Υπάρχουν στιγμές που δεν ξέρω αν θα πρέπει να μιλήσω για ξάφνιασμα ή για μια πιο ήσυχη, βαθύτερη ανησυχία!
Βλέπω γύρω μου μια μορφή σύγχρονης ανάπτυξης που δεν με πείθει πάντα ότι συνομιλεί με τον τόπο όπου εμφανίζεται.
Κτίρια που υψώνονται απότομα, παρεμβάσεις που αγνοούν την ιστορία του χώρου, μια αισθητική που συχνά μοιάζει ξένη προς το περιβάλλον της.
Αλλά δεν είναι μόνο τα κτίρια. Είναι και οι συμπεριφορές. Ο τρόπος που ζούμε στις πόλεις, η σχέση μας με τον δημόσιο χώρο, η βιασύνη που έγινε καθημερινότητα, η απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους, η κυριαρχία της εικόνας και των μέσων που πολλές φορές αντικαθιστούν τη ζωντανή επικοινωνία με μια πιο εύκολη, αλλά συχνά πιο ρηχή επαφή.
Δεν απορρίπτω το καινούργιο.
Ούτε πιστεύω πως η πρόοδος πρέπει να σταματήσει για να διατηρήσουμε ανέγγιχτο το παρελθόν.
Αναρωτιέμαι όμως αν μπορούμε να μιλάμε για αληθινή ανάπτυξη όταν αυτή δεν σέβεται τον χαρακτήρα του τόπου.
Αν μπορούμε να προχωράμε χωρίς να ακούμε το τοπίο, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τη μνήμη, την ιστορία και εκείνο το μέτρο που κάποτε χαρακτήριζε τον τρόπο που χτίζαμε και ζούσαμε.
Ίσως η πρόκληση της εποχής μας να μην είναι να χτίσουμε περισσότερο, αλλά να μάθουμε να χτίζουμε με σεβασμό.
Όλα αυτά δεν είναι θεωρητικές σκέψεις. Γεννιούνται από την εμπειρία τόπων που γνώρισα, αγάπησα και είδα να αλλάζουν μέσα στον χρόνο.
Ένας από αυτούς είναι η Σίφνος.
Πριν από πολλά χρόνια, όταν την πρωτογνώρισα, ένιωσα ότι ανακάλυπτα έναν τόπο που είχε βρει έναν σπάνιο τρόπο να ισορροπεί με τον κόσμο. Τα λευκά σπίτια έμοιαζαν να έχουν γεννηθεί από την ίδια την πέτρα του νησιού.
Οι ξερολιθιές ακολουθούσαν υπομονετικά το ανάγλυφο της γης σα να συνομιλούσαν με τον άνεμο.
Τίποτα δεν περίσσευε. Τίποτα δεν κραύγαζε.
Οι άνθρωποι ζούσαν με έναν ρυθμό, που δεν βιαζόταν να καταναλώσει τον χρόνο αλλά να τον ζήσει. Υπήρχε μέτρο. Υπήρχε απλότητα. Υπήρχε αρμονία που δεν είχε ανάγκη να επιδειχθεί.
Σήμερα η Σίφνος έχει αλλάξει όπως κάθε ζωντανός τόπος.
Κι όμως, όσο κι αν εξακολουθώ να αναζητώ εκείνο το λεπτό νήμα που ενώνει το παρελθόν με το παρόν, δεν μπορώ να κρύψω και κάποιες ανησυχίες που γεννιούνται κάθε φορά που επιστρέφω.
Ανησυχώ όταν βλέπω παραλίες που κάποτε ανέπνεαν ελεύθερα να περικυκλώνονται σιγά-σιγά από ενοικιαζόμενα δωμάτια και τουριστικές κατασκευές.
Ανησυχώ όταν η κορυφογραμμές των λόφων που, επί αιώνες όριζαν με λιτότητα την αισθητική του κυκλαδίτικου τοπίου, εξαφανίζονται κάτω από σπίτια ξένα προς τη φυσιογνωμία του τόπου.
Ανησυχώ όταν χωράφια που κάποτε φιλοξενούσαν τον κόπο της γης μεταμορφώνονται σε μεζονέτες λες και η αξία της γης μετριέται πια μόνο με όρους εμπορικούς.
Και τότε αναρωτιέμαι μήπως κάποιες φορές στο όνομα της ανάπτυξης ξεχνάμε, πως ένας τόπος δεν είναι μόνο αυτό που χτίζουμε πάνω του αλλά κυρίως αυτό που οφείλουμε να διαφυλάξουμε μέσα του.
Κι ίσως αυτό να είναι τελικά το ουσιαστικό ζητούμενο να αλλάζουμε χωρίς να χανόμαστε.
Να προχωρούμε χωρίς να ξεχνάμε.
Και να θυμόμαστε πως τίποτα ουσιαστικό δεν χάνεται όταν οι αλλαγές δεν ξεριζώνουν τη μνήμη αλλά τη συνεχίζουν.
Γιατί όπως έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης:
«… αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα στο τέλος θα σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι και ένα καράβι που σημαίνει… με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις….».
Ίσως εκεί να βρίσκεται και η μεγαλύτερη πηγή αισιοδοξίας μας.
Ότι το μέλλον δεν χτίζεται γκρεμίζοντας το παρελθόν αλλά, κρατώντας ζωντανές εκείνες τις ρίζες που μας επιτρέπουν να συνεχίζουμε.

