Κάθε τόσο με τις φίλες μου μαζευόμαστε γύρω από ένα τραπέζι κουβαλώντας τσάντες μικρές και ζωές γεμάτες.
Βρισκόμαστε για έναν καφέ , αλλά καταλήγουμε να ξεπακετάρουμε ζωές. Έτσι κι αυτή τη φορά μαζευτήκαμε πάλι και με χαμόγελα και φλυαρίες γυροφέρναμε τη συζήτηση στο παρελθόν μας και τη διαδρομή μας ως σήμερα.
«Δεν αντέχω άλλο» είπε η Μαρία, «όλα στη ζωή μας είναι μία μάχη».
Την άκουσα και την κατάλαβα.
«Ίσως» της είπα, «γιατί μάθαμε να πολεμάμε πριν μάθουμε να ξεχωρίζουμε».
«Σκέφτεσαι αγαπημένη μου ότι δε μας έμαθε κανείς, όχι μόνο να αντέχουμε αλλά και να επιλέγουμε;
Θυμάσαι, ότι δώσαμε πολλές μάχες στη ζωή μας. Κάποιες άξιζαν, κάποιες μας κράτησαν όρθιες, και κάποιες έγιναν αγωνία;
Ζούσαμε σαν να έπρεπε συνεχώς να αποδείξουμε κάτι. Σαν να μην επιτρεπόταν να χαλαρώσουμε.
Μας πίεζε η άδικη πειθαρχία που δεν μπορούσαμε να την εξηγήσουμε.
Αξέχαστη η έκφραση: «Τι θα πει ο κόσμος;» Όντως μεγάλο βαρίδι ο περίγυρος και κυρίως ο κόσμος των άλλων που είχε παρουσία μέσα στη ζωή μας. Κι εμείς, χωρίς να το καταλαβαίνουμε προσαρμοζόμαστε».
Η Καίτη συμπλήρωσε «Φίλες μου μήπως κάποια από αυτά που τα θεωρήσαμε βάρη μας έμαθαν να αντέχουμε; Μας έδωσαν κατεύθυνση;
Μας βοήθησαν να μπορούμε την ματαίωση; Μήπως έτσι μάθαμε για την πραγματική φιλία;» για να συμπληρώσει:
«Ας αφήσουμε πίσω, όσα κουβαλήσαμε χωρίς λόγο!
Όχι πλέον στις περιττές ενοχές.
Όχι στην ανάγκη να αποδεικνύουμε συνεχώς την αξία μας.
Όχι στους φόβους που μεγάλωσαν μαζί μας και βάρυναν την ψυχή περισσότερο απ´ ότι προστάτεψαν τη ζωή μας.
Φίλες μου, τώρα που στενεύει ο ορίζοντας, θα πρέπει να περιοριστούν τα άχρηστα βάρη και οι φοβίες που συνοδεύουν την ηλικία μας.
Ας κοιτάζουμε τη ζωή λίγο πιο ανάλαφρα.
Ας συγχωρούμε πιο εύκολα.
Ας κρατάμε μόνο ότι έχει αληθινή αξία.
Μετά από τόσες μάχες, τόσες αγωνίες, ας μάθουμε επιτέλους να ζούμε με περισσότερη γαλήνη και ηρεμία».


