Ο καφές ήρθε από μακριά.
Ξεκίνησε τον 15ο αιώνα στην Υεμένη, ταξίδεψε από τα λιμάνια της Αιγύπτου στην Κωσταντινούπολη, στη Βιέννη, στη Γαλλία και κάποτε έφτασε στην Ελλάδα.
Στην αρχή ήταν πολυτέλεια, αργότερα καθημερινότητα.
Σήμερα πια ζει παντού. Στο χωριό, στην πόλη, στο χέρι του νεαρού που περπατά βιαστικός, στην ησυχία του μεγαλύτερου, που κάθεται με το φλιτζάνι στο τραπέζι.
Ο καφές ταξίδεψε αιώνες για να μας συναντήσει. Και κάθε φορά μας βρίσκει λίγο διαφορετικούς, αλλά, πάντα πεινασμένους για στιγμές που αξίζουν να σταματήσουν.
Στα παλιά καφενεία, ο καφές έμπαινε στη φωτιά, όπως έμπαινε και η μέρα στη ζωή: Σιγά-σιγά χωρίς βιασύνη. Το μπρίκι άχνιζε, ο αφρός ανέβαινε προσεκτικά, το κουταλάκι ακουμπούσε στο φλιτζάνι με ήχο καθαρό, σχεδόν τελετουργικό. Ο καφές δεν φτιαχνόταν για να σε ξυπνήσει φτιαχνόταν για να σε κρατήσει.
Τα καφενεία δεν ήταν όλα ίδια όπως και οι άνθρωποι.
Στα χωριά, το καφενείο είχε χαλαρότητα. Άνοιγε νωρίς, έκλεινε αργά και στα ενδιάμεσα δεν μετρούσε τον χρόνο.
Οι θαμώνες γνώριμοι, οι κουβέντες λίγες, τα βλέμματα συχνά στραμμένα έξω. Εκεί ο καφές συνοδεύει τη σιωπή χωρίς να ενοχλεί. Ήταν μέρος της καθημερινότητας, όχι απόδραση. Εκεί παιζόταν η πρέφα, η ξερή, το τάβλι. Παιχνίδια που έδιναν νόημα στις ώρες.
Στις πόλεις το καφενείο είχε άλλο ρόλο.
Ήταν σημείο συνάντησης, τόπος αναμονής, χώρος ραντεβού για τους επαρχιώτες που κατεβαίνουν στην πόλη. Εκεί περίμεναν κάποιον άνθρωπο, κάποιο νέο, κάποιο χαρτί κάποια απόφαση.
Ο καφές βοηθούσε να αντέχεται η αναμονή και να γεμίζει ο ενδιάμεσος χρόνος.
Και υπήρχε πάντα η διακόσμηση. Λιτή, αθόρυβη, ουσιαστική. Ξύλινες ψάθινες καρέκλες, γυαλισμένες από τη χρήση, μαρμάρινα τραπεζάκια με σημάδια ζωής, καθρέφτες που άνοιγαν τον χώρο, ημερολόγια ξεχασμένα σε άλλες χρονιές, διαφημίσεις της εποχής κορνιζαρισμένες. Τίποτα επιδεικτικό. Το καφενείο δεν ήθελε να εντυπωσιάσει ήθελε να σε κρατήσει.
Υπήρξαν καφενεία που δεν χάθηκαν, ακόμη και όταν έκλεισαν. Έμειναν γιατί τα κράτησε η τέχνη.
Ένα από αυτά ήταν το καφενείο «ΝΕΟΝ», στην καρδιά της Ομόνοιας εκεί όπου η πόλη περνούσε καθημερινά μπροστά του με τα βήματα της και τις αγωνίες της.
Ο μέγας Γιάννης Τσαρούχης το αποτύπωσε όχι ως σκηνικό, αλλά ως κατάσταση. Στους πίνακες του, οι άνθρωποι κάθονται χωρίς θεατρικότητα χωρίς βιασύνη. Δεν συμβαίνει κάτι εντυπωσιακό. Κι όμως συμβαίνει ζωή.
Ο καφές δεν χρειάζεται να φαίνεται. Υπάρχει στον τρόπο που στέκονται τα σώματα στον χώρο ανάμεσα στις λέξεις.
Και φυσικά, ο καφές υπάρχει και αχνίζει στον στρογγυλό μεταλλικό κρεμαστό δίσκο του γκαρσονιού που τόσο όμορφα αποτύπωσε ο σπουδαίος Σπύρος Βασιλείου.
Έναν δίσκο που ισορροπεί σχεδόν θαυματουργά στο ένα χέρι, φορτωμένος φλιτζάνια ποτήρια νερού, κουταλάκια. Πάνω του χωράει ολόκληρη η κοινωνική ζωή της στιγμής.
Οι παραγγελίες ήταν λίγες και σαφείς:
Σκέτος, μέτριος βαρύς γλυκός.
Τρεις λέξεις αρκετές για να δηλώσεις συνήθεια, χαρακτήρα, ηλικία. Σήμερα οι λέξεις άλλαξαν:
Φραπέ, καπουτσίνο, φρέντο, espresso, φρέντο καπουτσίνο.
Ο καφές έγινε πιο σύνθετος, πιο γρήγορος πιο φορητός.
Ο καφετζής έγινε barista, το μπρίκι μηχανή, το τραπέζι πάγκος.
Κι όμως αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, δεν υπάρχει πραγματική αντίθεση.
Υπάρχει μεταμόρφωση.
Οι άνθρωποι του χθες κάθονταν για να αντέξουν τη μέρα.
Οι άνθρωποι του σήμερα πίνουν καφέ για να την προλάβουν.
Ίδια ανάγκη, διαφορετική κίνηση.
Ο καφές αλλάζει όνομα, θερμοκρασία και ρυθμό, αλλά δεν αλλάζει η ουσία.
Παραμένει ένας τρόπος να συμφιλιωθούμε με τον χρόνο, άλλοτε αφήνοντας τον να απλωθεί μπροστά μας, άλλοτε κρατώντας τον σφιχτά στο χέρι.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το κοινό σημείο όλων των γενεών: Η ανάγκη για μια μικρή παύση μέσα στη μέρα, όπου δε χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα, παρά μόνο να υπάρχουμε.

