Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη ιεροτελεστία που σηματοδοτεί την έναρξη του καλοκαιριού. Είναι εκείνη η στιγμή που στέκεσαι πάνω από την ανοιχτή βαλίτσα και, πριν ακόμη διαλέξεις ρούχα και μαγιό, διαλέγεις «συντροφιά».
Η ψυχολογία της ανάγνωσης των διακοπών δεν είναι μια απλή υπόθεση. Είναι μια πράξη συναισθηματικής ανακωχής με την καθημερινότητα, μια γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που αναζητούμε, ελπίζουμε ή ονειρευόμαστε.
Κοιτάζοντας πίσω, στα 64 μου χρόνια, βλέπω τη ζωή μου να ξετυλίγεται μέσα από σελίδες που μύριζαν αλμύρα, καρπούζι και αντηλιακό. Κάθε εποχή είχε το δικό της άρωμα, τις δικές της αγωνίες και τα δικά της βιβλία.
Η παιδική ηλικία: Η γέννηση του εξερευνητή
Όλα ξεκίνησαν τότε που το καλοκαίρι κρατούσε τρεις αιώνες και τα μεσημέρια στο εξοχικό της γιαγιάς είχαν τη μυρωδιά του κλειστού παντζουριού που κρατούσε έξω τη ζέστη. Εκεί, στο ντιβάνι, ανάμεσα στη Σούπερ Κατερίνα και τον Αστερίξ, η Πηνελόπη Δέλτα με έμαθε τι σημαίνει να συγκινείσαι για τη φιλία και την περιπέτεια μέσα από τον «Τρελαντώνη», ενώ ο Ιούλιος Βερν άνοιγε διάπλατα τις πόρτες του κόσμου με το «Ταξίδι στο Κέντρο της Γης» και τον «Γύρο του Κόσμου σε 80 Ημέρες».
Η ψυχολογία αυτής της ηλικίας ήταν καθαρή περιπέτεια. Διαβάζαμε για να ανακαλύψουμε τον κόσμο, για να νιώσουμε ήρωες πριν ακόμη μάθουμε να κολυμπάμε στα βαθιά. Κάθε βιβλίο ήταν ένας χάρτης θησαυρού και κάθε καλοκαίρι μια νέα αποστολή.
Η εφηβεία και τα πρώτα νεανικά χρόνια: Η αναζήτηση του εαυτού
Μετά ήρθαν τα καλοκαίρια της υπαρξιακής αναζήτησης, όταν το μυαλό αναζητούσε απαντήσεις. Ο Έρμαν Έσσε, με τον «Ντέμιαν» και τον «Σιντάρτα», έγιναν το άτυπο μανιφέστο εκείνων των χρόνων. Έψαχνα την ταυτότητά μου ανάμεσα στις βουτιές, στις πρώτες φιλίες που έμοιαζαν αιώνιες και στους πρώτους έρωτες που έμοιαζαν καθοριστικοί.
Και κάπου ανάμεσα στην αναζήτηση και στο όνειρο εμφανίστηκε ο «Αλχημιστής» του Πάουλο Κοέλιο. Ήταν από εκείνα τα βιβλία που περνούσαν από χέρι σε χέρι στις παραλίες, συνοδευόμενα από την αίσθηση ότι ο καθένας μας έχει ένα προσωπικό πεπρωμένο που περιμένει να ανακαλύψει.
Λίγο αργότερα, το φως του Αιγαίου συναντούσε τον μαγικό ρεαλισμό της Ιζαμπέλ Αλιέντε. «Το Σπίτι των Πνευμάτων» διαβαζόταν στην παραλία, με τους κόκκους της άμμου να κρύβονται ανάμεσα στις σελίδες, μεταφέροντάς με από το κυκλαδίτικο λευκό στο πολύχρωμο και παθιασμένο Σαντιάγο της Χιλής.
