Αγαπημένοι μου,
Πιθανολογώ ότι δεν θυμάστε την ύπαρξή μου.
Ούτε εγώ σας γνωρίζω. Δεν ξέρω τα ονόματα σας, σε ποιον κόσμο ζείτε, τι φως πέφτει στα παράθυρά σας τα πρωινά.
Δεν ξέρω αν οι πόλεις σας έχουν ακόμη αυλές· αν ακούγονται γέλια παιδιών στους δρόμους· αν τα καλοκαίρια υπάρχουν ακόμη τραπεζάκια έξω· αν γελάτε με τα ίδια αστεία, αν σας συγκινούν τα ίδια πράγματα και αν η τεχνολογία είναι υπηρέτης σας ή το αντίθετο…
Μα σας γράφω γιατί κάποια πράγματα αξίζουν να ταξιδέψουν στον χρόνο — όχι σε αρχεία και οθόνες, αλλά από άνθρωπο σε άνθρωπο, σαν μικρές φλόγες που δεν πρέπει να σβήσουν.
Η γενιά μου έγραφε ακόμη με το χέρι – γράμματα γεμάτα λαχτάρα, αμηχανία, αγάπη και ενδιαφέρον που δεν ήξερες πώς να εκφράσεις. Οι άνθρωποι σκέφτονταν τις λέξεις πριν τις χαρίσουν.
Κάποιες επιστολές φυλάγονταν για χρόνια μέσα σε συρτάρια. Μύριζαν άρωμα, καπνό ή απλώς χαρτί – μα κυρίως μύριζαν έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Σας γράφω τώρα μία από εκείνες τις χειρόγραφες επιστολές. Ίσως για να σωθεί κάτι από τη ζεστασιά τους.
Και για να σας δώσω μια ιδέα πως ήταν η ζωή μιας Baby Boomer προγόνου σας…
Υπήρχε κάποτε η αγορά της γειτονιάς
Υπήρχαν μικρομάγαζα, ταβερνάκια με σπιτικό φαγητό, και τα καλοκαίρια έβγαζαν τραπεζάκια κάτω από κληματαριές και μουριές.
Βλέπαμε ταινίες σε θερινά σινεμά, κάτω από τα αστέρια, με άρωμα αγιόκλημα και γιασεμί να πλέει στον αέρα.
Ο μανάβης ήξερε το όνομά σου. Και τα φρούτα και λαχανικά μύριζαν γη και φρεσκάδα. Ο φούρναρης έβγαζε το ψωμί ακόμη ζεστό – πολλές φορές δεν προλάβαινε καν να το τυλίξει. Το κρατούσες στα χέρια και έκαιγε λίγο τις παλάμες σου. Μύριζε κόπο, πρωινό ξύπνημα, ανθρώπινη φροντίδα.
Υπήρχαν οικογενειακά τραπέζια που κρατούσαν ώρες.
Κανείς δεν βιαζόταν να φύγει. Οι μεγάλοι μιλούσαν δυνατά, τα παιδιά νύσταζαν πάνω στις καρέκλες, κάποιος πάντα ξαναγέμιζε τα πιάτα, κι η κουζίνα έμενε φωτισμένη μέχρι αργά.
Δεν θυμάμαι πάντα τι τρώγαμε. Θυμάμαι όμως ότι κανείς δεν ένιωθε μόνος, όσο υπήρχε ένα τραπέζι γεμάτο χαμόγελα, έντονες συζητήσεις και πειράγματα για τα πολιτικά ή τα αθλητικά.
Υπήρχε η μυρωδιά του σπιτιού της γιαγιάς.
Δεν μπορώ να σας τη μεταδώσω. Κανένα άρωμα δεν τη μιμείται αληθινά. Ήταν κάτι ανάμεσα σε κεδρόξυλο και βανίλια, σε παλιό λινό και σαπούνι λεβάντας, ανακατεμένα με τη σάλτσα από κοκκινιστό που σιγόβραζε κάπου βαθιά στην κουζίνα.
Η μυρωδιά χρόνων που είχαν στοιβαχτεί απαλά ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να χαθεί κανείς.
Μπαίναμε στην πόρτα και κάτι μέσα μας ηρεμούσε — σαν να έλεγε το ίδιο το σώμα: «Εδώ είσαι ασφαλής».
