Άνδρος, καλοκαίρι’ 25. Το μικρό θεατράκι της Παλαιόπολης βρίσκεται στα μισά περίπου του δρόμου από το λιμάνι προς τη Χώρα, ενός δρόμου ορεινού στο μεγαλύτερο μέρος του, με αλλεπάλληλες στροφές, γκρεμούς αποκάτω και απόσταση 35 περίπου χιλιομέτρων από το ένα σημείο στο άλλο, μισά από τα οποία μέσα στην ερημιά. Όμως η Παλαιόπολη, αρχαία πρωτεύουσα του νησιού, έχει πανηγύρι – με απόδειξη το αυτοσχέδιο πάρκινγκ που καταλαμβάνει το μισό οδόστρωμα, φτάνοντας σχεδόν στο επόμενο χωριό. Στον αέρα τσίκνα λαχταριστή και νησιώτικοι σκοποί τους οποίους χορεύουν με φρενίτιδα, δεκάδες εκατοντάδες άτομα νεαρής κυρίως ηλικίας. Την ώρα που στους γκρεμούς αντιλαλεί ο Ικαριώτικος, στον δρόμο σταματούν οι πρώτοι τουρίστες που επιστρέφουν από τη Χώρα. Χέρια ανυπόμονα απλώνονται για να πάρουν ένα ποτηράκι από το κερασμένο τσίπουρο και, πριν καλά-καλά το δοκιμάσουν, οι επιβάτες μπαίνουν στον κύκλο και γίνονται όλοι ένα, κλείνοντας ασφυκτικά το δρόμο. “Αυτή είσαι Ελλάδα! », φωνάζει ένας τρισευτυχισμένος ντόπιος νεαρός, συμπληρώνοντας, “Δις ιζ γιου Γκρις!”. Ίσως, μελλοντικά, να τοποθετηθεί στο σημείο και επαρκής σήμανση, ώστε, η απόλαυση της τοπικής παράδοσης και το καμάρι μας γι’ αυτήν να μη λερωθούν από κάποιο φρικτό μεν, απολύτως προβλεφθέν όμως, τροχαίο δυστύχημα.
Καλοκαίρι ’26. Συγκυρίες μεγάλης χαράς με οδήγησαν, τον ίδιο μήνα, σε 3 τρία Κυκλαδίτικα νησιά: Την Άνδρο (βάση μου, καθώς εκεί ζει μόνιμα η κόρη μου με τα παιδιά της), Πάρο (καλεσμένη σε αγαπημένους φίλους) και Σύρο (λατρεμένη μου πατρίδα, πάλι σε αγαπημένους φίλους).
Τρία νησιά, τρεις προσωπικότητες.
Η Άνδρος όμορφη, αγέρωχη, απείθαρχη και συχνά μουτρωμένη, αναπτύσσει συχνά αμφίθυμη, σχεδόν διπολική, συμπεριφορά, δείχνοντας άλλοτε την ευγενική καταγωγή της κι άλλοτε τον δύστροπο, αφιλόξενο χαρακτήρα της. Της αρκεί που είναι αυτή με τα ψηλά βουνά, τις συγκλονιστικές παραλίες, τις ρεματιές, τα ποτάμια και τους καταρράκτες και δεν δείχνει γενναιοδωρία -ούτε καν σημασία- στις φιλόδοξες προσπάθειες των απογόνων της να μεταφράσουν την ιστορία σε μια πιο εξελιγμένη, φιλική, πιο «έξυπνη» εκδοχή. Και μάλλον θεωρεί ότι, κάθε παραπλανημένος Κούρος από τις ανασκαφές της Παλαιόπολης και κάθε Καρυάτιδα που τον παρακολουθεί απορημένη από το Ερεχθείο, αρκούν -ίσως και σε μικρή, πλαστικοποιημένη, συσκευασία ταξιδιού- για να παραμένει και η ίδια σε συνθήκες ενός αιώνιου άλλοθι.
Η Πάρος είναι επίσης ευειδής, αλλά πιο εύχαρις. Σαν κοπελούδα που κατάλαβε νωρίς ότι τα σχολεία και οι σπουδές εξασφαλίζουν ένα καλύτερο μέλλον, τίμησε την καταγωγή της, αλλά δεν παραμέλησε τον εαυτό της. Κάποιοι λένε ότι, η πολλή παρέα με τη Μύκονο απέναντι, της κάνει κακό, καθώς κινδυνεύει να χάσει ένα μέρος από την αυθεντικότητα και την ταπεινότητά της. Από την άλλη όμως, η συνταγή ανάμιξης του παλιού με το νέο, του παραδοσιακού με το σύγχρονο και της ποικιλίας στη φιλοξενία, της δίνει για την ώρα πολύ καλή θέση.
Όσο για την Ερμούπολη της Σύρου (αχ, Σύρα μου), φέτος γιορτάζει τα 200 χρόνια της και ξέρει ακριβώς πώς να το κάνει: Με κομψότητα, ευγένεια, βαθιά γνώση, γούστο, καλοσύνη, πεντακάθαρες παραλίες και με πεζοδρόμια που δεν κρύβουν ΟΥΤΕ ΜΙΑ παγίδα για πεζούς, βρεφικά καροτσάκια και ΑΜΕΑ. Και μια λεπτομέρεια-κόσμημα: Την Τρίτη το βράδυ, με τη φραουλένια πανσέληνο στον μέγιστο ιστό της, πήγαμε σ’ ένα σπίτι, στον Μέγα Γιαλό. Εκεί, ο επιχειρηματίας ιδιοκτήτης του, έχει φτιάξει ένα μικρό θεατράκι πάνω από τα βράχια, όπου οργανώνει παραστάσεις κι εκδηλώσεις δωρεάν για τους ανθρώπους της περιοχής, Έλληνες και ξένους. Κι ακούσαμε ποίηση Ρίτσου, από νεαρά παιδιά, με τη συνοδεία ακορντεόν. Μαγεία.
Αν πιστέψουμε ότι εμείς μπορούμε να το κάνουμε αυτό καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, τότε ναι, ίσως δημιουργήσουμε νέο άλλοθι για μερικές χιλιαδίτσες χρόνια ακόμα – με ή χωρίς νέους Κούρους.



