Αυτή δεν είναι μια ακόμα (ανάμεσα στις εκατοντάδες) συνέντευξη της Μιμής Ντενίση.
Και διευκρινίζω (πριν θεωρηθώ αμετροεπής και κοινώς «ψώνιο») ότι το παρακάτω κείμενο που εντάξαμε ως συνέντευξη στην αντίστοιχη στήλη του JAN, είναι στην πραγματικότητα η αυτολεξεί κουβέντα ανάμεσα σε δυο παιδικές φίλες και συμμαθήτριες από την Α’ Γυμνασίου, όπως αποτυπώθηκε ένα όμορφο μεσημέρι του Μάϊου στο lounge bar του Conrad Ilisian – που στη γενιά μας μάλλον θα παραμένει για πάντα Ηilton.
Με τη Μιμή, εκτός από ιδιαίτερες, κοινές αναμνήσεις από τον συγκεκριμένο χώρο, με συνδέουν όλοι εκείνοι οι πολύπλοκοι «αρμοί» που συνδέουν δύο όντα που μαζί – όσο «μαζί» νοείται η συν-μαθητική σχέση, δηλαδή πολύ μαζί- βίωσαν τη μετάβαση από παιδάκι σε ενήλικο νεαρό άτομο, δίπλα-δίπλα στην ειδική διαδρομή των έξι γυμνασιακών χρόνων, με όχημα το σχολικό θρανίο.

Η πορεία της Μιμής Ντενίση στη συνέχεια (του σχολείου) είναι βέβαια πασίγνωστη και κυρίως λαμπερή, έως και σε κάποια σημεία εκτυφλωτικά ορατή, στο στερέωμα των «αστέρων» του ελληνικού θεάματος. Και είναι μοναδική και σπάνια για τα εδώδιμα μέτρα μας η κοσμοπολίτικη άνεση και η φυσικότητα με την οποία υποστηρίζει αυτό το λεγόμενο star quality. Ίσως γιατί η στόφα της δεν είναι από γκλίτερ αλλά από βαρύ δαμασκηνό – κάπου ενισχυμένη με ατσαλόσυρμα πιστεύω εγώ, αφού πέρασε σαν ολόφωτη φρεγάτα πάνω από θάλασσες λοιδοριών και ελεεινότητας του «χώρου» της, πλέοντας πλησίστια προς την κάθε επόμενη επιτυχία της. Κατά τη γνώμη μου, η καριέρα της ως ηθοποιός πρέπει να χωρίζεται σε π.Σ και μ.Σ, προ «Σμύρνης» και μετά «Σμύρνης». Γιατί έχει ενσαρκώσει μεν ουκ ολίγες ιστορικές γυναίκες ηρωίδες (Θεοδώρα, Μπουμπουλίνα, Πηνελόπη Δέλτα…) αλλά με τη «Σμύρνη μου Αγαπημένη» καταπιάστηκε με ένα αντικείμενο άλλης κλίμακας, αναπαριστώντας και διαδίδοντας πέρα από τα σύνορα, τη μεγαλύτερη τραγωδία της νεοελληνικής ιστορίας της πατρίδας μας.
Μετά την τεράστια επιτυχία, το δυνητικό ερώτημα που ίσως τέθηκε, «Μετά από τη Σμύρνη, τι;», έσπευσε να το απαντήσει με ένα νέο, απροσδόκητο εγχείρημα: Ένα docudrama, με τίτλο «Η Γυναίκα πίσω από τον Έλγιν». Κι εγώ μαθαίνοντας τα εκπληκτικά νέα έσπευσα να τη ρωτήσω για να μάθω περισσότερα κι εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως παρά την προετοιμασία για το επικείμενο ταξίδι της στη Γενεύη -όπου θα γινόταν η πρώτη παρουσίαση του έργου από την Ελβετική επιτροπή για την επιστροφή των γλυπτών.
Με συγκίνηση και χαρά, την κουβέντα μας αυτή μοιράζομαι εδώ με εσάς, τους επίμονους αναγνώστες του just a number:
-Λοιπόν, Μιμή, για πες μου λίγο: Πώς ξεκίνησε καταρχήν όλη αυτή η ιδέα για το ντοκιμαντέρ για τον Έλγιν – και τη γυναίκα πίσω από την ιστορία του;
Όπως πολλά πράγματα στην καριέρα μου, ξεκίνησε μάλλον τυχαία. Και ξέρεις, λένε ότι το τυχαίο είναι συχνά το μοιραίο – αυτό που έπρεπε να συμβεί. Δεν είχα καθόλου στο μυαλό μου να κάνω κάτι σχετικό, παρότι πάντα με ενδιέφερε βαθιά το θέμα της επιστροφής των Γλυπτών.
