Το σκαμπό είναι άβολο αλλά προσφέρει θέα πανοραμική και, στα μάτια μου, καταπληκτική – κι ας αποτελείται προς το παρόν από κενούς χώρους με φωτεινά ανοίγματα. Στο βάθος, ο κύριος Γιάννης, μάστορας μοναδικός, παλιάς κοπής, από αυτούς που μεταμορφώνουν τα πράγματα από λίγο άσχημα σε πολύ ωραία, από κάπως παλιά σε σαν καινούργια, από άχρηστα σε χρήσιμα και από χαλασμένα σε λειτουργικά, με το ένα χέρι σημειώνει στο μπλοκάκι του πόσα κιλά χρώμα θα χρειαστεί. Θα είναι η πρώτη φορά μετά από χρόνια που, στη θέση τις μονοχρωμίας ενός γήινου τόνου, θα παίξουμε λίγο μαζί του, συνδυάζοντας από το σκούρο στο ανοιχτό για να αναδειχτούν οι όγκοι του σπιτιού.
Θα είναι, επίσης, η πρώτη φορά που θα δοκιμάσω αν αποδίδει το ενεργειακό τζάκι, πώς είναι να κόβεις σαν φέτα από τούρτα τη μπανιέρα για να την κάνεις μισή ντουσιέρα και γιατί το κύριο υπνοδωμάτιο θα αλλάξει στέφανα με το γραφείο ώστε να μοιραστεί καλύτερα το φως.
Δεν θα είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που αλλάζω σπίτι. Καινούργιο σπίτι καινούργια ζωή, έλεγε η γιαγιά μου, εκείνη που πρόλαβα να γνωρίσω, γιατί η άλλη που δεν πρόλαβα, είχε ένα ακόμη καλύτερο μήνυμα στο μνήμα της: «’Ολα αλλάζουν, αλλά τίποτα δεν χάνεται».
Ούτε είναι η πρώτη φορά που σπάω τις ώρες για να τις μοιράσω ανάμεσα στο γράψιμο, σε μια βόλτα, στα ξεκαθαρίσματα, τις αποσυνδέσεις, τις συνδέσεις, τις νέες οπτικές ίνες, τα νέα κατατόπια την καινούργια γειτονιά, τις καινούργιες συνήθειες…
Και φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που συγκεντρώνω, συσκευάζω, ξεκαθαρίζω, χαρίζω, με τη σκέψη προσηλωμένη σ’ ένα καινούργιο σπίτι, τύπου «κελί μοναστηριού», όπως το βάφτισα μέσα μου, επειδή είναι πάρα πολλά αυτά που δεν θέλω να με ακολουθήσουν.
Σπίτια, γραφεία – κάθε φορά προσπαθώ να επινοήσω ένα καινούργιο κόλπο για να γίνουν πιο εύκολα τα πρακτικά. Μέχρι τότε, προσκυνώ τα παλιά και καλά, όπως ότι, όταν αλλάζεις ζωή, ετοιμάζεις ένα σακ-βουαγιάζ 5 ημερών, σαν να πηγαίνεις ταξίδι, και το αξιοποιείς για να είναι πιο ξένοιαστη η μετάβαση, χωρίς να ψάχνεις το σπρέι των μαλλιών στο κιβώτιο με τα βάζα.
Ένα πράγμα, πάντως, που σίγουρα θα με ακολουθήσει -μη σας πω ήδη και από το σακ-βουαγιάζ- είναι εκείνο το χάρτινο κουτί, ντυμένο με ένα υπέροχο ύφασμα στις αποχρώσεις της πορφύρας. Είναι το μαγικό χαλί μου – μ’ αυτό απογειώνομε στο άγνωστο, μ’ αυτό έχω προσγειωθεί ξανά και ξανά σε καινούργια σπίτια, καινούργια γραφεία, καινούργια μέρη. Μέσα, ανάμεσα σε πολύ αγαπημένα αποσπάσματα, 5-10 φωτογραφίες, κάτι παλιές λίστες με τραγούδια, υπάρχει και η αγαπημένη μου μικρή αφίσα – μια σελίδα, αν θυμάμαι καλά, κομμένη από περιοδικό, πριν πολλά χρόνια. Δεν πάω πουθενά χωρίς αυτήν. Δείχνει το σύμπαν – ένα χάος από αστέρια και γαλαξίες σε σκούρο μπλε φόντο και, μέσα σ’ αυτό μια απειροελάχιστη κουκίδα που με κόπο ξεχωρίζει – και δεν θα φαινόταν καθόλου, αν δεν κρεμόταν από πάνω της ένα τεράστιο βέλος που την έδειχνε, έχοντας στην κορυφή του ένα μικρό συννεφάκι που έγραφε «είστε εδώ».
