Το 1982 δεν υπήρχαν ακόμα ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση στην Ελλάδα. Αποκλειστική επιλογή μας ήταν το ελάχιστα σέξι κρατικό μονοπώλιο. Σκεφτείτε, οι νεότεροι, ένα τοπίο όπου το πλήκτρο search δεν είχε καμία απολύτως χρησιμότητα. 2-3 κρατικοί σταθμοί στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση κι εμείς, ανήσυχοι όπως οι απανταχού νεολαίοι, αλλά απομονωμένοι σαν σ’ ερημονήσι, να κουνάμε απεγνωσμένα την εσωτερική κεραία στο μικρό «τρανζιστοράκι», μήπως πιάσουμε ξένο σταθμό και καταλάβουμε τι συνέβαινε στον κόσμο.
Στα τέλη εκείνης της χρονιάς βρέθηκα στη Νέα Υόρκη. Ο σκοπός αυτού του αλλόκοτου ταξιδιού ήταν πολύ βαρύς – αλλά όταν αργείς ακόμα να κλείσεις τα 30, τα βάρη μοιάζουν ελαφριά. Θαμπώθηκα από τα κολοσσιαία ύψη των κτιρίων, τις τεράστιες φωτεινές πινακίδες – μα πιο πολύ μαγεύτηκα από τις μουσικές. Στο σπίτι όπου φιλοξενήθηκα ήθελα ν’ ακούω μόνο ραδιόφωνο, τον ένα σταθμό πίσω από τον άλλο, ήχους ολοκαίνουργιους, τζαζ, ροκ, των οποίων μόνο ο ανεπαίσθητος απόηχος έφτανε τότε στον τόπο μας. Ώσπου το άκουσα. Σε μια ηχογράφηση από ανοιχτή συναυλία στο Σέντραλ Παρκ, τον Σεπτέμβρη του 1981, ενωμένες οι φωνές των Simon & Garfunkel τραγουδούσαν «The Sound of Silence». Ο Ήχος της Σιωπής. Κι από εκείνη τη μέρα ήθελα αυτό να ακούω συνέχεια.
«Τις ανήσυχες νύχτες περπατούσα μόνος
στα στενά, χαλικόστρωτα δρομάκια
Κάτω από την άλω της λάμπας του δρόμου
Σήκωσα το γιακά μου να με προστατέψει από το κρύο και την υγρασία
Όταν ξαφνικά στα μάτια μου καρφώθηκε
Η λάμψη μιας λάμπας neon
Που χώρισε στα δύο τη νύχτα
Αγγίζοντας τον Ήχο της Σιωπής
Και σ’ αυτό το γυμνό φως
Είδα 10.000 ανθρώπους, ίσως και περισσότερους
Να συζητούν χωρίς να μιλούν
Να ακούν χωρίς να προσέχουν
Να γράφουν τραγούδια που οι φωνές τους ποτέ δεν μοιράζονταν
Καθώς κανείς δεν τολμούσε να διακόψει τον Ήχο της Σιωπής».
Επίτηδες, παρέλειπα τον πρώτο στίχο, εκείνον που έλεγε «γεια σου, σκοτάδι, παλιέ μου φίλε». Γιατί δεν μου άρεσε ποτέ το σκοτάδι.
Ίσως γι’ αυτό δεν παρομοίωσα ποτέ αλλαγές, απώλειες, βάρη και τερματισμούς με το σβήσιμο φώτων. Αυτό που με προκαλούσε και με αντιπροσώπευε περισσότερο ήταν η σιωπή. Εκείνη η στιγμή που, ξαφνικά, μπαίνουν όλα στο mute και είναι σαν να κόβονται οι επικοινωνίες, να αποσυνδέονται τα ηχεία και, μετά την απόλυτη σίγαση, να ακολουθεί μια κακοφωνία, λες από μια ορχήστρα που κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς να κουρδίσει τα όργανά της. Το ‘χω ζήσει με την απώλεια αγαπημένων, τον χωρισμό από μεγάλους έρωτες, τα βάρη, τις απότομες επαγγελματικές αλλαγές – κι έχω μείνει μετέωρη στην παραφωνία, μέχρι να συνηθίσω σε διαφορετικούς ρυθμούς και αλλιώτικες μελωδίες με καινούργιους στίχους.
Αυτή η σιωπηλή φάση της μετάβασης, από την κακοφωνία σ’ ένα νέο τραγούδι, ήταν πάντα η πιο παραγωγική. Έπρεπε κάθε φορά να ψάχνω νότες, να ξεχωρίζω τις ψηλές από τις χαμηλές, να μετρώ πόσο βαθιά ήθελα τα μπάσα και πόσο τσιριχτά τα πρίμα. Φυσικά, δεν τα κατάφερνα το ίδιο καλά κάθε φορά. Υπήρξαν απώλειες αγαπημένων, χωρισμοί από μεγάλους έρωτες, τεράστια βάρη, απότομες επαγγελματικές αλλαγές που χρειάστηκαν διπλάσιο, τριπλάσιο, πολλαπλάσιο χρόνο σιωπής ώσπου να καταφέρω τη σύνδεση με νέες αρμονίες. Και, στο μεταξύ, διδασκόμουν από τη μελωδία του μη – ήχου.
Μετά τα πρώτα -ήντα, ένιωσα ότι είχε έρθει η ώρα να αρχίσω να ξεφορτώνω το τσουβάλι μου από υλικά που μπορεί και να μην προλάβαινα να χρησιμοποιήσω σε αυτή τη ζωή και που, πάντως, δεν είχαν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Μουσικές και αναμνήσεις, όλες, τις έχω στην καρδιά μου -τις περισσότερες και στον υπολογιστή μου. Ήξερα πια τι αγαπούσα, τι μου έλειπε, τι με πονούσε, τι επιθυμούσα και τι αποτελούσε κίνητρο χαράς. Ακόμη και η πολύτιμη συλλογή μου από είδη γραφής, ανέγγιχτη μέχρι τότε, κατέβηκε από τα ράφια στην καθημερινότητα.
Και όσο λιγόστευε η εκτός μου φασαρία, τόσο άνοιγε χώρος για να μπαίνει ένα αίσθημα πληρότητας – που στο προσωπικό μου λεξικό είναι συνώνυμο της ευτυχίας: Να κοιμάσαι βαθιά και να ανυπομονείς για άλλη μια καινούργια μέρα.



