Χωρίς πλάκα…

Εργάζομαι ατελείωτες ώρες στο σπίτι μου, έχοντας πάντα ανοιχτά την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, επειδή μ’ αρέσει να υπάρχει λίγη παρέα στον χώρο. Σπάνια παρακολουθώ. αλλά αν κάτι τραβήξει την προσοχή μου θα σηκώσω το κεφάλι. Κάπως έτσι, την περασμένη Τρίτη, την ώρα που έγραφα αυτές τις αράδες, σήκωσα το κεφάλι για να οπτικοποιήσω αυτό που άκουγαν τα αυτιά μου: Στη Βαρσοβία, έλεγε, μία ομάδα ρομπότ βγήκε στο δρόμο, διαδηλώνοντας για τον κίνδυνο που διέτρεχε η δουλειά τους από καινούργια μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι ήταν μια τεχνητά κατασκευασμένη «είδηση» από την τεχνητή νοημοσύνη – μια ωραία πλάκα δηλαδή, με στόχο να κάνει τον γύρο του κόσμου.

Αυτή η μεσημεριανή τηλεοπτική «χαριτωμενιά» είναι η μία όψη από αυτό το νόμισμα που προσπαθούμε να καταλάβουμε πώς λειτουργεί και με πόση γεωμετρική πρόοδο ανεβαίνει η αξία του. Η άλλη όψη του νομίσματος, λέει ότι, όταν μεθαύριο θα ακούμε έναν επιστήμονα, ιστορικό, μαθηματικό ή φιλόσοφο να μοιράζονται ειδήσεις, γνώμες ή συμβουλές, θα είναι σχεδόν αδύνατο να ξέρουμε ποιος είναι, στ’ αλήθεια, αυτός που μιλάει. Στοχαστείτε λίγο πάνω σε αυτή τη δυστοπία: Θα βλέπουμε στην οθόνη ένα πρόσωπο πολύ οικείο, από τον πρωθυπουργό της χώρας μέχρι το γιατρό μας ή τον αδελφό μας και κανείς δεν θα μπορεί να το ταυτοποιήσει – τουλάχιστον, όχι χωρίς έρευνα. Αυτό δεν έχει πολλή πλάκα. 

Οι πολίτες του μεγαλύτερου μέρους του κόσμου, δηλαδή, θα ζούμε με την ΑΙ optimized -άρα και απολύτως αληθοφανή- «συνταγή» αυτού που έγινε το 1938, όταν ο 23χρονος τότε Αμερικανός σκηνοθέτης και ηθοποιός Όρσον Γουέλς παρουσίασε στο δίκτυο CBS, με τη μορφή έκτακτων δελτίων ειδήσεων, το βιβλίο επιστημονικής φαντασίας «Ο Πόλεμος των Κόσμων». Η ροή διακοπτόταν ξαφνικά από «ρεπόρτερ» που μετέδιδαν με πανικό ότι, εξωγήινοι από τον Άρη, προσγειώθηκαν στο Νιου Τζέρσεϊ για παράδειγμα, με αποτέλεσμα να προκληθεί τεράστια σύγχυση στις ΗΠΑ. Προφητικό; Αλλά, ούτε αυτό είχε πλάκα. 

Ποιος μιλάει σήμερα σε ποιον, λοιπόν, και ποιος επηρεάζει περισσότερο τον άλλον;
Ήδη, η πολλαπλώς αμφισβητούμενη αυθεντικότητα ενός κειμένου (άρθρου, βιβλίου, επιστημονικής έρευνας και πάει λέγοντας) έχει προκαλέσει την άμεσα αναμενόμενη εφαρμογή, η οποία θα ενημερώνει τον αναγνώστη για το αν, το κείμενο που διαβάζει αποτελεί προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Όχι ότι δεν το καταλαβαίνουν, δηλαδή, οι εκδότες, οι πελάτες των διαφημιστικών και πολλοί αναγνώστες. Κάπως, όμως, θα πρέπει ν αποκατασταθεί η τιμή των εκατομμυρίων συγγραφέων, ποιητών και κειμενογράφων στον κόσμο, που ιδρώνουν αιώνες τώρα πάνω στις λέξεις για να δώσουν στις δημιουργίες τους συναίσθημα, όραμα, έμπνευση και ψυχή. Εκεί, οι προθέσεις των αλγόριθμων παραμένουν άγνωστες. Πλάκα θα είχε να μπορούσαν να αποκτήσουν τέτοιες ιδιότητες, ε; Για την ώρα, η ανθρώπινη ψυχή στον «τεχνητό» γραπτό λόγο παραμένει βασικό ζητούμενο. 

