THE SENIOR WEBMAG

Ασελιδώ Βιβλιοβόρα

(μια αχάιδευτη μάγισσα … με ονοματεπώνυμο)

Την πρώτη μέρα που χάθηκαν τα βιβλία, κανείς δεν ανησύχησε.
«Θα είναι προσωρινό», είπαν.
«Κάποια νέα πλατφόρμα», συμπλήρωσαν οι πιο ψύχραιμοι.
Μέχρι το βράδυ, τα ράφια και τα βιβλιοπωλεία είχαν αδειάσει.
Όχι από ανθρώπους. Από λέξεις.

Την επόμενη μέρα τα βιβλία επέστρεψαν.
Ήταν εκεί – αλλά λευκά.
Καθαρά.
Αφύσικα καθαρά.
Και υπήρχε μια μυρωδιά απουσίας.
Ούτε χαρτιού.
Ούτε μελανιού.
Σαν κάτι να είχε αφαιρεθεί από τον κόσμο.

Τη δεύτερη μέρα, την είδαν.
Στεκόταν στη μέση της παλιάς πλατείας. Φορούσε έναν μανδύα φτιαγμένο από ξεθωριασμένα εξώφυλλα. Και τα μάτια της είχαν κάτι επικίνδυνο: Δεν κοιτούσαν, απορροφούσαν.
Την είπαν με πολλά ονόματα.
Σε κανένα δεν άκουγε.

Το δικό της το κρατούσε μυστικό – όπως και τα υπόλοιπα που την πλήγωναν. Άφηνε μόνο μια μονογραφή στα ράφια που άδειαζε:
Α.Β.
Σαν παιδική προσπάθεια να μάθει την αλφάβητο.
Δεν έκαιγε τα βιβλία.
Δεν τα έκρυβε.
Τα άνοιγε … και τα ρουφούσε.
Όχι τις σελίδες. Τα γράμματα.

Τα φωνήεντα αντιστέκονταν λίγο.
Τα σύμφωνα παραδίνονταν πιο εύκολα.
Οι λέξεις διαλύονταν, έσπαγαν σε μικρά μαύρα στίγματα και χάνονταν μέσα της.
Οι σελίδες έμεναν πίσω άδειες.
Λευκές.
Ερημωμένες.

Στην αρχή, οι μεγάλοι θύμωσαν για τα λάθος πράγματα – ως συνήθως.
«Τα δικαιώματα!»
«Οι εκδόσεις!»
«Οι βάσεις δεδομένων!»
Κανείς δεν είπε το προφανές:
«Χάνονται οι ιστορίες μας.»
Τα παιδιά το κατάλαβαν πρώτα.

Ένα κορίτσι άνοιξε το αγαπημένο της βιβλίο. Λευκό.
Το κοίταξε λίγο.
«Δεν θυμάμαι τι γινόταν εδώ…»
Και τότε άρχισε να συμβαίνει το χειρότερο.
Δεν χάνονταν μόνο τα βιβλία.
Χάνονταν αυτά που είχαν αφήσει μέσα στους ανθρώπους.
Κάποιοι προσπάθησαν να διηγηθούν τις ιστορίες.
Στη μέση σταματούσαν.
Οι λέξεις δεν έρχονταν. Ή έρχονταν λάθος.

Ένας γέρος που ήξερε απέξω ποιήματα άρχισε να λέει ένα.
Στην αρχή σωστά.
Μετά … σιωπή.
Σαν να του το είχαν σβήσει από μέσα του.

Όλοι ένιωσαν τον κίνδυνο.
Συσπειρώθηκαν. Σ’ αυτό το παλιό χωριό, το σχεδόν ξεχασμένο, που κάποτε ήταν ξακουστό για τη βιβλιοθήκη του – τη μεγαλύτερη στην περιοχή, με ράφια που έφταναν ως την οροφή και μύριζαν υγρασία και πολύτιμο χρόνο.

Εδώ μεγάλωσε, λέγανε, ένας συγγραφέας που έγραφε για μνήμες που ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους τους, για οικογένειες που επαναλαμβάνουν τα λάθη τους σαν κατάρα, για χρόνους που μπλέκονται μεταξύ τους.

Κάποιοι ορκίζονταν πως τον έλεγαν Gabriel García Márquez. Τώρα δεν ήταν πια σίγουροι — το όνομα έμενε, αλλά τα βιβλία του είχαν αδειάσει, κι όταν χάνονται οι λέξεις ενός ανθρώπου, αρχίζει να χάνεται κι ο ίδιος, λίγο λίγο, από τη μνήμη.

Η βιβλιοθήκη τώρα ήταν εκεί – μα λευκή.
Όχι αγνή.
Άδεια.
Ράφια γεμάτα τίποτα.
Κάποιος πήρε ένα μολύβι.
«Κι αν… γράψουμε;»
«Τι; Δεν θυμόμαστε», είπε άλλος.
«Ό,τι θυμόμαστε.»
«Και αν είναι λάθος;»
«Δεν έχει σημασία.»
Έτσι ξεκίνησαν.
Δειλά στην αρχή.
Σαν να μάθαιναν ξανά να περπατάνε.

Ένας έγραψε μια ιστορία που θυμόταν – μα άλλαξε το τέλος χωρίς να το καταλάβει. Δεν ήταν λάθος. Ήταν το τέλος που ήθελε πάντα να έχει.

