Από τις προφορικές μαρτυρίες του 2010 στο Λαογραφικό Μουσείο και την ταινία που ξανάφερε στο φως τις φωνές των παλιότερων κατοίκων του χωριού.
Τριάντα οκτώ χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από το κέντρο της Αθήνας, δίπλα στη λεωφόρο Σουνίου αλλά αθέατος από αυτήν, σε υψόμετρο περίπου 230 μέτρων, βρίσκεται ο Κουβαράς. Ένα χωριό ήσυχο και ζωντανό ταυτόχρονα, περιτριγυρισμένο από τους επτά λόφους που του χάρισαν, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, την παλαιότερη ονομασία του: Επτάλοφος. Σήμερα είναι περισσότερο γνωστός στους κατοίκους της Αττικής από τις ειδήσεις των καλοκαιριών, όταν οι πυρκαγιές φτάνουν ως εδώ. Για όσους όμως ζουν στον τόπο ή έχουν ρίζες σε αυτόν, ο Κουβαράς είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα όνομα στον χάρτη.
Είναι ένας τόπος που κουβαλά μνήμες, οικογένειες, δουλειές, απώλειες, μικρές χαρές και μια ολόκληρη καθημερινότητα που δεν έχει καταγραφεί στα μεγάλα ιστορικά βιβλία.
Τον Νοέμβριο του 2025, η ιστορία αυτή απέκτησε και έναν δικό της χώρο: Εγκαινιάστηκε το Λαογραφικό Μουσείο Κουβαρά, ένα μουσείο αφιερωμένο στις μνήμες, τα βιώματα και τον πολιτισμό του τόπου.
Όμως η ιστορία του Μουσείου είχε αρχίσει πολλά χρόνια νωρίτερα.
Κάποιες από αυτές τις μνήμες ακούστηκαν ξανά, δεκαέξι χρόνια μετά τη στιγμή που καταγράφηκαν για πρώτη φορά.
Το 2010, η Κατερίνα Γρηγορίου πήρε την πρωτοβουλία και, μαζί με μια ομάδα ανθρώπων του ΚΟΠΑΚ, αποφάσισαν να αναζητήσουν τους παλαιότερους κατοίκους του χωριού και να τους ζητήσουν να μιλήσουν. Όχι για γεγονότα που θα συναντούσε κανείς σε επίσημα ιστορικά αρχεία, αλλά για τη ζωή τους. Για το σχολείο, τη δουλειά, τη φτώχεια, τον πόλεμο, τα χωράφια, τα ζώα, τα έθιμα, τις οικογένειες, τους ανθρώπους που έφυγαν. Για όσα θυμόταν ο καθένας.

Η Κατερίνα Γρηγορίου και η Στεύη Τσούτση, συγγραφέα και διευθύντρια εκδοτικού οίκου.
Η Κατερίνα θυμάται σήμερα ότι στόχος εκείνης της πρώτης προσπάθειας ήταν να διασωθούν όχι μόνο οι μαρτυρίες, αλλά και τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής, με την προοπτική να δημιουργηθεί ένα λαογραφικό μουσείο.


Τότε, ίσως κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσο πολύτιμες θα αποδεικνύονταν αυτές οι αφηγήσεις με το πέρασμα του χρόνου.
Το υλικό καταγράφηκε, πέρασε από χέρια, μπήκε σε ένα συρτάρι και για χρόνια θεωρήθηκε χαμένο. Μέχρι που, λίγο πριν από τα εγκαίνια του Λαογραφικού Μουσείου Κουβαρά, οι παλιές κασέτες βρέθηκαν ξανά.
Και μαζί τους επέστρεψαν φωνές ανθρώπων που σε μεγάλο βαθμό δεν βρίσκονται πια στη ζωή.
Η προβολή του «Κουβαράς – Κύκλος Ατέρμων», που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στο χωριό, ήταν ουσιαστικά μια συνάντηση διαφορετικών χρόνων. Οι άνθρωποι που είχαν μιλήσει τότε ξανασυνάντησαν, μέσα από την οθόνη, τον νεότερο εαυτό τους, ενώ οι νεότεροι κάτοικοι του χωριού άκουσαν ιστορίες που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχαν κυρίως ως οικογενειακές αναμνήσεις.
Και είναι αυτές οι αφηγήσεις που δίνουν στο εγχείρημα την πραγματική του αξία.
«Η μάνα μου, με όλες τις φτώχειες… έφευγε από δω με τα πόδια».
Η αφήγηση της Βούλας Κοντογιάννη ξεκινά από εκεί όπου ξεκινούσε και η ζωή πολλών ανθρώπων μιας άλλης εποχής: Aπό την ανάγκη.


της Αττικής – Υπευθυνος χοροδιδάσκαλος
ο Γιάννης Κοντογιάννης.
Η μητέρα της πήγαινε με τα πόδια μέχρι το Μαρκόπουλο για δουλειά, για να μπορέσει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την οικογένεια. Εκείνη, παιδί ακόμη, πήγε σχολείο με δυσκολίες. Τα αδέλφια της σταμάτησαν νωρίς. Η ίδια κατάφερε να τελειώσει το δημοτικό και, γύρω στα δώδεκα-δεκατρία της χρόνια, βρέθηκε μπροστά στην πρώτη μεγάλη επιλογή της ζωής της.
«Δεν θα σε στείλω υπηρέτη», της είπε η μητέρα της. «Θα σε στείλω στην τέχνη».
Έτσι βρέθηκε σε εργαστήριο στη Κερατέα, κοντά στον Γιάννη Παπανικολάου, και για επτά χρόνια πήγαινε και ερχόταν με τα πόδια. Δούλευε όλη μέρα και αμειβόταν με εκατό δραχμές την εβδομάδα.
Δεν είναι απλώς μια προσωπική ιστορία. Είναι ένα μικρό παράθυρο σε μια εποχή κατά την οποία η παιδική ηλικία τελείωνε νωρίς και η εργασία αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας πολύ πριν ενηλικιωθεί κανείς.
Ο πατέρας της ήταν αγρότης. Μετά το σχολείο εργάστηκε και η ίδια ως υπηρέτρια σε μαγειρείο στο Μαρκόπουλο. Ύστερα ήρθε ο πόλεμος του 1940.
«Μετά το ’40 δεν υπήρχε τίποτα. Ψωμί… Ο πατέρας δεν μπορούσε».
Και τότε η οικογένεια στράφηκε στα κάρβουνα. Ξύλα από το βουνό, φόρτωμα στη σούστα, νυχτερινή διαδρομή μέχρι την Αθήνα. Από τον Κουβαρά στο Μαρκόπουλο και από εκεί, με τα πόδια και το φορτίο, μέχρι το Παγκράτι.
Τα χρήματα ήταν λίγα. Πέντε ή δέκα δραχμές το τσουβάλι, θυμάται.
Οι διαδρομές εκείνης της εποχής περνούσαν από δρόμους που σήμερα δύσκολα αναγνωρίζονται. Δεν υπήρχε άσφαλτος, αλλά καρόδρομος. Στον δρόμο συναντούσαν Γερμανούς και Ιταλούς. Εκείνη όμως συνέχιζε.
Αργότερα ήρθε η δουλειά στο ρετσίνι. Για δεκαετίες ολόκληρες, η συλλογή ρετσινιού αποτέλεσε ένα ακόμη κομμάτι της ζωής του τόπου. Κι ύστερα ήρθε ο γάμος, τα παιδιά, η οικογένεια.
«Έκανα τρία παιδιά. Με φτώχεια, με κούραση… τα πάντρεψα, τα μόρφωσα».
Μέσα σε λίγες φράσεις βρίσκεται μια ολόκληρη κοινωνική ιστορία: Η αγροτική οικογένεια, η παιδική εργασία, η Κατοχή, η επιβίωση, η μετακίνηση προς τα κοντινά αστικά κέντρα, το ρετσίνι, ο γάμος, τα παιδιά και η προσπάθεια κάθε γενιάς να προσφέρει στην επόμενη κάτι περισσότερο από όσα είχε η ίδια.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, χωράνε και οι μικρές ιστορίες της παιδικής ηλικίας.
Σχολείο με τη σάκα και, κρυμμένη στην τσέπη, μια σφεντόνα. Σπουργίτια που γίνονταν «εμπόρευμα» για να αγοραστεί ψωμί. Είκοσι πουλιά για ένα ταλιράκι.
Ήταν μια άλλη εποχή, όπου ακόμη και μια παιδική αταξία μπορούσε να έχει πρακτική αξία.
Η ίδια θυμάται επίσης τη δασκάλα, την κυρία Ευφροσύνη Τριμπάκα, που δεν δίσταζε να την αναζητήσει ακόμη και μέσα στα βαρέλια όταν εκείνη προσπαθούσε να αποφύγει το μάθημα.
Κάποτε, μάλιστα, μαζί με μια συμμαθήτριά της προτίμησαν να πάνε στο σπίτι της δασκάλας για να μαγειρέψουν, να δοκιμάσουν τα παπούτσια και τα ρούχα της και να βάλουν κραγιόν, παρά να μείνουν στο σχολείο. Το φαγητό, φυσικά, κάηκε.
Οι μικρές αυτές ιστορίες είναι που κάνουν τις αφηγήσεις ζωντανές. Γιατί μέσα στην ιστορία της φτώχειας υπάρχει και το γέλιο. Μέσα στη δυσκολία υπάρχει η σκανταλιά. Και μέσα στη σκληρή καθημερινότητα υπάρχει η ανάγκη των ανθρώπων να βρουν έναν τρόπο να χαρούν.
Οι συνεντεύξεις δεν μιλούν μόνο για την καθημερινότητα. Μιλούν και για τον ίδιο τον Κουβαρά.
Για τα σπίτια του, τα παλιά μονοπάτια, τις εκκλησίες, τα χωράφια, τα μαντριά, τα τοπωνύμια και τις ιστορίες που πέρασαν από στόμα σε στόμα.
