείων Athens Prize for Literature (Ελλάδα), Violeta Negra Occitanie (Γαλλία) και Prix du Livre Européen (Ευρώπη). Το μυθιστόρημά του Κβάντι (Ίκαρος, βιβλία 2020) εκδόθηκε στα γαλλικά (Actes Sud, 2023), ενώ το βιβλίο του Σχέδια του χάους (Ίκαρος, 2022), πήρε επίσης πράσινο φως κυκλοφορίας στα γαλλικά, (Actes Sud) και έχει υπογραφεί option για την τηλεοπτική μεταφορά του. Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του, Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους, (2025), κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Από όλα αυτά, το πιο σημαντικό ίσως, για μένα είναι ότι ο Μίνως Ευσταθιάδης είναι ένας ευγενικός, «κανονικός», ωραίος άνθρωπος, με χιούμορ, όπως όλοι οι πραγματικά σπουδαίοι. Άμεσος, ανθρώπινος, θέλησε από την αρχή να ανταποκριθεί στο αίτημά μας για μια μικρή συνέντευξη, παρόλο που το τηλεφώνημά μου τον πέτυχε σε διακοπές, αμέσως μετά την παρουσίαση του βιβλίου του στη Λευκάδα.
Αν μας διαβάζει αυτή τη στιγμή, θέλουμε να ευχηθούμε τεράστια επιτυχία στο… Κτήνος και να γίνει γνωστή η δουλειά του συγγραφέα στα πέρατα της γης, όπως της αξίζει. Προσωπικά, θέλω να τον ευχαριστήσω για τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις μας και να βάλω υποψηφιότητα, να τον έχουμε στο Just a Number με μία δεκαπλάσια σε μέγεθος συνέντευξη, στην παρουσίαση του επόμενου βιβλίου του.
Δεν ξέρω πόσο επηρεάστηκα από το short-listed σε σημαντικά βραβεία, μεταφρασμένο στα γαλλικά και αραβικά, βιβλίο σας «Ο Δύτης» ή από το γεγονός ότι, όπως διάβασα, κάνατε με μανία ιστιοσανίδα ή από το ότι μένετε κοντά στη θάλασσα… Έχω, όμως, την παράδοξη εντύπωση ότι και το συγκλονιστικό, πιο πρόσφατο, «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους», είναι και αυτό ένα βιβλίο, αγκιστρωμένο σε ένα νήμα που συνδέει τη σκέψη σας με το βυθό. Τον βυθό τον σκοτεινό, τον ανεξερεύνητο, με τις ξαφνικές σκιές, τις φωτεινές χαραμάδες, τους ανελέητους νόμους. Πόσο βαθιά βουτάτε στην ψυχή σας όταν γράφετε; Μπορείτε να συνδυάζετε το ρόλο του «βουτηχτή» με εκείνον του παρατηρητή στην αναζήτηση της αλήθειας, όταν τα δεδομένα είναι ρευστά και κολλώδη, σαν τον πάτο της θάλασσας;
Είναι αλήθεια ότι έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τη θάλασσα, που πιθανότατα επηρεάζει –και– τον τρόπο γραφής μου. Δεν τα πάω καλά με τα (κάθε είδους) προγράμματα, τις διάφορες τεχνικές συγγραφής και τους κανόνες τους. Ίσως, βέβαια, όλα αυτά να είναι φτηνές δικαιολογίες έτσι ώστε τελικά να κάνω «του κεφαλιού μου». Πολύ συχνά έχω την αίσθηση πως κάθομαι στα τελευταία καθίσματα μιας έρημης αίθουσας σινεμά, ενώ μπροστά μου αρχίζει να παίζεται μια άγνωστη ταινία. Κάθε φορά προβάλλονται μόνο λίγες σκηνές, συχνά μάλιστα μπερδεμένες μεταξύ τους. Προσπαθώ λοιπόν να τις βάλω σε μια (φανταστική) σειρά και ύστερα να τις περιγράψω, όσο πιο πιστά μπορώ. Κατά κάποιον τρόπο πρόκειται για μια απόπειρα να αποτυπωθεί το χάος – το δικό μου ή το γενικότερο.
Είχατε δώσει μια συνέντευξη στον κοινό φίλο μας, Νίκο Μπακουνάκη, με την ιδιότητα του συγγραφέα-ειδικού αστυνομικών θρίλερ. Θα ήσασταν έτοιμος να πάτε τελείως κόντρα, γράφοντας μια τρελή κωμωδία ή σάτιρα;
Τώρα που το λέτε αρχίζω λιγάκι να φοβάμαι. Πάντα τρέμω τους «ειδικούς» και ελπίζω να μην είμαι ένας απ’ αυτούς. Το χιούμορ αποτελεί ίσως το δυνατότερο όπλο. Πολλές φορές μάλιστα είναι και το μοναδικό που διαθέτουμε, κυριολεκτικά η τελευταία γραμμή άμυνας. Άρα η απάντησή μου στην ερώτηση είναι: Σαφώς ναι. Πιθανότατα μάλιστα και να το έχω ήδη κάνει. Ποιος μπορεί να με διαβεβαιώσει ότι δεν κυκλοφορεί ήδη εκεί έξω μια δική μου τρελή κωμωδία;
Η έννοια του «κτήνους» είναι κάτι που υπάρχει μέσα μας; Και, αν ναι, έχει το δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα, ανεξάρτητα από το τι θέλει να πει ή πόσο θα βλάψει με αυτό που θα πει;
Τι νόημα θα έχει οποιοδήποτε είδος πολιτισμού, αν ευθύς εξαρχής δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης; Και από την άλλη, τι νόημα θα έχει οποιοδήποτε δικαίωμα, αν δεν γνωρίζει απολύτως κανένα όριο; Μπορεί να ακούγονται κάπως αντιφατικά όλα αυτά, η αντίφαση όμως αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ελευθερίας. Δεν ξέρω αν όλοι μας παλεύουμε με κάποιο κτήνος – εντός ή εκτός. Μου φαίνεται ότι πολλές φορές αυτή η μάχη χάνεται. Τώρα τελευταία, όλο και συχνότερα. Μακάρι, βέβαια, να κάνω λάθος.