Μια γυναίκα έγραψε για έναν έρωτα που δεν υπήρξε ποτέ αλλά θα μπορούσε – και στη σελίδα φαινόταν σαν πιο αληθινός από αυτούς που υπήρξαν.

Ένα παιδί έγραψε για ένα τέρας που φοβόταν το σκοτάδι. Κανείς δεν το είχε διδάξει αυτό. Το ήξερε από μόνο του.

Ένας ηλικιωμένος, που δεν είχε γράψει τίποτα σε ολόκληρη τη ζωή του, κάθισε μια ώρα με το μολύβι στο χέρι πριν γράψει μία μόνο πρόταση. Τη διάβασε. Και μετά την κάλυψε. Με την παλάμη του.

Οι σελίδες γέμιζαν.
Όχι όπως πριν.
Αλλιώς.

Με φόβο και θάρρος μαζί.
Με λάθη που κανείς δεν έσβηνε.
Ζωντανά.

Η Ασελιδώ ήρθε.
Άνοιξε ένα από τα νεογραμμένα βιβλία.
Ρούφηξε.
Τίποτα.
Τα γράμματα δεν κινήθηκαν.
Έμειναν εκεί.
Βαριά.
Σαν να είχαν ρίζες.

Για πρώτη φορά, δίστασε.
Το κορίτσι την πλησίασε.
«Δεν μπορείς να τα πάρεις αυτά, Ασελιδώ.»
Η μάγισσα την κοίταξε.
«Γιατί; Και πώς ξέρεις τ’ όνομά μου;»
Το κορίτσι δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν είναι ίδια.
Και σε διάβασα.»
Σιωπή.
«Τα άλλα ήταν λέξεις. Αυτά είναι κάτι άλλο.»
«Τι;»
«Είναι αυτό που μένει όταν κάποιος προσπαθεί να πει κάτι αληθινό και δεν ξέρει πώς. Αυτό δεν το καταπίνεις.»

Η Ασελιδώ κάθισε.
Κάτι μέσα της μετακινήθηκε — αργά, σαν έπιπλο βαρύ, που το σπρώχνεις μετά από χρόνια.

Κοίταξε γύρω. Ανθρώπους που έγραφαν χωρίς να είναι σίγουροι. Που γελούσαν με λάθη. Που διόρθωναν, που έσβηναν, που ξανάγραφαν.
Τους παρατηρούσε ώρα.
Μετά είπε, σχεδόν ψιθυριστά:
«Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια.»
Το κορίτσι δεν μίλησε.
«Κανείς δεν μου διάβασε ποτέ ιστορία. Κανείς δεν κάθισε δίπλα μου να πει “άκου”.»
Σταμάτησε.

«Οι λέξεις ήταν πάντα για άλλους. Οπότε τις πήρα. Νόμιζα πως αν τις έχω μέσα μου, θα γίνω κι εγώ σαν κι αυτούς που τις έχουν.»
«Και;»
«Δεν γίνεσαι. Τις έχεις – αλλά είναι σαν να κρατάς μια φωνή σε στόμα σφιγμένο.»
Σιωπή.
«Λες κάτι;» ρώτησε το κορίτσι.
«Όχι», είπε η Ασελιδώ. «Πνίγεσαι, μόνο.»
Κανείς δεν την κατηγόρησε.
Όχι από καλοσύνη.
Από κατανόηση.
Ο καθένας είχε πεινάσει κάποτε για κάτι που δεν του έδωσαν.

Το κορίτσι της έδωσε ένα μολύβι.
«Τότε γράψε.»
Η Ασελιδώ το κοίταξε σαν να ήταν κάτι επικίνδυνο.
«Δεν ξέρω.»
«Κανείς δεν ξέρει», της είπε. «Μέχρι να μάθει.»
Πέρασε ώρα.
Η Ασελιδώ σηκώθηκε. «Όχι.»
Άφησε το μολύβι στο τραπέζι.
Έφυγε.
Γύρισε την επόμενη μέρα.
Χωρίς να εξηγήσει τίποτα.
Κάθισε στην ίδια καρέκλα.
Το μολύβι ήταν ακόμα εκεί.
Σαν να το είχαν αφήσει επίτηδες— ίσως, να το είχαν.
Η μάγισσα έγραψε τότε μια πρόταση. Τη διέγραψε. Έγραψε ξανά. Αυτή τη φορά δεν τη διέγραψε – αλλά την κάλυψε με την παλάμη της.
Ακριβώς όπως ο ηλικιωμένος.
Κανείς δεν είπε τίποτα.

Τα παλιά βιβλία επέστρεψαν. Όχι όλα. Κάποια χάθηκαν για πάντα – όπως χάνεται οτιδήποτε δεν το φυλάξεις αρκετά καλά.
Αλλά κάτι άλλο είχε εμφανιστεί στα ράφια. Βιβλία με λάθη ορθογραφικά και υστερόγραφα που έμπαιναν στη μέση. Βιβλία γραμμένα από ανθρώπους που δεν ήξεραν να γράφουν αλλά είχαν κάτι να πουν.

Αυτά η Ασελιδώ δεν μπορούσε να τα αγγίξει.
Μα πια δεν το ήθελε.
Δεν ήταν τέλεια.
Ήταν αληθινά.

Κι αυτό ίσως να μην χωνεύεται.
Μα το ζεις.

Υ.Γ.: Ευτύχω ή ευτυχώ, άραγε ;

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους