Σε κάθε εταιρικό περιβάλλον υπάρχουν οι μεγάλες μάχες: Για την κατεύθυνση, για τις αποφάσεις, για τους ανθρώπους, για την ποιότητα, για το μέλλον. Αυτές, όταν δίνονται με καθαρό σκοπό, αξίζουν. Είναι μέρος της ευθύνης μας.
Υπάρχουν όμως και άλλες μάχες.
Πιο μικρές, πιο ύπουλες, πιο καθημερινές. Αυτές που ξεκινούν σε ένα meeting, σε ένα email, σε μια φράση που ειπώθηκε κάπως απότομα, σε μια διαφωνία που θα μπορούσε να είχε τελειώσει σε δύο λεπτά αλλά καταλήγει να απασχολεί τρεις ανθρώπους, δύο τμήματα και μισή εβδομάδα.
Είναι οι μάχες για το ποιος είχε δίκιο. Για το ποιος το είπε πρώτος. Για το ποιος φάνηκε περισσότερο. Για το ποιος θα έχει την τελευταία λέξη. Για το αν το «είχα πει εγώ» πρέπει επιτέλους να αναγνωριστεί επισήμως, ιδανικά με πρακτικό συνεδρίασης και κοινοποίηση σε όλη την εταιρεία.
Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική ερώτηση: Αξίζει;
Στη δουλειά συχνά μπερδεύουμε την επαγγελματική θέση με την προσωπική δικαίωση. Νομίζουμε ότι αν δεν απαντήσουμε, χάνουμε κύρος. Αν δεν επιμείνουμε, δείχνουμε αδύναμοι. Αν δεν διορθώσουμε τον άλλον μπροστά σε όλους, αφήνουμε μια λάθος εικόνα να περάσει. Αν δεν μπούμε στη σύγκρουση, ίσως θεωρηθεί ότι δεν έχουμε άποψη.
Όμως η ωριμότητα, επαγγελματική και ανθρώπινη, φαίνεται ακριβώς εκεί: Στην ικανότητα να ξεχωρίζουμε πότε μια διαφωνία υπηρετεί τον σκοπό και πότε απλώς ταΐζει το εγώ μας.
Δεν αξίζει κάθε σχόλιο απάντηση. Δεν αξίζει κάθε παρεξήγηση ανάλυση. Δεν αξίζει κάθε λάθος διόρθωση εκείνη τη στιγμή, με εκείνον τον τρόπο, μπροστά σε εκείνο το κοινό. Δεν αξίζει κάθε άνθρωπος την ίδια επένδυση ενέργειας. Και σίγουρα δεν αξίζει κάθε συνάντηση να μετατρέπεται σε μικρό πεδίο μάχης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι σιωπούμε μπροστά σε όσα έχουν σημασία. Δεν σημαίνει ότι αποφεύγουμε τις δύσκολες συζητήσεις. Το αντίθετο.
Σημαίνει ότι κρατάμε την ενέργειά μας για όσα πραγματικά μετράνε: Για την αλήθεια όταν υπάρχει παραπλάνηση, για τις αξίες όταν παραβιάζονται, για τους ανθρώπους όταν αδικούνται, για την ποιότητα όταν οι εκπτώσεις γίνονται συνήθεια, για την κατεύθυνση όταν ο οργανισμός χάνει τον προσανατολισμό του.
Αυτές είναι οι μάχες που αξίζουν. Οι άλλες, συχνά, απλώς μας κουράζουν.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική διάσταση. Οι άσκοπες συγκρούσεις δεν γεννιούνται πάντα από δύσκολους χαρακτήρες, προσωπικές ανασφάλειες ή έλλειψη επαγγελματικής ωριμότητας. Συχνά γεννιούνται από τα ίδια τα συστήματα μέσα στα οποία δουλεύουμε.
Όταν οι ρόλοι δεν είναι καθαροί, όταν οι αποφάσεις δεν παίρνονται με διαφάνεια, όταν η πληροφορία δεν μοιράζεται, όταν η αναγνώριση δίνεται σε όποιον φωνάζει περισσότερο και όχι σε όποιον συνεργάζεται καλύτερα, τότε οι άνθρωποι αρχίζουν να αμύνονται. Προστατεύουν την περιοχή τους, διεκδικούν χώρο, κρατούν αποστάσεις. Μπαίνουν σε αντιπαραθέσεις που ίσως δεν θα είχαν ξεκινήσει ποτέ, αν το πλαίσιο ήταν πιο καθαρό.