Η πρώτη ωριμότητα: Μυστήριο, λογοτεχνία και νοσταλγία
Μεγαλώνοντας, οι απαιτήσεις της ανάγνωσης άλλαξαν. Ζητούσαμε βιβλία-λαβυρίνθους, ιστορίες που δεν αρκούνταν να ψυχαγωγήσουν αλλά ήθελαν να προκαλέσουν τη σκέψη.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει το καλοκαίρι που «κάηκε» παρέα με τον Ουμπέρτο Έκο και το «Όνομα του Ρόδου»; Ένα μεσαιωνικό μοναστήρι μέσα στην καρδιά του αυγουστιάτικου λιοπυριού κι όμως η πνευματική πρόκληση μάς κρατούσε καθηλωμένους στην ξαπλώστρα.
Εκείνη περίπου την εποχή ήρθε και το «Άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ. Ένα βιβλίο σκοτεινό, ιδιοφυές και αισθησιακό, που απέδειξε ότι η λογοτεχνία μπορεί να ξυπνήσει όλες τις αισθήσεις. Ακόμη θυμάμαι να το διαβάζω δίπλα στη θάλασσα και να νιώθω πως οι μυρωδιές του Παρισιού έφταναν μέχρι την ελληνική ακτή.
Και αργότερα ήρθε η «Σκιά του Ανέμου» του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, ένα μυθιστόρημα που θύμισε σε πολλούς από εμάς γιατί αγαπήσαμε τα βιβλία εξαρχής. Ήταν σαν ένας έρωτας με την ίδια την ανάγνωση.
Παράλληλα, υπήρχε και η απόλυτη ελληνική καλοκαιρινή μαγεία. Οι «Μάγισσες της Σμύρνης» της Μάρας Μεϊμαρίδη, με τα αρώματα της Ανατολής, τις οικογενειακές ιστορίες και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα, αναμειγνύονταν με το ιώδιο της θάλασσας. Και βέβαια ο Γιάννης Ξανθούλης, με την ειρωνεία, την τρυφερότητα και τη γλυκιά μελαγχολία του, που μας θύμιζε πόσο εύθραυστη είναι η μνήμη.
Η φάση της οικογένειας, των παιδιών και του… δημιουργικού ψυχαναγκασμού
Κάπου εκεί η ζωή σοβάρεψε. Ήρθαν τα χρόνια της οικογένειας, των παιδιών που έτρεχαν στην παραλία, των μεγάλων ευθυνών και της επαγγελματικής πίεσης.
Η ψυχολογία της ανάγνωσης μεταλλάχθηκε σε κάτι σχεδόν ενοχικό. Ένιωθα ότι τίποτα δεν το έκανα αρκετά καλά και έτσι η χαλάρωση αντικαταστάθηκε από έναν δημιουργικό ψυχαναγκασμό.
Στις βαλίτσες των διακοπών άρχισαν να μπαίνουν βιβλία για business, management, οικονομικά και επαγγελματική εξέλιξη. Δίπλα τους, βιβλία αυτοβελτίωσης, ανατροφής παιδιών και θετικής ψυχολογίας.
Διαβάζαμε κάτω από την ομπρέλα – ανάμεσα σε ένα «πρόσεχε το κύμα» και ένα «βάλε αντηλιακό» – προσπαθώντας να ξεκλειδώσουμε τα μυστικά της συναισθηματικής ωριμότητας, να γίνουμε καλύτεροι γονείς, καλύτεροι επαγγελματίες, καλύτεροι άνθρωποι.
Κι όμως, ακόμη και τότε, υπήρχαν κάποια μυθιστορήματα που λειτουργούσαν σαν μικρές αποδράσεις. Βιβλία που μας θύμιζαν ότι η ψυχή δεν ζει μόνο με στόχους, λίστες και υποχρεώσεις. Ότι εξακολουθεί να διψά για ιστορίες, ταξίδια και συγκίνηση.
Ήταν τα χρόνια που το βιβλίο ήταν εργαλείο, σύμβουλος, παρηγοριά και οδηγός επιβίωσης μαζί.
