Όταν η Φωτεινή μπήκε πρώτη μέρα στα γραφεία της μεγάλης εφημερίδας, ήταν τόσο νέα που ακόμη και το σημειωματάριο που κρατούσε σφιχτά στο χέρι της έμοιαζε μεγαλύτερο από την ίδια! Είχε όμως κάτι που, εκείνη την εποχή, ίσως ήταν σημαντικότερο: Περιέργεια, πείσμα και μια ακατανίκητη ανάγκη να μάθει τι συμβαίνει πίσω από τις ιστορίες που όλοι διάβαζαν.
Δεν άργησε να καταλάβει ότι ο κόσμος της δημοσιογραφίας δεν ήταν καθόλου όπως τον είχε φανταστεί. Ήταν ένας σκληρός και ανταγωνιστικός κόσμος, ανδροκρατούμενος, όπου μια νεαρή γυναίκα έπρεπε να αποδεικνύει καθημερινά ότι μπορούσε να σταθεί ισότιμα ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν ήδη χρόνια εμπειρίας και πολύ μεγαλύτερη επιρροή από εκείνη.
Η πρώτη της ιστορία απορρίφθηκε, η δεύτερη δεν πήρε ποτέ απάντηση. Την τρίτη φορά, ένας παλιότερος συνάδελφος την κοίταξε με εκείνο το συγκαταβατικό χαμόγελο που οι νεότεροι μαθαίνουν γρήγορα να αναγνωρίζουν και της είπε: «Φωτεινή, είσαι πολύ μικρή. Κάνε λίγο υπομονή».
Η Φωτεινή τον άκουσε, αλλά δεν έκανε απλά υπομονή: Άρχισε να ψάχνει μόνη της τις ιστορίες, να τηλεφωνεί σε ανθρώπους που κανείς άλλος δεν είχε σκεφτεί, να επιμένει σε θέματα που θεωρούσε σημαντικά και να ξαναγράφει τα κείμενά της μέχρι να νιώσει ότι δεν είχε τίποτα άλλο να δώσει. Και άκουσε πολλά «όχι». Μόνο που κάθε «όχι» την έκανε λίγο καλύτερη στο επόμενο «ναι».
Κάποια στιγμή, μια από τις ιστορίες της μπήκε στην πρώτη σελίδα, και θυμάται ακόμα το έντονο συναίσθημα συγκίνησης όταν είδε το όνομά της στο πρωτοσέλιδο του κορυφαίου τίτλου: Είχε καταφέρει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια δημοσίευση. Είχε κερδίσει το δικαίωμα να έχει φωνή.
Και τότε η Φωτεινή δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει ότι ολόκληρη η επαγγελματική της ζωή θα ήταν, με έναν παράξενο τρόπο, μια συνεχής προσπάθεια να απαντήσει στο ίδιο ερώτημα: Ποιος έχει το δικαίωμα να μιλά και ποιος έχει τη δύναμη να τον ακούσουν; Εκείνη την εποχή, η απάντηση ήταν σχετικά απλή. Λίγοι μιλούσαν και πολλοί άκουγαν.
Οι εφημερίδες, τα περιοδικά και αργότερα η τηλεόραση ήταν τα μεγάλα Μέσα που μπορούσαν να μεταφέρουν μια ιστορία σε εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους. Υπήρχαν δημοσιογράφοι, αρχισυντάκτες, εκδότες και διευθυντές προγράμματος που αποφάσιζαν τι αξίζει να ακουστεί και τι θα μείνει έξω από την καθημερινή συζήτηση. Τα Μέσα ήταν «οne to many».
Η Φωτεινή πέρασε από την εφημερίδα στην τηλεόραση και ξαναβρέθηκε αντιμέτωπη με μια καινούργια πραγματικότητα. Εκεί δεν αρκούσε να γράφεις καλά, έπρεπε να μπορείς να σταθείς μπροστά στην κάμερα, να σκέφτεσαι γρήγορα, να κάνεις την σωστή ερώτηση την σωστή στιγμή και να κρατάς το ενδιαφέρον ενός κοινού που μπορούσε μέσα σε δευτερόλεπτα να αλλάξει κανάλι.
Και πάλι, χρειάστηκε να παλέψει. Υπήρξαν εκπομπές που δεν πήγαν καλά, προτάσεις που απορρίφθηκαν, συνεργασίες που τελείωσαν και άνθρωποι που προσπάθησαν να της εξηγήσουν ότι, για να πετύχει στην τηλεόραση, θα έπρεπε να αλλάξει τον τρόπο που μιλούσε, που παρουσιαζόταν, και να ελίσσεται έξυπνα στα «παιχνίδια δύναμης» που διαμόρφωναν τις αποφάσεις.
Κάποια στιγμή έμεινε εκτός μιας εκπομπής που πίστευε ότι θα ήταν το μεγάλο της βήμα. Γύρισε σπίτι εκείνο το βράδυ απογοητευμένη και για πρώτη φορά σκέφτηκε σοβαρά μήπως είχε έρθει η στιγμή να τα παρατήσει. Την επόμενη ημέρα, όμως, ξύπνησε και πήγε πάλι στη δουλειά. Γιατί αυτό ήταν το πιο πολύτιμο χαρακτηριστικό της Φωτεινής: Δεν ήταν ότι δεν απογοητευόταν, δεν φοβόταν, δεν πληγωνόταν. Ήταν ότι δεν άφηνε την απογοήτευση να αποφασίσει για το μέλλον της.
Με τα χρόνια, ήρθε η αναγνώριση στην μεγάλη «θεά» των ΜΜΕ, στην τηλεόραση! Το κοινό έμαθε τη φωνή της, τον τρόπο που έκανε τις ερωτήσεις της, την επιμονή της όταν μια απάντηση δεν την ικανοποιούσε και κυρίως εκείνη την ιδιαίτερη ικανότητά της να κάνει τους ανθρώπους απέναντί της να αισθάνονται ότι μπορούν να πουν κάτι περισσότερο από αυτό που είχαν αρχικά σκοπό να πουν.
Και τότε, ακριβώς όταν είχε καταφέρει να καθιερωθεί σε ένα Μέσο που κάποτε έμοιαζε απρόσιτο, ολόκληρος ο κόσμος της επικοινωνίας άρχισε να αλλάζει.
Μέσα σε λίγα χρόνια, ήρθε το διαδίκτυο, τα social, τα podcasts, οι influencers, οι creators, τα newsletters… Και το τοπίο εξελίχθηκε σε κάτι που, αν το έλεγες στη Φωτεινή όταν ξεκινούσε την καριέρα της, θα της φαινόταν επιστημονική φαντασία: Όλοι έγιναν Μέσα, και φτάσαμε στο «many to many»! Δεν υπήρχε πια ένα μεγάλο κοινό που έβλεπε τα ίδια πράγματα, δημιουργήθηκαν clusters / «φούσκες» που διαμορφώθηκαν από ηλικιακά γκρουπς και ενδιαφέροντα: Μόδα, τεχνολογία, οικονομία, πολιτική, διατροφή, ψυχολογία, επιχειρηματικότητα, για κάθε ηλικία και κάθε «υπο-κοινό», μέσα από διαφορετικές πλατφόρμες και τρόπους έκφρασης.
Η Φωτεινή στην αρχή ενθουσιάστηκε. «Επιτέλους», σκέφτηκε, «δεν χρειάζεται κανείς να σου δώσει βήμα. Μπορείς να το δημιουργήσεις μόνος σου».
Και το έκανε: Έφτιαξε το δικό της podcast, που στην αρχή το άκουγαν λίγοι, μετά περισσότεροι, και σήμερα είναι στα πέντε πρώτα της χώρας! Πώς το κατάφερε όμως; Το κατάφερε ακούγοντας περισσότερο, μιλώντας λιγότερο: Συστηματικά στέλνει ερωτηματολόγια στους ακολούθους της, ρωτώντας τι τους απασχολεί, ποια θέματα τους ενδιαφέρουν, τι τους δυσκολεύει, ποια συζήτηση νιώθουν ότι τους λείπει. Και με αυτή την καθοδήγηση μυστικό επιτυχίας- διαμορφώνει τα επεισόδιά της, που αποτελούν κάθε εβδομάδα, ΤΗΝ είδηση για το κοινό της.
Γιατί σε έναν κόσμο όπου όλοι προσπαθούν να γίνουν πιο δυνατοί πομποί, εκείνη έγινε καλύτερη δέκτης.
Η εποχή της μαζικής επικοινωνίας μάς έμαθε να ακούμε τους λίγους, η εποχή των social, να ακούμε τους πολλούς. Η πρόκληση τώρα είναι να βρει ο καθένας ποιους αξίζει να ακούει — και, ακόμη περισσότερο, να ακούει πραγματικά αυτούς που αξίζουν.


