Search
Close this search box.

Σύνορα  δεν έχει η αγάπη – ούτε στην Ευρώπη, ούτε πουθενά. 

«Μπροστά στην αγάπη, τα χιλιόμετρα, τα χρόνια και τα κιλά είναι απλώς αριθμοί» είχε διαβάσει κάπου η Γεωργία όταν ήταν μικρή και της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.  Το θυμόταν αυτό και με το τότε εφηβικό μυαλό της δεν μπορούσε να το «χωρέσει» γιατί έτσι είναι: στην εφηβεία, όλος ο κόσμος σου είναι η τάξη του σχολείου και σ’ αυτόν τον «μικρόκοσμο» ανήκουν μόνο οι εφηβικές οπτικές που συμμερίζονται μόνο οι συνομήλικοί σου. Δεν θέλεις να είσαι ούτε παιδί, ούτε ενήλικας, νιώθεις ότι κανένας δεν σε καταλαβαίνει – ειδικά οι γονείς σου- δεν μιλάς, δεν ανοίγεσαι, ούτε και θέλεις να εξηγήσεις στους άλλους τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου.

Έτσι σκεφτόταν και η Γεωργία, που όλος της ο κόσμος περιτριγυριζόταν από τις φίλες της και εκείνο το αγόρι που της άρεσε αλλά δεν της έδινε καμία σημασία, γιατί ήταν και λίγο παχουλή και όχι μέσα στη μόδα μαζί με τα πιο δημοφιλή κορίτσια της τάξης που ήταν όλη την ώρα στο Instagram και έβγαζαν selfie με διάφορα φίλτρα που άλλες φορές τους φούσκωναν τα χείλια, άλλες τα μάγουλα, κι άλλες τις έκαναν να μοιάζουν τραβηγμένες—ψηλές και αδύνατες.  Εκείνη δεν ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο όμως… και η μόνη της παρηγοριά ήταν να μιλάει με τον Stephan, ένα νεαρό Ελβετό που είχε γνωρίσει σ’ ένα παιχνίδι που έπαιζαν online και είχαν ξεκινήσει να ανταλλάσσουν μηνύματα.

Ήθελε πάρα πολύ να γνωρίσει τον Stephan από κοντά η Γεωργία, ντρεπόταν βέβαια κιόλας, γιατί τα είχε τα παραπάνω κιλάκια της και δεν ήταν σίγουρη πως θα του άρεσε αν την έβλεπε από κοντά.  Άσε που ήταν μακριά και πώς θα γινόταν αυτή η συνάντηση αφού οι γονείς της δεν είχαν καμία σχέση με την Ευρώπη, και η μαμά της ήταν αυτό που λέμε «κλειστής νοοτροπίας»:  η ζωή τους περνούσε μεταξύ Αθήνας – το Περιστέρι έμεναν – και Εύβοιας που είχαν το πατρικό της γιαγιάς της και πήγαιναν τα καλοκαίρια.  Πουθενά αλλού δεν είχαν πάει στην Ελλάδα, πόσο μάλλον στο εξωτερικό.

Όμως η Γεωργία λαχταρούσε να πάει και σε άλλα μέρη, να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο, να μιλήσει με άλλους ανθρώπους:  γι’ αυτό ήταν πολύ καλή στις ξένες γλώσσες, ήδη μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και τώρα μάθαινε και γερμανικά.  Και με τον Stephan τα μηνύματά τους ήταν στα αγγλικά κυρίως, αλλά και στις άλλες δύο γλώσσες που υποχρεωτικά ήξερε εκείνος με βάση την χώρα που ζούσε.  Γιατί στην Ελβετία και ειδικά στην οικογένειά του, η ανατροφή τους ήταν τέτοια που τους ετοίμαζε να γίνουν «πολίτες του κόσμου» και όχι μόνο της χώρας τους. Όμως, πώς να τα πει αυτά η μικρή Γεωργία στην μαμά της, που μόλις άκουγε ξένο όνομα, ξένη χώρα θα την κατακεραύνωνε και θα της έλεγε με την βροντερή φωνή της «Για μαζέψου και μην κάνεις τρελά όνειρα… ακούς εκεί… Ελβετία…» ούτε στο χάρτη δεν ήξερε που έπεφτε!!!

Από την άλλη μεριά, ο Stephan προετοιμαζόταν να ακολουθήσει σπουδές διεθνούς δικαίου και να γίνει διπλωμάτης, όπως ο πατέρας του, γιατί στην Ελβετία είχαν γυρίσει μετά από μια μακροχρόνια καριέρα του στο διπλωματικό σώμα που γύρισε όλη την οικογένειά του σε αρκετές χώρες πριν ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους.  Έτσι ο Stephan όσο θυμόταν τον εαυτό του, είχε ζήσει σε 6-7 διαφορετικές χώρες της Ευρώπης, και κάθε φορά ξεκινούσε την ζωή και την κοινωνικότητά του από την αρχή.  Αυτό δεν ήταν εύκολο, όμως είχε αποκτήσει πολλούς και καλούς φίλους στην Γαλλία, στην Ισπανία, στην Γερμανία, στην Αυστρία και στην Πορτογαλία.  