Ότι είμαι δηλαδή εκεί που πρέπει να είμαι. Στο σωστό σημείο της πορείας μου στο χρόνο, τη σωστή στιγμή, έτοιμη για το καινούργιο «μάθημα», την καινούργια εμπειρία – κι ένα καινούργιο σπίτι.
Και όπως πακετάρω τα αγαπημένα μου αντικείμενα γραφικής ύλης, σκέφτομαι ότι, μεγαλώνοντας, το καινούργιο έρχεται συχνά πιο εύκολο από όσο έμοιαζε παλιά. Ξέρεις να ξεχωρίζεις τα σημαντικά, να αντέχεις στα δύσκολα, να ισορροπείς στις ανατροπές και να χαίρεσαι, αναγνωρίζοντας την πολύτιμη αξία της χαράς. Όσο για τα καθημερινά, πρακτικά, γίνεσαι πια κινητή εγκυκλοπαίδεια, κάτι σαν φωτεινός παντογνώστης με δεξιότητες οργανωτικής αριστείας.
Επιπλέον, από την ώρα που συνειδητοποιείς την παντοδυναμία του περιττού, έχεις κάνει το πρώτο βήμα αποκόλλησης από συνήθειες που, αναπόφευκτα, κάποια στιγμή αλλάζουν στη ζωή. Όχι, δεν είμαι άπιστη, όπως ίσως θα έλεγε κάποιος, ούτε απέναντι στο παρελθόν μου ούτε στους ανθρώπους του. Κάθε άλλο – και ας με κατηγορούν ότι, ως Δίδυμη στο ζώδιο, δεν μπορώ -λέει- να μείνω πουθενά σταθερή, Μόνο εγώ ξέρω όμως πόσο σταθερή και πιστή έχω μείνει όταν έκρινα ότι έτσι ήθελα. Δεν θα έμενα όμως ποτέ πιστή στους τοίχους ενός σπιτιού και, κυρίως, δεν θα έμενα εγκλωβισμένη στην ιδέα ότι το καινούργιο είναι ασύμβατο με το πέρασμα του χρόνου. Γιατί δεν είναι καθόλου.
Αντίθετα. Απελευθερωμένο το πνεύμα από άγκυρες που δεν του χρειάζονται, αναγκασμένο να προσαρμόζεται γιατί αλλιώς κάθε μέρα θα πεθαίνει, περίεργο σαν κουτσομπόλα παλιάς ελληνικής ταινίας, αφοσιώνεται στο να εξοικειωθεί με καινοτομίες που εξελίσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και σίγουρα δεν θα μείνει προσκολλημένο σε τοίχους. 10 χρόνια τη μία φορά, 23 χρόνια τη δεύτερη, 21 χρόνια την τρίτη, βάλε και τις αλλαγές γραφείων, όλα τα αφήνεις πίσω, αφού τα ευχαριστήσεις που σε φιλοξένησαν και τους ευχηθείς μία καινούργια αρχή, με καινούργιους ιδιοκτήτες που θα τα αγαπήσουν όπως τα αγάπησες και εσύ, για όσο χρόνο πρέπει να αγαπηθούν έτσι.
Κι έτσι αθροίζονται μετακομίσεις, νέες συνδέσεις, αποσυνδέσεις, δουλειές, ανατροπές, άνθρωποι, σχέσεις. Αν το σκεφτείτε, η πρόκληση είναι τυλιγμένη στο λεπτό χαρτί με το οποίο συσκευάζουμε τα ποτήρια για να τα μεταφέρουμε αβλαβή σε ένα καινούργιο χώρο.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι μεγάλη πολυτέλεια το καινούργιο, όσο παλιώνουν τα χρόνια. Όχι επειδή ξεχνάς πόσο δύσκολο ήταν το καινούργιο όταν, ως παιδί, έπρεπε να μπεις σε μία καινούργια τάξη, με καινούργιους συμμαθητές και να κάνεις καινούργιους φίλους χωρίς να υπάρχει κάτι γνώριμο για να κρατηθείς.
Η πολυτέλεια, μεγαλώνοντας, είναι να μην έχεις πια ανάγκη το γνώριμο για να κρατηθείς. Να ξέρεις, απλώς, ότι θα κρατηθείς από σένα, έτσι όπως έμαθες να το κάνεις, περνώντας τα στάδια της ζωής, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν δίπλα σου κάθε φορά. Και να ανυπομονείς πάντα να μπεις σ’ ένα καινούργιο σπίτι για μια καινούργια ζωή.