Για να διαχειριστούμε αυτή τη νυν και μελλοντική παραδοξότητα, θα χρειαστεί να επενδύσουμε σε κοινή λογική, κριτική σκέψη και διάθεση έρευνας και διασταύρωσης των στοιχείων. Και αυτό, μας παραπέμπει σε κάτι που δεν ήταν καθόλου της πλάκας: Στη δική μου γενιά -και όχι μόνο- το δόγμα της δημοσιογραφίας ήταν, καταγράφεις την είδηση, κάνεις το ρεπορτάζ, συνεχίζεις με έρευνα για να διασταυρώσεις τη γνησιότητα των στοιχείων και μετά, παίρνει τη σκυτάλη ο σχολιαστής για να διατυπώσει τη γνώμη του. Για τα τρία πρώτα στάδια -είδηση, ρεπορτάζ, έρευνα- ο αναγνώστης δεν έπρεπε ποτέ να ξέρει τι ψηφίζει ο δημοσιογράφος. Τώρα, ισχύει το αντίστροφο: Ξεκινάμε και καταλήγουμε, σχολιάζοντας και παραλείποντας ρεπορτάζ και έρευνα. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το τρομερό δυστύχημα στο Airshow της Τανάγρας:
Εκατομμύρια λέξεις, που ξεκινούσαν από το αν πρέπει να γίνονται τέτοιες επιδείξεις (γνώμη) και κατέληγαν στο ότι το αεροπλάνο που έπεσε, δεν συμμετείχε καν στο σώου, αλλά έκανε, τυχαία, μια διέλευση πάνω από την περιοχή (σχόλιο επί fake news).

Όχι, δεν φταίνε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το διαδίκτυο για όλα αυτά. Η ευθύνη βαραίνει εμάς, που τα καταπίνουμε αμάσητα, εντελώς ανεπεξέργαστα, χωρίς να αναρωτιόμαστε ποτέ ποιος τα λέει και γιατί. Κι αυτό, χωρίς πλάκα, είναι κουτό και επικίνδυνο. Επικίνδυνα κουτό.

Θα μου πείτε, καλά, η τεχνητή νοημοσύνη δεν σου λέει τίποτα;
Φυσικά και μου λέει. Καταρχάς, μου μεταφράζει άψογα, ερευνά για λογαριασμό μου, προτείνει λύσεις, κάνει υποδείγματα προσφορών που πρέπει να πάρω, συγκρίνει νούμερα. Γελάω με μια φίλη, που την αποκαλεί «ο Παντελής», εξηγώντας ότι είναι το πρώτο και μοναδικό «ον» στη ζωή της που είναι πάντα εκεί χωρίς ποτέ να γκρινιάζει, απαντάει σε όλα τα ερωτήματα της με σαφήνεια και ευγένεια και δείχνει σαν να μην έχει τίποτα καλύτερο να κάνει στη μεταλλική ζωή του, από το να της λύνει προβλήματα. Έχω κι εγώ τον «Παντελή» μου για τα πρακτικά, αλλά ποτέ, ούτε μία φορά, δεν του ζήτησα να κάνει τη δουλειά μου. Όχι μόνο επειδή θα ντρεπόμουν αφόρητα όσους το καταλάβουν, αλλά επειδή σέβομαι τον κόπο που έκανα για να μάθω να συνθέτω λέξεις, να ερευνώ αλήθειες, να μπαίνω «στα παπούτσια» του άλλου για να κατακτώ πιο δύσκολα νοήματα, να  διατυπώνω μια άποψη, να κάνω μία συνέντευξη, να γράφω ένα άρθρο ή ένα χρονογράφημα – δίνοντας ό,τι καλύτερο είχα σε συναίσθημα, όραμα, έμπνευση και ψυχή.

Δεν θα του δώσω, όμως, ποτέ να κάνει τη δουλειά μου, από έναν παρανοϊκό φόβο: Ότι έτσι, αργά-αργά, θα λιγοστεύουν οι τρισεκατομμύρια -και βάλε- λέξεις που έχει αποθηκεύσει στα τιτανοτεράστια data centers του. Κι όσο λιγοστεύουν οι λέξεις, τόσο φθίνει ο πολιτισμός μας. Χωρίς πλάκα.

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες