THE SENIOR WEBMAG

Βρεγμένο Χώμα

Παρακαλώ Μην Εγγίζετε

Η τελευταία πραγματική βροχή είχε καταγραφεί επισήμως το 2149.
Υπήρχε  ακόμη το ηχητικό αρχείο της.
Διάρκεια: 4’12”
Ποιότητα αποκατάστασης: 97%.
Συναισθηματική πιστότητα: 82%.
Το υπόλοιπο 18% θεωρήθηκε …μη αναγκαίο.

Η Iris SAFE άκουγε συχνά τη βροχή τα βράδια πριν κοιμηθεί. Όχι επειδή της άρεσε.
«Της άρεσε;»
Οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούσαν πια τέτοιες λέξεις.
Απλώς ο ήχος βοηθούσε στη σταθεροποίηση των εγκεφαλικών κυμάτων της και μείωνε τα περιστατικά νυχτερινής γνωσιακής υπερφόρτωσης κατά 11,3%.
Τουλάχιστον αυτό έλεγε το Υπουργείο Συντήρησης Αισθήσεων και Αποφυγής Πένθους, όπου δούλευε και το οποίο- ειρωνικά- στεγαζόταν σε ένα κτίριο χωρίς παράθυρα.

Η Iris εργαζόταν στον Υποτομέα Οσφρητικής Κληρονομιάς.
Πτέρυγα P.
Εκεί συντηρούσαν αρώματα που κανείς δεν χρησιμοποιούσε πια. Γιασεμί, καπνό ξύλου, βανίλια, υγρό μαλλί σκύλου μετά τη βροχή. Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν το τελευταίο, αλλά τα αρχεία επέμεναν πως κάποτε προκαλούσε ρίγη  ευτυχίας.

Οι μυρωδιές φυλάσσονταν σε κρυοκάψουλες από μαύρο γυαλί.
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΕΓΓΙΖΕΤΕ,
έγραφαν οι παλιές πινακίδες που είχαν διατηρηθεί για ιστορικούς λόγους.
Με ΓΓ.
Κι η Iris δεν ήξερε γιατί- και ούτε ρώταγε.

Η γλώσσα είχε σταματήσει να είναι εννοιολογική εδώ και έναν αιώνα περίπου. Είχαν αφαιρεθεί λέξεις υψηλής συναισθηματικής επικινδυνότητας — λαχτάρα, καημός, σπαραγμός, στερήθηκα — και οι υπόλοιπες παρέμειναν ήρεμες και λειτουργικές σαν έπιπλα διάφανα. Έβλεπες απλά από μέσα τους.

Κάποτε, σ’ ένα παλιό ψηφιακό λεξικό, η Iris είχε βρει τη λέξη «ανατριχίλα».
Τη διάβασε τρεις φορές.
Δεν κατάλαβε.

Το προσωπικό της ημερολόγιο άνοιγε κάθε βράδυ ακριβώς στις 23:00 ,  κι εκείνη κατέγραφε την ημέρα. Είχε διαλέξει το κωδικό όνομα Scarlet αμέσως μόλις το διάβασε -χωρίς να ξέρει το γιατί –  μα κάτι μέσα της την ώθησε σαν το είδε στη λίστα επιλογών.

SCARLET / PRIVATE ENTRY 7721
Σήμερα καταχώρησα άλλη μία προσομοίωση βροχής.
Οι συμμετέχοντες δήλωσαν 91% αισθητηριακή ικανοποίηση.
Κανείς δεν παρουσίασε συγκίνηση.
Το αποτέλεσμα θεωρήθηκε επιτυχές.

Παύση 2,1 δευτερολέπτων.

«Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν η επιτυχία έμοιαζε πάντα τόσο άδεια.»

Η Iris έκλεισε αμέσως την καταγραφή.

Η λέξη «άδεια» είχε αρχίσει να εμφανίζεται όλο και συχνότερα στα ιδιωτικά της logs.
Δεν ήταν επικίνδυνο ακόμη.
Αλλά πλησίαζε.