Ο Κουβαράς, σύμφωνα με την αφήγηση των παλαιότερων, υπήρξε Επτάλοφος. Άλλες παραδόσεις συνδέουν το όνομά του με τον Κούβα και την αρβανίτικη φράση «Κούβα ρα», δηλαδή «ο Κούβα έπεσε». Πρόκειται για μια τοπική παράδοση που, ανεξάρτητα από το πώς μπορεί να ερμηνευτεί ιστορικά, αποτελεί μέρος του τρόπου με τον οποίο οι κάτοικοι αφηγούνται τον τόπο τους.
Και αυτό έχει τη δική του σημασία.
Γιατί η ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα επίσημα τεκμήρια. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποί του θυμούνται και εξηγούν τον κόσμο γύρω τους.
Ένα παλιό σπίτι με χρονολογία 1785. Ένα παράθυρο από το οποίο, όπως διηγούνται, μπορούσαν να παρακολουθούν τον δρόμο. Υπόγεια, πέτρες, ξύλα, παλιά σπίτια που άντεξαν στον χρόνο. Τοπωνύμια όπως τα Τουρκοστάνια και τα Καλύβια. Ιστορίες για τους ανθρώπους που έζησαν εδώ, για τους κτηνοτρόφους, τους γεωργούς, τους ρετσινάδες.
Όλα αυτά μαζί συνθέτουν έναν χάρτη διαφορετικό από τον σημερινό. Έναν χάρτη μνήμης.
Και κάπως έτσι, η αρχική ιδέα εκείνης της προσπάθειας του 2010 βρήκε, δεκαέξι χρόνια αργότερα, έναν πραγματικό χώρο για να στεγάσει τη μνήμη του τόπου. Τον Νοέμβριο του 2025 εγκαινιάστηκε το Λαογραφικό Μουσείο Κουβαρά.
Μαζί με τα αντικείμενα που συγκεντρώθηκαν και διασώθηκαν, το Μουσείο έδωσε έναν νέο χώρο στην ιστορία της καθημερινής ζωής του χωριού: Στα σπίτια, στα επαγγέλματα, στις συνήθειες, στα εργαλεία, στα πρόσωπα και στις ιστορίες των ανθρώπων του.
Και σχεδόν την ίδια στιγμή, οι παλιές κασέτες έδιναν κι αυτές τη δική τους δεύτερη ζωή.
Το υλικό ψηφιοποιήθηκε και επεξεργάστηκε. Οι παλιές φωνές ενώθηκαν με εικόνες και αφήγηση και έγιναν μια ταινία που προβλήθηκε στον ίδιο τόπο όπου είχαν ζήσει οι άνθρωποι που μιλούν σε αυτήν.
Κάποιοι από εκείνους ήταν παρόντες. Κάποιοι άλλοι όχι.
Η προβολή έγινε μια ακόμη μορφή επιστροφής. Οι φωνές που κάποτε είχαν μείνει κλεισμένες σε μια κασέτα βρέθηκαν ξανά ανάμεσα στους ανθρώπους του τόπου τους.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική διάσταση αυτής της προσπάθειας: Ότι η μνήμη δεν χρειάζεται οι άνθρωποι που τη δημιούργησαν να βρίσκονται ακόμη εδώ για να συνεχίσει να υπάρχει.
Μπορεί να βρίσκεται σε μια παλιά κασέτα. Σε μια φωτογραφία. Σε ένα σπίτι. Σε ένα χωράφι. Σε ένα τοπωνύμιο. Σε μια φράση που κάποιος θυμάται από τον παππού ή τη γιαγιά του.
Μπορεί να βρίσκεται ακόμη και σε μια ιστορία που κάποτε ειπώθηκε μπροστά σε μια κάμερα και έμεινε για χρόνια ξεχασμένη σε ένα συρτάρι.
Το Λαογραφικό Μουσείο και η «Κύκλος Ατέρμων» συναντιούνται έτσι σε κάτι κοινό: Στην προσπάθεια να μη χαθεί αυτό που δεν καταγράφεται πάντα στα επίσημα βιβλία. Τα αντικείμενα βρίσκουν τη θέση τους σε έναν χώρο. Οι φωνές βρίσκουν τη θέση τους στην οθόνη και στη μνήμη των ανθρώπων.
Η «Κύκλος Ατέρμων» δεν είναι μόνο μια καταγραφή του παρελθόντος του Κουβαρά. Είναι ένας τρόπος να ξαναμπεί το παρελθόν σε διάλογο με το παρόν.
Γιατί ο τόπος αλλάζει, οι άνθρωποι φεύγουν, οι δουλειές αλλάζουν, τα σπίτια μεταμορφώνονται και οι δρόμοι ασφαλτοστρώνονται.
Αυτό που μένει είναι η μνήμη. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που τη συγκεντρώνουν, τη διασώζουν και τη μοιράζονται, ο κύκλος συνεχίζεται.


