Η κρίση με το Ιράν και ο πόλεμος στην Ουκρανία εξελίσσονται σε διαφορετικά μέτωπα, αλλά διεκδικούν τους ίδιους αμερικανικούς πόρους: Πολιτική προσοχή, στρατιωτικό υλικό, οικονομική αιμορραγία και διπλωματικό χρόνο. Αυτή η σύνδεση εξηγεί γιατί οι εξελίξεις στον Κόλπο επηρεάζουν πλέον τις αποφάσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Το ερώτημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο πώς θα χειριστεί κάθε πόλεμο χωριστά, αλλά ποιες προτεραιότητες θα θέσει όταν και οι δύο απαιτούν άμεσες απαντήσεις.
Στη Νέα Υόρκη, οι δύο κρίσεις βρέθηκαν ταυτόχρονα στο τραπέζι. Ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε το Ιράν από το βήμα του ΟΗΕ, ενώ Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν τις πρώτες γνωστές έμμεσες επαφές τους μετά την κατάρρευση της εκεχειρίας του Ιουλίου. Λίγες ώρες νωρίτερα είχε συναντήσει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με αντικείμενο και μια πιθανή παύση των πληγμάτων σε ενεργειακούς στόχους. Καμία από τις δύο συζητήσεις δεν έχει ακόμη αποδώσει συμφωνία.
Όταν δυό πόλεμοι καταναλώνουν τα ίδια αποθέματα
Η σύνδεση των μετώπων φαίνεται καθαρότερα στην αεράμυνα. Η Ουκρανία ζητά επιπλέον πυραύλους Patriot, καθώς φοβάται νέα ρωσικά πλήγματα στις εγκαταστάσεις ηλεκτρισμού και θέρμανσης πριν από τον χειμώνα. Όμως ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιβαρύνει τα παγκόσμια αποθέματα των ίδιων πυραύλων, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών. Ο Ζελένσκι πρότεινε να λάβει τώρα υλικό από τις ΗΠΑ και να το αναπληρώσει αργότερα μέσω μελλοντικών παραδόσεων που προβλέπονται στη συμφωνία του με τη Γερμανία. Ο Τραμπ άκουσε την πρόταση, χωρίς να την εγκρίνει.
Πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια δυσκολία εφοδιασμού. Όταν δύο πόλεμοι χρειάζονται τα ίδια κρίσιμα όπλα, κάθε αποστολή συνεπάγεται επιλογή προτεραιότητας. Η αμερικανική ισχύς παραμένει μεγάλη, αλλά η παραγωγή και τα διαθέσιμα αποθέματα δεν αυξάνονται με τον ρυθμό των πολιτικών απαιτήσεων. Για το Κίεβο, μια καθυστέρηση μπορεί να σημαίνει λιγότερη προστασία των πόλεων τον χειμώνα. Για την Ουάσιγκτον, η διάθεση περισσότερων συστημάτων στην Ευρώπη πρέπει να σταθμιστεί απέναντι στις ανάγκες των δυνάμεών της και των συμμάχων της στη Μέση Ανατολή.
Τα οικονομικά του πολέμου
Υπάρχει και η οικονομική πλευρά. Τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια ασκούν πίεση στη Μόσχα, αλλά ο Τραμπ συνέδεσε δημόσια τις ζημιές αυτές με την άνοδο της τιμής του ντίζελ. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα γύρω από το Ιράν κρατά τις αγορές καυσίμων ευαίσθητες σε κάθε δήλωση ή στρατιωτική κίνηση. Έτσι, ένα μέσο πίεσης της Ουκρανίας προς τη Ρωσία συναντά τις ανησυχίες της αμερικανικής κυβέρνησης για το ενεργειακό κόστος. Αυτό είναι πραγματική διαφορά συμφερόντων μεταξύ συμμάχων, όχι ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει το Κίεβο.
Η συζήτηση για περιορισμένη εκεχειρία δείχνει πόσο δύσκολο είναι να βρεθεί διέξοδος. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι Ρωσία και Ουκρανία έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για παύση επιθέσεων σε ενεργειακούς στόχους και στη μεταφορά σιτηρών. Η Μόσχα, όμως, δεν έχει ανακοινώσει δημόσια αποδοχή μιας τέτοιας συμφωνίας. Επιπλέον, τα ενεργειακά πλήγματα αποτελούν μέρος της στρατηγικής και των δύο πλευρών – δεν αρκεί, συνεπώς, μια γενική δήλωση προθέσεων για να σταματήσουν.
Η δυτική στρατηγική και στα δύο μέτωπα
Για την Ευρώπη, το συμπέρασμα είναι σαφές. Η στήριξη προς την Ουκρανία χρειάζεται διάρκεια, παραγωγική ικανότητα και εξασφαλισμένες παραδόσεις, ακόμη και όταν μια άλλη κρίση απορροφά την προσοχή της Ουάσιγκτον. Οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ έχουν ήδη δεσμευθεί για σημαντική στρατιωτική βοήθεια και αύξηση της παραγωγής τους. Η δοκιμασία είναι να μετατρέψουν αυτές τις δεσμεύσεις σε διαθέσιμα μέσα, στον χρόνο που τα χρειάζεται το μέτωπο.
Ο πόλεμος με το Ιράν δεν καθορίζει από μόνος του την έκβαση στην Ουκρανία. Αλλά αλλάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο η Ουκρανία ζητά βοήθεια και οι ΗΠΑ αποφασίζουν τι μπορούν να προσφέρουν. Σε αυτόν τον ανταγωνισμό χρόνου και πόρων θα κριθεί πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η δυτική στρατηγική και στα δύο μέτωπα