Το σήμερα: Η ελευθερία του «ό,τι θέλω»
Στα 64 μου, η ψυχολογία της ανάγνωσης έχει κάνει τον πιο όμορφο κύκλο.
Ο ψυχαναγκασμός του «πρέπει να μάθω» έδωσε τη θέση του στην πολυτέλεια του «θέλω να απολαύσω». Δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Τα παιδιά μεγάλωσαν, η δουλειά έπαψε να είναι το κέντρο του κόσμου και η συναισθηματική ωριμότητα κατακτήθηκε στον βαθμό που επιτρέπει η ανθρώπινη φύση.
Τώρα το διάβασμα των διακοπών είναι μια πράξη καθαρής ελευθερίας.
Μπορώ να διαβάσω ένα μεγάλο λογοτεχνικό έργο, αλλά μπορώ εξίσου να απολαύσω χωρίς καμία ενοχή τα σύγχρονα best sellers που γεμίζουν τις προθήκες των βιβλιοπωλείων.
Φέτος, στη βαλίτσα μου χωράει η απόλυτη ποικιλία:
- Ένα feel-good μυθιστόρημα -που ακόμη το ψάχνω- από εκείνα που σου θυμίζουν τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής και την ομορφιά των μικρών πραγμάτων. Μάλλον θα ρωτήσω το βιβλιοφάγο φίλο μου το Ζαφείρη …
- Ένα καλό ψυχολογικό θρίλερ, όπως αυτά της Freida McFadden ή της Lucy Foley. Γιατί η αδρεναλίνη ενός καλογραμμένου μυστηρίου ταιριάζει υπέροχα με μια απογευματινή βουτιά.
- Ένα σύγχρονο ελληνικό αστυνομικό, όπως τα βιβλία του Βαγγέλη Γιαννίση, ιδανικό συνοδευτικό για τον απογευματινό καφέ στο μπαλκόνι των Κυθήρων με θέα το ηλιοβασίλεμα.
- Ίσως το «Μάθημα Χημείας» ή το «Όπου Τραγουδούν οι Καραβίδες», από εκείνα τα βιβλία που αποδεικνύουν ότι ένα best seller μπορεί να είναι ταυτόχρονα προσιτό, συγκινητικό και ουσιαστικό.
Γιατί πλέον δεν διαβάζω για να αποδείξω κάτι. Διαβάζω για τη χαρά της ιστορίας.
Γιατί, τελικά, διαβάζουμε;
Μετά από τόσες δεκαετίες και τόσες χιλιάδες σελίδες, έχω καταλήξει ότι τα βιβλία των διακοπών δεν είναι ποτέ τυχαία. Είναι οι σιωπηλοί βιογράφοι μας.
Αν κάποιος άνοιγε τις βαλίτσες όλων των καλοκαιριών της ζωής μου, ίσως να διάβαζε την ιστορία μου καλύτερα κι από ένα ημερολόγιο.
Σήμερα, όταν ανοίγω ένα βιβλίο στο μπαλκόνι, στο κρεβάτι ή κάτω από την ομπρέλα, νιώθω να κάθονται δίπλα μου όλοι οι προηγούμενοι εαυτοί μου: Το παιδί του Βερν, ο έφηβος του Έσσε, ο νεαρός που μαγεύτηκε από το «Άρωμα», ο γονιός που αναζητούσε απαντήσεις στα βιβλία αυτοβελτίωσης.
Τους χαμογελώ, ακούω το κύμα και γυρίζω την επόμενη σελίδα.
Γιατί η μεγαλύτερη σοφία που μου χάρισαν τα χρόνια δεν είναι τι διάβασα, αλλά ότι έμαθα να απολαμβάνω το διάβασμα χωρίς στόχο, χωρίς ενοχή, χωρίς βιασύνη.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο όμορφη πολυτέλεια του καλοκαιριού.
Καλό καλοκαίρι και καλές αναγνώσεις.



