Στα 20 και στα 30 συχνά πιστεύουμε ότι το σώμα θα μας συγχωρεί για πάντα. Λίγος ύπνος, κακό φαγητό, στρες, αναβολές, μια μόνιμη λογική ότι θα προλάβουμε αργότερα να φροντίσουμε όσα τώρα αφήνουμε πίσω. Και συνήθως, για αρκετό καιρό, το σώμα όντως αντέχει. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουμε.
Με τα χρόνια όμως δεν αλλάζει μόνο το σώμα. Αλλάζει και ο τρόπος που το ακούμε. Αυτή ίσως είναι μία από τις πιο ουσιαστικές μετατοπίσεις που φέρνει ο χρόνος. Η ηλικία δεν φέρνει μόνο χρόνια, φέρνει εμπειρία. Εμπειρία στο τι αξίζει να κρατάμε, τι μας εξαντλεί χωρίς λόγο, τι πρέπει να ελέγξουμε, τι δεν χρειάζεται να δραματοποιούμε, αλλά και τι δεν πρέπει πια να αγνοούμε.
Η ωριμότητα δεν είναι μόνο θέμα εμπειρίας ή χαρακτήρα. Είναι και μια διαφορετική σχέση με τα όρια. Όχι με την έννοια της παραίτησης, αλλά με την έννοια της καλύτερης ανάγνωσης. Κάποτε θεωρούσαμε φυσιολογικό να είμαστε συνεχώς κουρασμένοι, να έχουμε διαταραγμένο ύπνο, να παίρνουμε βάρος χωρίς να το πολυσκεφτόμαστε, να αφήνουμε έναν πονοκέφαλο, μια πίεση, μια δυσφορία για αργότερα. Μετά από ένα σημείο, όχι απαραίτητα γιατί γινόμαστε φοβικοί, αλλά γιατί γινόμαστε πιο συνειδητοί, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι το σώμα μιλάει. Και καλό είναι να το ακούμε εγκαίρως.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σύμπτωμα είναι απειλή. Σημαίνει όμως ότι η πρόληψη παύει να μοιάζει με αγγαρεία και γίνεται στοιχείο φροντίδας. Η τακτική μέτρηση πίεσης, ο έλεγχος σακχάρου, οι εξετάσεις θυρεοειδούς, η αξιολόγηση του σωματικού βάρους, η συζήτηση με τον γιατρό για την κούραση ή την αϋπνία, δεν είναι υπερβολές της ηλικίας. Είναι μια πιο ώριμη μορφή αυτοσεβασμού.
Στην ιατρική πράξη αυτό φαίνεται πολύ καθαρά. Πολλοί άνθρωποι μετά τα 40 ή τα 50 δεν έρχονται επειδή έχει συμβεί κάτι δραματικό. Έρχονται επειδή αισθάνονται ότι κάτι έχει αλλάξει. Δεν έχουν πια την ίδια αντοχή, ο ύπνος δεν τους ξεκουράζει, το βάρος ανεβαίνει πιο εύκολα, η ενέργεια πέφτει, η καθημερινότητα τούς επιβαρύνει περισσότερο. Συχνά αυτές οι αλλαγές δεν είναι απλώς μια αόριστη αίσθηση. Μπορεί να σχετίζονται με μεταβολικές διαταραχές, με προδιαβήτη, με διαταραχές θυρεοειδούς, με ορμονικές αλλαγές, με αρτηριακή πίεση που ανεβαίνει σιωπηλά. Και πολλές φορές, η διαφορά δεν βρίσκεται στο ότι το σώμα πρόδωσε κάποιον, αλλά στο ότι κάποιος αποφάσισε επιτέλους να το ακούσει.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που φέρνει το πέρασμα του χρόνου. Δεν μαθαίνουμε μόνο τι να προσέχουμε, μαθαίνουμε και τι να μην υπερδραματοποιούμε. Δεν χρειάζεται πανικός για κάθε αλλαγή. Δεν χρειάζεται να μετατρέπεται κάθε ενόχληση σε σενάριο. Η ωριμότητα μάς δίνει και ένα καλύτερο φίλτρο. Ξεχωρίζουμε πιο εύκολα τι είναι ουσιαστικό και τι είναι θόρυβος. Τι απαιτεί έλεγχο και τι ζητά απλώς ξεκούραση, καλύτερο πρόγραμμα, λίγο περισσότερο χώρο.
Η φροντίδα του εαυτού δεν ξεκινά όταν φοβηθούμε. Ξεκινά όταν αρχίζουμε να μας ακούμε σωστά. Και αυτό, συχνά, είναι κάτι που τα χρόνια δεν μας το παίρνουν. Μας το χαρίζουν.
Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα πιο ήσυχα αλλά και πιο πολύτιμα δώρα της ηλικίας. Δεν μας κάνει μόνο πιο έμπειρους. Μας κάνει πιο ακριβείς. Πιο καθαρούς στις επιλογές μας. Πιο προσεκτικούς με τον χρόνο μας, το σώμα μας, την ενέργειά μας. Λιγότερο πρόθυμους να σκορπιζόμαστε και περισσότερο έτοιμους να κρατήσουμε αυτό που μας κάνει πραγματικά καλό.