Να ξέρετε πως κάποτε αυτό το συναίσθημα ήταν διάσπαρτο μέσα στον κόσμο. Αν και το χάσαμε αργότερα όταν ο κόσμος τρελάθηκε και -σαν να μην είχε μάθει τίποτα- ξανάρχισε τους πολέμους…
Υπήρχαν τα παιχνίδια στον δρόμο και στην παραλία.
Όχι μόνο σε οθόνες. Όχι ειδοποιήσεις. Όχι σκορ αποθηκευμένα κάπου για πάντα. Υπηρχαν φωνές, χώμα, ιδρώτας και γέλια που αντιλαλούσαν στις γειτονιές μέχρι να πέσει το σκοτάδι.
Τα παιδιά γύριζαν σπίτι με γδαρμένα γόνατα και μάτια φωτεινά. Ένα ξύλο γινόταν σπαθί. Μια ρόδα γινόταν τιμόνι καραβιού. Ένα χαρτόκουτο μεταμορφωνόταν σε κάστρο.
Υπήρχαν οι ηλικιωμένοι που ζούσαν ανάμεσά μας.
Κάθονταν σε καρέκλες δίπλα στο τζάκι ή στη σκιά μιας αυλής και έλεγαν παραμύθια και ιστορίες. Για τον πόλεμο. Για την κρίση. Για τη φτώχεια. Για έρωτες που άντεξαν ή χάθηκαν. Για ανθρώπους που δεν υπήρχαν πια ούτε σε φωτογραφίες.
Κι εμείς τους ακούγαμε με προσοχή. Κι όταν έφευγαν, έπαιρναν μαζί τους έναν ολόκληρο κόσμο που δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο.
Να κάθεστε κοντά στους ηλικιωμένους σας. Να τους ακούτε όταν μιλούν αργά. Είναι βιβλία που δεν ξαναγράφονται.
Υπήρχε καμμία φορά και η ανία.
Κι όμως, δεν ήταν εχθρός – ήταν πρόσκληση. Ειδικά τα παιδιά βαριόντουσαν, αλλά μέσα από εκείνη την άδεια ώρα γεννιόταν κάτι καινούριο. Ζωγράφιζαν. Έγραφαν. Έφτιαχναν κόσμους. Επινοούσαν παιχνίδια που δεν υπήρχαν λίγα λεπτά πριν.
Η ανία ήταν το λίπασμα της δημιουργίας.
Μη φοβηθείτε ποτέ τη σιωπή και την αργή ώρα. Εκεί μέσα μεγαλώνει η ψυχή.
Αγαπημένοι μου,
Δεν σας γράφω γιατί ο κόσμος παλιά ήταν τέλειος. Δεν ήταν. Είχε και αρκετή σκληρότητα, αδικία, φόβο και πόνους που ίσως εσείς καταφέρατε να θεραπεύσετε καλύτερα από εμάς.
Σας γράφω γιατί υπήρχαν πράγματα που αξίζει να επιβιώσουν – ή αν πέθαναν, να αναβιώσουν.
Όχι ως αντικείμενα ή πράξεις, αλλά ως τρόπος να υπάρχει κανείς μέσα στον κόσμο.
Η φυσική παρουσία. Η προσοχή. Το χέρι που αγγίζει τρυφερά. Η ιστορία που λέγεται με χάρη. Το σπίτι που μυρίζει φαγητό και αναμονή. Το τραπέζι που μαζεύει ανθρώπους γύρω του.
Κι αν κάποια μέρα νιώσετε μια παράξενη έλλειψη – ένα κενό χωρίς όνομα – να ξέρετε πως ίσως νοσταλγείτε κάτι που υπήρξε πριν από εσάς.
Κάθε φορά που αφήνετε το κινητό στην άκρη για να ακούσετε πραγματικά κάποιον. Κάθε φορά που στρώνετε όμορφα το τραπέζι σας χωρίς να είναι γιορτή. Κάθε φορά που κρατάτε τους αγαπημένους σας λίγο περισσότερο αγκαλιά. Κάθε φορά που επιλέγετε την τρυφερότητα και τη προσοχή αντί για τη βιασύνη.
Αν κάποτε με θυμηθείτε χωρίς να με έχετε γνωρίσει, εύχομαι να είναι μέσα από ιστορίες σε οικογενειακό τραπέζι ή από κάποιες φωτογραφίες που έχουν επιβιώσει σε χαρτί. Ίσως να διαβάσετε και το βιβλίο μου που δεν έχω τελειώσει ακόμη…