Η πρώτη φωνή ακούστηκε τρεις νύχτες αργότερα.

«Ακόμη συντηρούν τις μυρωδιές σαν νεκρούς βασιλιάδες;»

Η Iris τίναξε απότομα το κεφάλι.
Οι δείκτες παρέμεναν πράσινοι.
Οι οθόνες σταθερές.
Η καρδιά της όχι.

«Ποιος… ποιος μίλησε;» είπε μ’ ένα τρέμουλο.

«Εγώ», είπε η φωνή. «Αλλά ποτέ δεν ήσασταν καλοί στο ν’ ακούτε τη γλώσσα σας».

Ακούστηκε ένα μικρό γέλιο.
Ζεστό. Υγρό σχεδόν.
Και ύστερα μια δεύτερη φωνή.

«Μη τη φοβίζεις», είπε απαλά. «Δεν φταίει εκείνη. Γεννήθηκε μετά την αποστείρωση».

«Ποιες είστε;»

«Εγώ είμαι η Ρίνα», είπε η δεύτερη — και κάτι στον ήχο της έμοιαζε τόσο γήινο, σαν κάτι που είχε  βάρος και θερμοκρασία μαζί.

«Κι εγώ η Γλώττα», είπε η άλλη φωνή, με τον τρόπο που μιλά κάποιος που ξέρει πως τα λόγια του κόβουν, σα μαχαίρια. «Αν και κάποτε μας κάνατε παρέα περισσότερο».

Η Iris ακούμπησε το μέτωπό της.
Η τελευταία νευροαισθητηριακή διαταραχή στο Υπουργείο είχε καταγραφεί σαράντα τρία χρόνια πριν, μετά από παράνομη έκθεση σε φυσικό δυόσμο.

«Δεν είστε πραγματικές.»

Η Γλώττα γέλασε, σύντομα, σαν να περίμενε αυτήν ακριβώς την απάντηση.

«Ούτε κι η περισσότερη από τη ζωή σου».

Τις επόμενες μέρες οι φωνές επέστρεφαν όλο και συχνότερα.
Η Ρίνα μιλούσε με ύφος  σωματικής εμπειρίας  — ή μάλλον σα σώμα που δεν υπήρχε πια.

«Κάποτε οι άνθρωποι μύριζαν το σπίτι τους πριν καν μπουν».

Η φωνή της είχε κάτι σαρκικό, σαν να θυμόταν με τους μυς και όχι με τη μνήμη.

«Κάποτε υπήρχαν μωρά που ηρεμούσαν μόνο από τη μυρωδιά του λαιμού της μητέρας τους».

Η Γλώττα μιλούσε με χειρουργική ακρίβεια – και κάπου κάπου με κάτι που έμοιαζε με πένθος για τις ίδιες της τις λέξεις.

«Οι άνθρωποι κάποτε έλεγαν “μείνε” χωρίς να ξέρουν αν ο άλλος θα μείνει».

«Κι έπιναν πικρό καφέ. Εκπληκτικό είδος».

«Και φιλούσαν ο ένας τον άλλον».

Η Iris σήκωσε το βλέμμα.

«Τι είναι φιλί;»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σχεδόν τρυφερή.

«Μια πολύ παλιά μορφή βλακείας, σωματικής» είπε τελικά η Γλώττα.

Η Ρίνα δεν είπε τίποτα. Κάτι στη σιωπή της ήταν διαφορετικό από τη συμφωνία.

«Και πώς είπαμε πώς σε λένε, καλή μου;» ρώτησε η Γλώττα.

« Iris SAFE»

Η Γλώττα έγειρε ελαφρά το κεφάλι

« Χμ! SAFE», είπε σχεδόν τρυφερά. «Πώς αλλιώς!»

Η Ρίνα την κοίταξε για λίγες στιγμές.

«Και Iris …Και ποτέ δεν έμαθες τι μυρωδιά έχει το δέρμα σου, Iris!»

Η Iris για μια στιγμή κράτησε την ανάσα της. Κάτι σαν ηλεκτρισμός διαπέρασε το κορμί της.
Δυσάρεστο κι ευχάριστο συνάμα.
Και οι εικόνες της ζωής της άρχισαν να περνούν από μπροστά της — σιωπηλές, σε σειρά, σαν αρχείο που κανείς δεν είχε ανοίξει ποτέ.

Το πρόγραμμα PETRICHOR — στο οποίο ήταν ενταγμένη  — θεωρούνταν πια σχεδόν άχρηστο κι όμως εκείνη είχε αφιερώσει δεκατρία χρόνια μελέτης σε μια μυρωδιά  που δεν είχε μυρίσει ποτέ.

«Η χαρακτηριστική γήινη ευχάριστη οσμή που αναδύεται από το έδαφος όταν πέφτουν οι πρώτες σταγόνες βροχής μετά από μεγάλη περίοδο ξηρασίας ή ζέστης. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος».

Οι περισσότεροι συνάδελφοί της τη θεωρούσαν γραφική.
«Και γιατί να θέλει κάποιος να μυρίσει… λάσπη;» τη ρώτησε κάποτε ένας ανώτερος επόπτης.
Η Iris δεν ήξερε τι να απαντήσει.
Αλλά εκείνο το βράδυ έγραψε:

SCARLET / PRIVATE ENTRY 7711
Ίσως επειδή κάποτε οι άνθρωποι δεν ήθελαν μόνο να επιβιώνουν.
Ίσως ήθελαν και να ζουν.

Η Γλώττα ήταν εκείνη που διάβασε πρώτη ολόκληρο το ημερολόγιο.

«Θεέ μου», είπε αργά.
«Λυπάμαι. Σας λυπάμαι. Απαγόρευση αγγίγματος, ρυθμιζόμενες αγκαλιές. Κάνατε την τρυφερότητα διοικητική διαδικασία!»

«Τι σημαίνει λυπάμαι;» ρώτησε η Iris.

Η Ρίνα απάντησε — όχι με λέξεις αμέσως, αλλά με έναν ήχο χαμηλό, σαν αναστεναγμό που δεν αποφάσισε ακόμα αν θα γίνει λυγμός.

«Είναι όταν το μυαλό σου -και το σώμα σου- πονά για κάποιον ή κάτι που δεν είναι πια εδώ».

Η Γλώττα πρόσθεσε σιγά: «Είναι  η ευγένεια της αγάπης όταν δεν μπορεί πια να κρατήσει αυτό που αγαπά».

Η Iris έμεινε ακίνητη. Προσπαθούσε να επεξεργαστεί τις πληροφορίες.

Η Γλώττα συνέχισε — με τον τρόπο που μιλά κάποιος που έχει σκεφτεί κάτι πολύ  και δεν το λέει για πρώτη φορά.
«Κανείς δεν ήθελε τη λύπη κι όμως, τη φύλαγαν μέσα τους».

«Γιατί να τα  θέλει κάποιος αυτό;»

Η Γλώττα γέλασε χλιαρά  —με κάτι που δεν ήταν χαρά.

«Για τον ίδιο λόγο που κάποτε οι άνθρωποι ερωτεύονταν. Άντεχαν να διαλύονται πολύ, προκειμένου ν’ αγαπήσουν πολύ».

Σιωπή.

Η Ρίνα μίλησε με τον τρόπο που απαντά κάποιος που το έχει νιώσει στο πετσί του — χωρίς περιστροφές, χωρίς επεξηγήσεις.

«Είναι όταν το σώμα σου αναγνωρίζει κάποιον σαν να είναι σπίτι».

«Και είναι τόσο γενναίο», πρόσθεσε η Γλώττα.

«Και άρρωστο μερικές φορές», συνέχισε η Ρίνα.

«Και ζωντανό σχεδόν πάντα», ολοκλήρωσε η Γλώττα.

Η Iris έμεινε σιωπηλή.
Δεν ρώτησε «γιατί σταμάτησαν».
Κάτι βαθιά  — κάτι χωρίς όνομα στη γλώσσα που μιλούσε — είχε ήδη αρχίσει να το καταλαβαίνει.

Η απαγορευμένη κρυοκάψουλα του petrichor βρισκόταν στον Παλαιό Θάλαμο.
Καμία πρόσβαση χωρίς άδεια.
Καμία φυσική έκθεση χωρίς νευροχημική προετοιμασία.
Καμία εισπνοή άνω των 2,3 δευτερολέπτων.

Η Iris στάθηκε μπροστά της με κομμένη ανάσα.

«Τι θα συμβεί;» ψιθύρισε.

Η Ρίνα πλησίασε πρώτη.
«Θα θυμηθείς κάτι που δεν έζησες ποτέ».

Η Iris γύρισε αργά προς το μέρος της.
«Και αν… αν πονέσει;»

Η Γλώττα την κοίταξε — όχι με τρυφερότητα αυτή τη φορά. Με κάτι πιο σκληρό και πιο τίμιο.
«Θα πονέσει».

«Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.»
«Ξέρουμε», είπε η Ρίνα.

Για πρώτη φορά καμία από τις δύο δεν πρόσθεσε τίποτα άλλο.

Η Iris ανέπνευσε αργά.
Υπολόγισε.
Η έκθεση δεν θα ξεπερνούσε τα 2,3 δευτερόλεπτα.
Είχε καταγράψει χιλιάδες οσφρητικά δεδομένα.
Ήξερε πώς λειτουργεί το σύστημα.
Αυτό ήταν αρκετό.
Πάντα ήταν αρκετό.

Η κάψουλα άνοιξε με έναν μικρό αναστεναγμό αέρα.

Για μια στιγμή δεν συνέβη τίποτα.
Και μετά κάτι στο σώμα της — κάτι που δεν είχε όνομα στη γλώσσα που μιλούσε — αναγνωρίστηκε.

Και τότε ήρθε.
Όχι σαν μυρωδιά.
Σαν εισβολή.
Υγρή γη.
Καλοκαίρι που ανοίγει στα δυό.
Κάτι σκοτεινό και αρχαίο που δεν ήθελε – ή δεν ήξερε- να ταξινομηθεί.

Ο εγκέφαλος της Iris προσπάθησε να τακτοποιήσει την εμπειρία.
Αποτυχία.

Και τότε συνέβη κάτι χειρότερο.
Ένιωσε.

Τα γόνατά της λύγισαν.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν χωρίς εντολή.
Έκλαιγε για κάτι που δεν είχε όνομα στη γλώσσα της — μια μνήμη που δεν της ανήκε, κι όμως καθόταν μέσα της σαν παλιά μουσική.
Κουζίνες. Παράθυρα. Βροχή. Κάποιος που κοιτούσε έξω χωρίς να περιμένει τίποτα.

Η Ρίνα δεν είπε κάτι. Ήταν εκεί με τον τρόπο που είναι  μια μυρωδιά παλιά, γνώριμη — χωρίς να μπορείς να πεις από πού έρχεται.

Η Iris σήκωσε το πρόσωπό της βρεγμένο από δάκρυα.

«Τι μου συμβαίνει;»

Καμία από τις δύο δεν απάντησε αμέσως.

Η Ρίνα την κοίταξε με κάτι που η Iris δεν είχε λέξη να ονομάσει.

Και η Γλώττα, είπε ήσυχα.«Τώρα αρχίζεις να χαλάς, καλή μου.
Σωστά».

Και κάπου μέσα στη σιωπή που ακολούθησε, ψιθύρισε «Επιτέλους».

Η Iris έμεινε ακίνητη στο σκοτάδι του Παλαιού Θαλάμου.
Τα δάκρυα συνέχιζαν.
Δεν τα σταμάτησε.

Αύριο θα έπρεπε να γράψει αναφορά για την αναίτια ενεργοποίηση της κάψουλας.
«Αναίτια;»

Έφερε το χέρι στον λαιμό της.
Ζεστό. Δικό της.
Και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε
«Τι μυρωδιά έχω, άραγε;»

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους