Οκ, να το καταλάβω. Ο νέος θέλει κάτι καινούριο. Θέλει ceviche, θέλει signature cocktail, θέλει sunbed με πετσέτα λινή και playlist που να λέει «είμαι χαλαρός αλλά το έχω σκεφτεί πάρα πολύ».
Αλλά κάποια στιγμή, ρε παιδί μου, και το πολύ δήθεν το βαριέσαι.
Πόσο ceviche να φας στο νησί; Πόσα περίπλοκα cocktail να πιεις; Πόσα sunbeds να χωρέσουν σε μια αγνή, κατά τα άλλα, κυκλαδίτικη παραλία;
Και πόσο δύσκολο είναι πια να βρεις μια καλή ταβέρνα; Μια χωριάτικη. Ένα ψαράκι. Δύο-τρία πιάτα με μια συνταγή της γιαγιάς. Χωρίς αφρό. Χωρίς «πειραγμένη εκδοχή». Χωρίς να σου εξηγούν το concept πριν φας.
Δεν λέμε. Ανάπτυξη; Ναι. Από τον τουρισμό ζούμε και είναι φυσικά καλοδεχούμενος. Αλλά κάπου δεν πρέπει να μπει ένα στοπ;
Πόσο ακόμα θα βλέπουμε τα νότια προάστια να γίνονται ένα απέραντο εργοτάξιο; Πόσα ιστορικά μέρη θα αλλάξουν ονόματα; Πόσοι άνθρωποι θα ψάχνουν σπίτι στη γειτονιά τους και δεν θα βρίσκουν;
Σε υπέροχα παραθαλάσσια μέρη ακούμε αραβικά τραγούδια. Σε γάμους στο νησί όλα μοιάζουν αθηναϊκά. Όλα λίγο πιο στημένα, λίγο πιο «σωστά», λίγο πιο ξένα.
Και αναρωτιέμαι: Για πόσο θα το ζούμε έτσι;
Δεν πρέπει να αφήσουμε και λίγο το αγνό; Το ατελές; Το απλό;
Η Σίκινος με μάγεψε ακριβώς γι’ αυτό. Γιατί μοιάζει από τα λίγα νησιά που δεν ζητάνε να γίνουν κάτι άλλο. Δεν θέλουν παραπάνω. Θέλουν όσα αντέχουν.
Και μήπως τελικά εκεί είναι η μαγεία;
Στο λίγο πιο απλό.
Άσε την pavlova, ρε αδερφέ.
Ας φάμε γιαούρτι με βύσσινο.