Η Γεωργία τον είχε ήδη ερωτευτεί μέσα από την αλληλογραφία τους στα σόσιαλ:  τον σκεφτόταν όλη τη μέρα και έβαλε στο μυαλό της να ακολουθήσει κι εκείνη σπουδές διεθνούς δικαίου. «Να τα ξεχάσεις αυτά» της έλεγε η μαμά της, «εμείς δεν είμαστε για τέτοια, εγώ προτείνω να κάνεις κομμωτική, μακιγιάζ, νύχια, δες πόση δουλειά έχουν όλες οι τεχνίτριες, τις κυνηγάς για να κλείσεις ένα ραντεβού και ποτέ δεν έχουν χρόνο» επέμενε, και η Γεωργία σ’ αυτή τη σκέψη γινόταν έξαλλη και σκεφτόταν πόσο μεγάλη μάχη θα είχε να δώσει για να καταφέρει να πραγματώσει τα όνειρά της. Και σ’ αυτόν τον αγώνα είχε μεγάλη ανάγκη να έχει δικά της χρήματα, ώστε να μην ζητήσει από την οικογένεια, που δύσκολα τα έφερναν βόλτα! Γι’ αυτό και δούλευε όλα τα καλοκαίρια από την πρώτη λυκείου σαν σερβιτόρα σε ένα καφέ που ήταν κοντά στο σπίτι τους στο Περιστέρι και είχε καταφέρει να μαζέψει αρκετά, ώστε τελειώνοντας την Τρίτη Λυκείου να καταφέρει να φύγει στην αρχή μέσω Erasmus – στην Ελβετία εννοείται – και μετά να ανοίξει τα φτερά της, ακόμα και παρά την θέληση των γονιών της.

Δεν μιλούσε σε κανέναν η Γεωργία γι’ αυτά της τα όνειρα, μόνο στον Stephan και στην Λίλη, την κολλητή της φίλη που είχε ορκιστεί πως θα κρατήσει το μυστικό της, όσα «βασανιστήρια» κι αν της έκαναν! Κρυφά έψαξε όλα τα προγράμματα ανταλλαγής μαθητών η Γεωργία, κρυφά έκανε τις αιτήσεις της και ετοίμαζε τα δικαιολογητικά της, κρυφά έψαχνε και τις σπουδές που ήθελε στην Ελβετία… και την ενθάρρυνε ο Stephan, με τον οποίο πια η σχέση τους είχε γίνει τόσο δυνατή, που καμία απόσταση δεν μπορούσε να την εμποδίσει…  

Μέχρι που μια μέρα του Ιουνίου κοντά στο τέλος των εξετάσεων της σχολικής χρονιάς που η Γεωργία ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά της, γύρισε σπίτι για να βρει την μαμά της σε έξαλλη κατάσταση, γιατί μόλις είχε ανακαλύψει το «κρυφό συρτάρι» της με όλα τα χαρτιά που ετοίμαζε για να φύγει στην Ευρώπη.  «Πού τα είδες αυτά γραμμένα και ετοιμάζεσαι να φύγεις και για πού;  Δεν έχεις να πας πουθενά» φώναζε χωρίς όρια. «Θα μείνεις εδώ και θα συμπαρασταθείς στην οικογένειά σου και στον πατέρα σου που έχει κουραστεί τόσα χρόνια για να σας μεγαλώσει… αλλιώς, αν ανοίξεις αυτή την πόρτα και φύγεις, να μην ξαναγυρίσεις, και να ξεχάσεις ότι έχεις οικογένεια!» ολοκλήρωσε και έκλεισε με δύναμη την πόρτα του δωματίου της Γεωργίας αφήνοντάς την απελπισμένη και μόνη…

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες για όλους… κανείς δεν μιλούσε μέσα στο σπίτι, η ατμόσφαιρα παγωμένη, όλοι είχαν μούτρα και η Γεωργία είχε πέσει σε βαθιά κατάθλιψη.  Μιλούσε με τον Stephan που προσπαθούσε να της δώσει κουράγιο και ελπίδα, λέγοντάς της να κάνει υπομονή μέχρι να καλμάρουν τα πράγματα.  Όμως δεν κάλμαραν:  η στάση της μητέρας της παρέμενε σκληρή και αμετακίνητη και η Γεωργία έπρεπε να διαλέξει και να πάρει τη σκληρή απόφαση:  αν ακολουθούσε το όνειρό της μπορεί να έχανε την αγάπη και την στήριξη της οικογένειάς της και αυτό πονούσε αφόρητα…  Από την άλλη, αν έμενε πίσω να γίνει «νυχού» όπως της έλεγε η μαμά της, να μείνει στο Περιστέρι, να παντρευτεί τον Μιχάλη τον ηλεκτρολόγο που την καλόβλεπε και να μείνουν τρία τετράγωνα πιο κάτω από το πατρικό, θα μαράζωνε και θα γινόταν δυστυχισμένη… Τι να έκανε;;;