Όταν ήμουν στην Αμερική για τη “Σμύρνη”, εκείνη την περίοδο που είχαμε την πρεμιέρα στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, έψαχνα παράλληλα ένα θέμα σχετικό με το 1821. Κάποια στιγμή, σε μια τεράστια ιδιωτική βιβλιοθήκη, έπεσα πάνω σε ένα παλιό, σχεδόν κουρελιασμένο βιβλίο. Το άνοιξα και συνειδητοποίησα ότι περιείχε τα γράμματα της Λαίδης Έλγιν προς τη μητέρα της και λίγα προς τον σύζυγό της.

Έπαθα σοκ. Όχι μόνο από το περιεχόμενο, αλλά από τον τρόπο που μιλούσε για όλα αυτά. Εκεί κατάλαβα ότι αυτό μπορούσε να γίνει ένα τρομερό ντοκουμέντο. Με αυτό «ανά χείρας» δεν θα χρειαζόταν κανείς να φωνάζει “φέρτε τα πίσω”. Τα ίδια τα γράμματα αποκάλυπταν τα πάντα. Περιέγραφαν, για παράδειγμα, ότι ήθελαν να πάρουν ακόμη και ολόκληρο το Ερέχθειο με τις Καρυάτιδες για το σπίτι τους. Ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια την απόδειξη του εγκλήματος. Από ότι έχω ακούσει τα πρωτότυπα γράμματα τα έχει αγοράσει το Βρετανικό Μουσείο. Το βιβλίο που βρήκα είναι μια έκδοση του 1926 που δεν κυκλοφορεί πια. Το βιβλίο εκδόθηκε από τον δισεγγονό της, που θαύμαζε τον Έλγιν και το “έργο” του. Όμως αυτό ακριβώς το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Γιατί η Λαίδη Έλγιν ήταν η πλούσια της οικογένειας· εκείνη χρηματοδότησε στην ουσία όλη την επιχείρηση με την τεράστια οικογενειακή της περιουσία. Αν δεν είχαν χωρίσει – επειδή εκείνη τον απάτησε – πιθανότατα δεν θα είχε πουλήσει ποτέ τα Γλυπτά. Τα πούλησε για να μπορέσει να επιβιώσει οικονομικά μετά τον χωρισμό.
-Οι τουρκικές αρχές της εποχής τι ρόλο έπαιξαν; Υπήρξε ποτέ πραγματική άδεια;
Όχι. Αυτό που υπάρχει είναι μια απλή επιστολή, όχι ένα φιρμάνι. Στο ντοκιμαντέρ είχα την τιμή να έχω πλάι μου τον σπουδαίο Γενικό Διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης Νίκο Σταμπολίδη, σαν συνομιλητή αλλά και ιστορικό σύμβουλο. Εκείνος συνεργάζεται με τη σημαντική αρχαιολόγο του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού, Ζεϊνέπ Μπόζ που έχει ερευνήσει εξαντλητικά όλα τα οθωμανικά αρχεία. Όλοι οι ναοί και τα αγάλματα ανήκαν τότε στον Σουλτάνο. Χωρίς επίσημο φιρμάνι από τον Σουλτάνο δεν μπορούσε κανείς να πάρει απολύτως τίποτα. Τέτοιο φιρμάνι δεν υπάρχει. Και αυτό το δηλώνει ξεκάθαρα και η ίδια η Τουρκάλα αρχαιολόγος. Είναι ένα ψέμα αυτό που υποστηρίζουν οι Άγγλοι.


Νίκος Σταμπολίδης, Μιμή Ντενίση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ακρόπολης
Όταν διάβασα αυτές τις επιστολές, κατάλαβα ότι είχα μπροστά μου ένα καταπληκτικό θέμα και ένα δυνητικά σπουδαίο εργαλείο αφήγησης. Όμως δεν ήθελα να κάνω ένα “στεγνό” ντοκιμαντέρ. Ζούμε στην εποχή της αφήγησης ιστοριών με εικόνες. Άλλο είναι να ακούς απλώς ειδικούς να αναλύουν γεγονότα και άλλο να βλέπεις τον ίδιο τον Έλγιν, τη σύζυγό του, τη ζωή τους, να μαθαίνεις τι έγραφε στις επιστολές της. Έτσι σκέφτηκα ότι έπρεπε να γίνει ένα μεγάλο docudrama, στα πρότυπα όσων βλέπουμε στο BBC ή στο Netflix , άκρως δημοφιλές είδος στις streaming πλατφόρμες στην εποχή μας, γιατί συνδυάζει το ντοκιμαντέρ με την μυθοπλαστία, κάνοντας το θέμα ελκυστικό για θέαση κι εύληπτο για όλο το κοινό. Παρακολουθείς λοιπόν τον Έλγιν από τη στιγμή που παντρεύεται τη Μαίρη Νίσμπετ, ξεκινούν από την Αγγλία και φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκείνος αναλαμβάνει πρέσβης. Στην αρχή αντιμετωπίζουν τους Οθωμανούς αφ’ υψηλού, σαν βαρβάρους, αλλά σύντομα ανακαλύπτουν έναν κόσμο γεμάτο πλούτο και πολιτισμό. Ο ίδιος όμως χρησιμοποιεί τη θέση του για να εφαρμόσει το σχέδιό του στην Αθήνα.
Και πρέπει να θυμόμαστε ότι μιλάμε για μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία: Γύρω στο 1800-1801, όταν οι Άγγλοι έγιναν πλέον οι βασικοί σύμμαχοι των Οθωμανών, μετά την απώλεια της επιρροής των Γάλλων. Έτσι μπόρεσε να κινηθεί όπως κινήθηκε. Είκοσι χρόνια αργότερα, με την Ελληνική Επανάσταση, αυτό θα ήταν αδύνατο». Συμμετέχουν πολύ γνωστοί Έλληνες και Άγγλοι ηθοποιοί και μεγάλες διεθνείς προσωπικότητες που συμφωνούν με το αίτημα της Ελλάδας.
Μέσα στο φιλμ υπάρχουν οι δραματοποιημένες σκηνές, αλλά και ο σχολιασμός τους από τους ειδικούς. Εξηγείται έτσι για παράδειγμα, γιατί ο Παρθενώνας ταυτίζεται με τη δημοκρατία, ή γιατί τα Γλυπτά δεν είναι απλώς έργα τέχνης της χρυσής εποχής του Περικλέους, που ζητάμε να επιστραφούν, αλλά κομμάτι ενός ενιαίου μνημείου.
Φαίνεται ακόμη – και αυτό είναι συγκλονιστικό – η βιαιότητα με την οποία αφαιρέθηκαν τα γλυπτά. Τα έκοβαν με πριόνια! Κάθε μετώπη είχε πάχος περίπου εξήντα εκατοστά, αλλά στο Βρετανικό Μουσείο σώζονται συχνά μόνο είκοσι πέντε, γιατί έκοβαν το πίσω μέρος και το πετούσαν. Δεν μιλάμε απλώς για ακρωτηριασμό. Μιλάμε για βανδαλισμό.
-Να υποθέσω ότι πρόκειται για μια μεγάλη και φιλόδοξη παραγωγή, σωστά;
Ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη και ακριβή παραγωγή που ευτυχώς ανέλαβε η εταιρεία LUMAD της Έλενας Χατζηαλεξάνδρου μαζί με την ΕΡΤ. Μας πήρε πολύ χρόνο να συγκεντρώσουμε τα χρήματα. Ένα συνηθισμένο ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα γυρίζεται με 40 ή 50 χιλιάδες ευρώ. Αυτή η παραγωγή κόστισε περίπου 680 χιλιάδες.


Εκτός από την ΕΡΤ, συμμετείχαν η Περιφέρεια Αττικής, ο Δήμος Αθηναίων, η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, ο ALPHA Κύπρου, το Διεθνές Αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος, η Aegean και πολλοί ιδιώτες. Η σκηνοθεσία είναι της Κατερίνας Ευαγγελάκου, εγώ έγραψα το σενάριο κι εμφανίζομαι ως αφηγήτρια αλλά και σ’ έναν ρόλο – έκπληξη.
-Μου ερεθίζεις αγρίως την περιέργεια, εννοείται, κι είμαι σίγουρη και των αναγνωστών μας. Πότε, πού, θα παρουσιαστεί;
Η avant- premiere θα γίνει στο Μουσείο της Ακρόπολης, άμεσα. Το φθινόπωρο θα γίνει η μεγάλη πρεμιέρα της ΕΡΤ. Στόχος μας είναι να ταξιδέψει σε πολλές χώρες, ώστε να ενισχύσει διεθνώς το δίκαιο ελληνικό αίτημα.
Όσο και να έχει γίνει το θέμα γνωστό και το αίτημα επιστροφής των Γλυπτών επιτακτικό τα τελευταία χρόνια, ο κόσμος δεν μπορεί να συλλάβει αυτό που ακριβώς συνέβη. Δεν μπορεί να φανταστεί ότι μεταφέρθηκαν με 26 πλοία περίπου 120 τόνοι μαρμάρων!
Υπάρχει μάλιστα επιστολή όπου γράφουν, σχεδόν αδιάφορα: “Ας πάρουμε ολόκληρο τον ναό, αν βρούμε αρκετά μεγάλο πλοίο”. Αυτή η λεηλασία δεν έχει προηγούμενο. Οι Οθωμανοί δεν είχαν διανοηθεί κάτι τέτοιο, άλλωστε θεωρούσαν τα όποια μνημεία ιερά και φοβόντουσαν λόγω της θρησκείας τους, να τα πειράξουν. Και βέβαια ο Έλγιν δεν πήρε μόνο τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Πήρε αρχαιότητες από την Αττική, τους Δελφούς, την Ολυμπία, ακόμη και από τις Μυκήνες. Σε ένα σημείο μάλιστα, αναφέρεται στις επιστολές, ότι θα ήθελαν να πάρουν και κομμάτια από την Πύλη των Λεόντων, αλλά ήταν πολύ βαριά για τη μεταφορά έως το πλοίο! Πολλά από αυτά τα αντικείμενα κατέληξαν αργότερα σε σπίτια ιδιωτών.
-Μιμή, με όλα αυτά που λες σκέφτομαι παράλληλα πόσο αυτό το έργο έρχεται σαν φυσική συνέπεια και συνδέεται εύλογα με τη δική σου πορεία. Με το “Σμύρνη, αγαπημένη», το “Κι από Σμύρνη, Σαλονίκη» τώρα αυτό… Ωστόσο η καριέρα σου στο θέατρο δεν ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένη, έτσι δεν είναι; Στο σχολείο διακρινόσουν για την αγάπη σου στα κλασικά γράμματα, τις γλώσσες, τη φιλοσοφία – αυτά που στη συνέχεια τα σπούδασες.
Νομίζω πως ναι. ‘Εχει να κάνει και με την παιδεία που πήραμε. Μεγαλώσαμε σε αυτό το σχολείο (σ.σ. το σχολείο Pierce/ACG, τότε Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων) που μας ενθάρρυνε να αναπτύξουμε προσωπικότητα και όχι να ακολουθούμε απλώς την πεπατημένη. Από μικρή είχα αγάπη για τα κλασικά γράμματα, το διάβασμα, το θέατρο, τη συγγραφή. Όταν ήρθε η επιτυχία ως ηθοποιός, δεν είχα φανταστεί ότι κάποια στιγμή όλα αυτά θα ενώνονταν. Αλλά ήταν σχεδόν μοιραίο. Κανείς δεν είχε γράψει ένα μεγάλο θεατρικό έργο για τη Σμύρνη. Και αναρωτήθηκα: Πώς είναι δυνατόν το μεγαλύτερο τραύμα της σύγχρονης Ελλάδας να μην έχει γίνει ποτέ έργο; Έγινε λοιπόν και «ταξίδεψε» αυτή την ελληνική τραγωδία σε όλη σχεδόν την υφήλιο. Αμερική, Ευρώπη, Λατινική Αμερική – πρόσφατα έλαβα ενθουσιώδη σχόλια από Έλληνες του Περού! Το ίδιο αισθάνομαι και για το θέμα Έλγιν. Υπάρχουν κάποια θέματα που πρέπει να γίνονται ταινίες. Γιατί μόνο έτσι μένουν ζωντανά και μόνον έτσι μπορεί να διαδοθούν και να γίνουν εύκολα γνώση όλων.
Και σε αυτό το σημείο, η κουβέντα μας τελείωσε – για να ξεκλέψουμε και λίγο χρόνο, από τις επόμενες υποχρεώσεις μας, για τα απαραίτητα ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα «από τα παλιά» που καμιά μας δεν βαριέται να ανασκαλεύουμε όποτε συναντιόμαστε. Χωρίσαμε, δίνοντας ραντεβού σύντομα στην προβολή της ταινίας.
Καλή επιτυχία, Μιμή. Κάτι μου λέει με σιγουριά ότι με το έργο σου αυτό βάζεις γερή πλάτη στο δίκαιο, εθνικό μας αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών –για όσα με τίποτα και ποτέ δεν πρέπει να χαθούν.

