Σε λίγες μέρες γίνομαι 64.
Δεν θέλω να το μαλακώσω.
Δεν θέλω να το δικαιολογήσω.
Δεν νιώθω την ανάγκη να το ψιθυρίσω.
Το λέω καθαρά.
Το λέω περήφανα.
Το λέω με χαμόγελο.
Γιατί σήμερα καταλαβαίνω κάτι που άργησα χρόνια να μάθω:
Δεν γερνάμε. Παλιώνουμε.
Και αυτό είναι προνόμιο.
Είχα μια πλούσια επαγγελματική ζωή, δουλεύοντας σε πολλές εταιρείες, με πολλά προϊόντα και ανθρώπους. Όμως τα χρόνια που εργάστηκα για το κρασί, δίπλα στην οικογένεια Μπουτάρη, ήταν – χωρίς υπερβολή – τα ωραιότερα της ζωής μου.
Το κρασί μού έμαθε κάτι που καμία εταιρεία, κανένα meeting, καμία θέση δεν μου έμαθε:
Ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός.
Είναι συνεργάτης. Είναι δημιουργός.
Υπάρχει μια παρεξηγημένη λέξη: Παλαίωση.
Στον κόσμο των αντικειμένων, το παλιό θεωρείται ξεπερασμένο.
Στον κόσμο των ανθρώπων, είναι λέξη που τη φοβόμαστε.
Στον κόσμο του κρασιού, όμως, τη γιορτάζουμε. Είναι τίτλος τιμής.
Γιατί η παλαίωση είναι η στιγμή που το κρασί αποκτά βάθος, χαρακτήρα, μνήμη.
Δεν είναι πια απλώς ένα ποτό.
Είναι ιστορία.
Δεν πίνεται απλώς — βιώνεται.
Έτσι γεννήθηκε αυτή η σκέψη:
Ότι, όπως το κρασί, έτσι κι εμείς δεν χάνουμε αξία με τον χρόνο.
Την αποκτούμε.
Δεν μεγαλώνω. Ωριμάζω.
Το να μεγαλώνεις είναι βιολογία.
Το να ωριμάζεις είναι επιλογή.
Όπως ένα καλό κρασί χρειάζεται σκοτάδι, σιωπή και υπομονή για να αναδείξει τα αρώματά του, έτσι κι εγώ χρειάστηκα χρόνο για να μαλακώσω.
Έχω αποβάλει την οξύτητα της νεανικής ανασφάλειας.
Με τα χρόνια έμαθα να φιλτράρω.
Να αφήνω πίσω ό,τι δεν μου ανήκει.
Να μη χρειάζομαι πια την αποδοχή όλων.
Να επιλέγω τη γαλήνη αντί για τον θόρυβο.
Σήμερα ξέρω ποιοι άνθρωποι μού ταιριάζουν.
Ποιοι με βλέπουν, όχι απλώς με κοιτάζουν.
Και ποιοι εκτιμούν την επίγευσή μου, όχι μόνο την πρώτη εντύπωση.
Νιώθω Premium Vintage.
Οι ρυτίδες μου δεν είναι σημάδια φθοράς.
Είναι σημάδια ζωής.
Ότι γέλασα. Ότι πόνεσα. Ότι ξανασηκώθηκα.
Είναι χάρτες από ταξίδια, έρωτες, απώλειες και επιστροφές.
Είναι τα αρώματα καπνού, ξύλου και γης που μόνο ο χρόνος χαρίζει.
Έμαθα επίσης ότι ένα φθηνό κρασί πρέπει να το πιεις γρήγορα για να μη χαλάσει.
Ένα σπουδαίο κρασί, όμως, ξέρει να περιμένει.
Έτσι κι εγώ έμαθα να περιμένω.
Να σωπαίνω όταν χρειάζεται.
Να μιλάω μόνο όταν αξίζει.
Να μη χαρίζω πια τον χρόνο μου σε ό,τι δεν τον τιμά.
Αυτή η ισορροπία είναι το πιο ακριβό μπουκάλι στο κελάρι της ψυχής μου.
Η ηλικία είναι απλώς ένας αριθμός.
Αν κοιτάξεις την ετικέτα ενός μπουκαλιού, ο αριθμός του έτους σου λέει πότε ξεκίνησε το ταξίδι.
Δεν σου λέει όμως τίποτα για τη μαγεία που κρύβεται μέσα του όταν το ανοίξεις.
Έτσι κι εγώ.
Ο αριθμός 64 δεν λέει τίποτα για τη διαδρομή μου.
Δεν λέει για τις αγάπες μου.
Δεν λέει για τις απώλειές μου.
Δεν λέει για τις επιτυχίες — αλλά ούτε και για τα λάθη μου.
Δεν λέει για τις νύχτες που έκλαψα και τα πρωινά που ξαναγεννήθηκα.
Ο αριθμός στην ταυτότητα είναι απλώς η ημερομηνία παραγωγής.
Η ποιότητα, η ένταση και η αλήθεια μας είναι θέμα ωρίμανσης.
Όπως κάθε κρασί που σέβεται τον εαυτό του,
έτσι κι εγώ κουβαλώ τις δικές μου σοδειές:
Τους ανθρώπους που με αγάπησαν,
εκείνους που με δίδαξαν,
και εκείνους που με πόνεσαν — αλλά με βοήθησαν να ωριμάσω.
Σήμερα, λοιπόν, υψώνω το ποτήρι μου σε όλους τους συνοδοιπόρους μου που, όπως κι εγώ, αρνούνται να «μπαγιατέψουν».
Σε όσους φροντίζουν τον εαυτό τους και επιλέγουν κάθε χρόνο να γίνονται πιο σοφοί, πιο αληθινοί — όχι απλώς μεγαλύτεροι.
Και είμαι τυχερή.
Γιατί έχω πολλούς από αυτούς στη ζωή μου.
Ξέρετε ποιοι είστε…
Δεν παλιώσαμε, φίλοι μου.
Απλώς χρειαζόμασταν χρόνο για να γίνουμε εξαιρετικοί.
Με το σώμα ενός παλαιωμένου Cabernet ή ξινόμαυρου
και την όρεξη ενός φρέσκου αφρώδους οίνου.
Η ζωή είναι πολύ μικρή για κακό κρασί.
Και πολύ πολύτιμη για να τη μετράμε με αριθμούς.
Σε λίγο γίνομαι 64.
Και είμαι περήφανη γι’ αυτό.
Γιατί δεν φοβάμαι πια τον χρόνο.
Τον σέβομαι.
Τον ευχαριστώ.
Και τον πίνω γουλιά-γουλιά,
παρέα με τους εντιμότατους φίλους μου.