Την λύση την έδωσε—δυστυχώς—ένα από αυτά τα «χαστούκια» της ζωής, που ίσως σοφά έρχονται την κατάλληλη στιγμή:  την επόμενη μέρα το απόγευμα, τηλεφώνησαν από το νοσοκομείο στην μητέρα της Γεωργίας να της πουν ότι ο άντρας της βρίσκεται εκεί με έμφραγμα, και σώθηκε από θαύμα!  Είχε νιώσει ένα δυνατό πόνο στην πλάτη την ώρα που ήταν στη δουλειά του – λογιστής ήταν-και ευτυχώς οι συνάδελφοι κάλεσαν άμεσα ασθενοφόρο!  Σαν τρελές έτρεξαν στο νοσοκομείο η Γεωργία και η μαμά της να τον δουν, κι εκείνος, μόλις τις είδε κοντά του χαμογέλασε, τις κοίταξε με απέραντη αγάπη και είπε «Μαρία, άσε τη Γεωργίτσα μας να φύγει να ζήσει τα όνειρά της… η ζωή είναι πολύ μικρή και πολύτιμη για να την σπαταλήσει όπως την ονειρεύεσαι εσύ για να την έχεις κοντά σου».  Ήταν γλυκός άνθρωπος ο πατέρας της Γεωργίας, χαμηλών τόνων και συχνά υποχωρούσε στις απαιτήσεις και στην «δικτατορία» της γυναίκας του για να μην την κακοκαρδίσει και για να αποφύγει τις συγκρούσεις μαζί της.  Και γι’ αυτό, ενώ είχε καταλάβει την λαχτάρα της Γεωργίας να ζήσει σαν Ευρωπαία, δεν μιλούσε για να μην οξύνει τα πνεύματα!  Εκείνος έβλεπε το πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα, το πόσα παιδιά έφευγαν στο εξωτερικό και πρόκοβαν ανοίγοντας τα φτερά τους πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας! Και είχε πολύ θετική γνώμη γι’ αυτές τις εξελίξεις γιατί άνοιγαν την οπτική, τις ευκαιρίες, και τις δυνατότητες για μια καλύτερη ζωή για τους νέους, και στο μυαλό του είχε την πρόθεση να υποστηρίξει την Γεωργία όταν θα ερχόταν η ώρα.  

«Μη μιλάς Κώστα μου και μην κουράζεσαι σε παρακαλώ… πήγαμε να σε χάσουμε, δεν είναι τώρα η ώρα γι’ αυτές τις κουβέντες» του είπε η γυναίκα του στην προσπάθεια να αποφύγει να συμφωνήσει για το φευγιό της  Γεωργίας.  «Όχι» επέμενε εκείνος «τώρα θα μου υποσχεθείς ότι όχι μόνο δεν θα εμποδίσεις τη Γεωργία να φύγει στο εξωτερικό, αλλά θα την βοηθήσεις κιόλας σε όλα αυτά που έχει σχεδιάσει!»  Και σαν από θαύμα, μαλάκωσε το πρόσωπο της Μαρίας- της γυναίκας του – άλλαξε η έκφρασή της, και συμφώνησε.  Χαμογελώντας, η Γεωργία έπιασε και τα δύο χέρια των γονιών της, τα έσφιξε και δάκρια άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της: δάκρυα χαράς που σώθηκε ο πατέρας της, που γλύκανε και την κατάλαβε η μητέρα της, και που επιτέλους, θα ακολουθούσε τα όνειρά της!

Και τελικά το ρητό που είχε διαβάσει ήταν απολύτως σωστό «μπροστά στην αγάπη, τα χιλιόμετρα, τα χρόνια και τα κιλά είναι απλώς αριθμοί».  Και η μικρή Ελληνίδα σύντομα θα γινόταν «πολίτης του κόσμου» στην Ευρώπη και όχι μόνο, μαζί με τον καλό της που την αγαπούσε πέρα από τα σύνορα!

Παρόμοια άρθρα

Λέξεις κλειδιά

NEWSLETTER

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

Πρόσφατα άρθρα

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα στο email σας, κάθε 15 ημέρες!

JUST A NUMBER

Εγραφείτε στο Newsletter μας