Γι’ αυτό και η ευθύνη δεν είναι μόνο ατομική. Δεν αρκεί να πούμε στους ανθρώπους “μην παίρνετε τα πράγματα προσωπικά” ή “διαλέξτε τις μάχες σας”. Η ίδια η οργάνωση οφείλει να δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι άσκοπες μάχες δεν χρειάζονται και, κυρίως, δεν επιβραβεύονται.
Αυτό σημαίνει καθαροί ρόλοι και όρια ευθύνης. Σημαίνει τρόπους λήψης αποφάσεων που δεν αφήνουν τους ανθρώπους να παλεύουν στο σκοτάδι. Σημαίνει managers που δεν ενθαρρύνουν υπόγειους ανταγωνισμούς, αλλά παρεμβαίνουν όταν η συνεργασία αρχίζει να διαβρώνεται. Σημαίνει συναντήσεις όπου δεν κερδίζει ο πιο δυνατός τόνος φωνής, αλλά η πιο χρήσιμη συνεισφορά. Σημαίνει κουλτούρα όπου η διαφωνία είναι αποδεκτή, αλλά η προσωπική αντιπαράθεση όχι.
Γιατί μια υγιής εταιρική κουλτούρα δεν αποφεύγει όλες τις συγκρούσεις. Αυτό θα ήταν ούτε ρεαλιστικό ούτε επιθυμητό. Οι οργανισμοί χρειάζονται διαφωνία, διαφορετικές οπτικές, ειλικρινή συζήτηση και πρόκληση των ιδεών. Εκεί γεννιούνται καλύτερες αποφάσεις.
Η διαφορά είναι ότι σε μια ώριμη κουλτούρα η σύγκρουση υπηρετεί το θέμα, όχι το εγώ. Αφορά την ποιότητα της απόφασης, όχι την επιβολή του προσώπου. Είναι καθαρή, όχι υπόγεια. Είναι δύσκολη, αλλά όχι τοξική.
Με τον καιρό, ίσως μαθαίνουμε ότι η πιο δυνατή φράση σε μια εταιρική συζήτηση δεν είναι πάντα “έχω δίκιο”. Μπορεί να είναι: “Ας δούμε τι χρειάζεται τώρα”. Ή “δεν είναι αυτό το βασικό θέμα”. Ή “πάμε παρακάτω”. Ή ακόμα και το πολύ απελευθερωτικό: “Δεν πειράζει”.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που το να μην πολεμάς δεν είναι παραίτηση. Είναι επιλογή. Είναι ψυχραιμία. Είναι οικονομία δυνάμεων. Είναι η ικανότητα να προστατεύεις τη σχέση, τον χρόνο, την εμπιστοσύνη και τον κοινό σκοπό.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο δύσκολα μαθήματα ηγεσίας: Να ξέρεις πότε να σταθείς όρθιος ή όρθια και πότε να αφήσεις κάτι να περάσει. Όχι γιατί δεν μπορείς να το κερδίσεις, αλλά γιατί δεν αξίζει να το κερδίσεις.
Στο τέλος της ημέρας, οι εταιρείες δεν προχωρούν επειδή κάποιοι κέρδισαν όλες τις μικρές τους μάχες. Προχωρούν όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν να ξεχωρίζουν τι αξίζει πραγματικά την ενέργειά τους. Και όταν η ίδια η οργάνωση δημιουργεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άχρηστες μάχες δεν γίνονται αποδεκτές ως “φυσιολογικός τρόπος λειτουργίας”.
Γιατί όταν μια εταιρεία επιτρέπει στις μικρές συγκρούσεις να γίνουν κανονικότητα, στο τέλος δεν χάνει μόνο ηρεμία. Χάνει χρόνο, ενέργεια, ταλέντο και προοπτική.
Ίσως λοιπόν η πιο ουσιαστική μάχη για μια εταιρεία να είναι αυτή: Να μη χρειάζεται οι άνθρωποί της να πολεμούν καθημερινά για να ακουστούν, να αναγνωριστούν, να προστατευθούν ή να κάνουν απλώς τη δουλειά τους.
Και τότε η ερώτηση δεν είναι μόνο ποιες μάχες δεν αξίζει να δίνουμε πια ως άνθρωποι. Είναι και ποιες μάχες δεν πρέπει πια να επιτρέπουμε ως εταιρικό περιβάλλον.
“The aim of argument, or of discussion, should not be victory, but progress.” Joseph Joubert


