Una Faccia, Una Razza

Μια καλοκαιρινή ιστορία για το πώς δύο πατρίδες γίνονται νέο σπίτι.

Δεν ερωτεύτηκε έναν Ιταλό.
Ερωτεύτηκε τον τρόπο που εκείνος πρόφερε το όνομά της.
Σαν να ήταν λέξη που έπρεπε να τη γευτεί πριν την πει.
«Λένη mia… Λένη.»
Και κάθε φορά το “η”
έμενε λίγο περισσότερο στον αέρα.
Εκείνη γελούσε.
— Είσαι υπερβολικός.
— Sono Italiano. Είναι η φύση μας.
Τον γνώρισε στη Σικελία. Σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Ούτε σε αμπέλι, ούτε σε ρομαντικό πλακόστρωτο.
Εκείνος ήταν προπονητής της τοπικής ομάδας. Όχι διάσημος μα αγαπημένος.
Υπάρχει διαφορά.

Η Λένη τον είδε πρώτη φορά γονατιστό μπροστά σε έναν δεκαεφτάχρονο που μόλις είχε χάσει ένα γκολ και έκλαιγε σαν να είχε χαθεί ο κόσμος του.
Ο Μάρκο δεν του είπε «δεν πειράζει».
Του είπε, τινάζοντας το χώμα από τα γόνατα του:
— Il pallone corre sempre più veloce dell’egoismo (η μπάλα τρέχει πιο γρήγορα από τον εγωισμό.)
Κι εσύ κινήθηκες πιο αργά σήμερα. Την άλλη Κυριακή, τρέξε πιο γρήγορα.
Το παιδί σταμάτησε να κλαίει.
Η Λένη όχι.

Το πρώτο τους βράδυ δεν είχε τη σιωπή που εκείνη είχε φανταστεί.
Ο Μάρκο την πήγε στο “Bar Sport”, ένα μέρος με πλαστικές καρέκλες, έντονο φως από φωσφορίζουσες λάμπες και έναν θορυβώδη ανεμιστήρα οροφής που έμοιαζε να μετράει τις ανάσες του μαγαζιού. Στους τοίχους, κιτρινισμένες φωτογραφίες της τοπικής ομάδας από τη δεκαετία του ’80 και μια αφίσα του Μαραντόνα.
— Δεν είναι πολύ ρομαντικά, ε; ρώτησε ο Μάρκο, αφήνοντας δύο ποτήρια παγωμένης Peroni στο τραπέζι.
— Είναι αληθινά, απάντησε η Λένη.
Ένας ηλικιωμένος με ψάθινη τραγιάσκα τους διέκοψε, χτυπώντας τον Μάρκο στην πλάτη και διαμαρτυρόμενος για την αλλαγή τακτικής του προηγούμενου αγώνα.
Ο Μάρκο δεν βιάστηκε ν’ απαντήσει. Του εξήγησε, σχεδιάζοντας με το δάχτυλό του πάνω στην υγρασία του τραπεζιού, γιατί το «10» έπρεπε να κινείται πιο πίσω.
Όταν ο ηλικιωμένος έφυγε ικανοποιημένος, ο Μάρκο γύρισε στη Λένη.
— Με κοίταζες σαν να ήμουν εξωτικό ον.
— Προσπαθώ να καταλάβω πώς ένας άνθρωπος που μιλάει για το ποδόσφαιρο σαν να είναι ποίηση, ζει μέσα σε τόση φασαρία.
Ο Μάρκο ήπιε μια γουλιά.
— Στη Σικελία η ησυχία είναι ύποπτη, Λένη. Όταν οι άνθρωποι σωπαίνουν, σημαίνει ότι κρύβουν κάτι. Εδώ, αν κάποιος σε αγαπάει, σου φωνάζει. Αν διαφωνεί μαζί σου, χειρονομεί. Η φασαρία είναι ο τρόπος μας να δηλώνουμε «είμαι ακόμα εδώ».

Εκείνο το βράδυ, περπάτησαν μέχρι την άκρη του χωριού, εκεί όπου τα σπίτια έδιναν τη θέση τους στα ξερά χωράφια. Δεν υπήρχε φωτισμός, μόνο το φεγγάρι που έκανε τα γύρω βράχια να μοιάζουν με κοιμισμένα θηρία.
— Στην Ελλάδα έχετε αρχαία θέατρα, είπε ο Μάρκο σπάζοντας τη σιωπή. Εδώ έχουμε αυτά τα νταμάρια.
Αλλά αν προσέξεις, και τα δύο φτιάχτηκαν για να ακούγεται η ίδια ανάγκη, να αφήσουμε ένα σημάδι στην πέτρα.
Η Λένη σταμάτησε. Τον κοίταξε στα μάτια. Δεν υπήρχε πια η προστασία του γηπέδου ή του καφενείου.
— Φοβάμαι τους ανθρώπους που μιλούν όμορφα, Μάρκο. Συνήθως ξέρουν πώς να φεύγουν χωρίς να κάνουν θόρυβο.
Ο Μάρκο δεν απάντησε με λόγια. Πήρε το χέρι της και πίεσε την παλάμη της πάνω στον τραχύ τοίχο ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού.
— Αυτή η πέτρα κρατάει τη θερμότητα του ήλιου ακόμα και τα μεσάνυχτα. Έτσι είμαστε κι εμείς. Μπορεί να μη βλέπεις τη φωτιά, αλλά αν ακουμπήσεις, θα καταλάβεις ότι είμαστε ακόμα εδώ και ζεστοί.

Η Λένη είχε πάει στη Σικελία για τρεις ημέρες και έμεινε τρία… τέρμινα.
Δεν ήταν μόνο ο Μάρκο η αιτία μα και η γιαγιά του. Η γιαγιά Ρόζα. Μια γυναίκα που έκρινε τους ανθρώπους από το πώς κρατούσαν το πιρούνι όταν έτρωγαν σπαγγέτι, και δεν φοβόταν να το πει κατάμουτρα.

Στο πρώτο γεύμα, η Λένη —από νευρικότητα— έκοψε τα μακαρόνια με το μαχαίρι.
Η Ρόζα κατέβασε αργά το ποτήρι του κρασιού.
— Greca, qui non si tagliano gli spaghetti (εδώ δεν κόβονται τα σπαγγέτι). Τυλίγονται. Όπως και στη ζωή, τα προβλήματα δεν τα κόβεις, τα γυρίζεις γύρω-γύρω μέχρι να τα καταλάβεις.
Η Λένη άφησε το μαχαίρι. Δεν το ξανάπιασε ποτέ όταν το πιάτο είχε σπαγγέτι.

Είχαν κι αυτοί τους καβγάδες τους —λίγους, γρήγορους, αθόρυβα ξεπερασμένους, σαν αυτόν για το espresso -ποτέ πριν τις 11 -και για τον ελληνικό, που ρολόι δεν κοιτά.
Στο τέλος συμφώνησαν στο μόνο πραγματικά σημαντικό.
Το παγωτό δεν έχει εθνικότητα.

Όταν αποφάσισαν να παντρευτούν, εμφανίστηκε το μεγάλο δίλημμα, Ιταλία ή Ελλάδα;
— In Sicilia, είπε η μητέρα του.
— Στη Σέριφο, αντέτεινε η θεία της.
Ο παππούς χτύπησε το χέρι στο τραπέζι:
—La sposa deve venire qui.
(Η νύφη πρέπει να έρθει εδώ.)
Ισοπαλία.
Όπως σε όλα τα μεγάλα ντέρμπι. Το ζήτημα λύθηκε όχι με σύμπτωση απόψεων, αλλά με παζάρι. Γνώριμο σε όλους όσους έχουν συγγενείς που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Ελληνορθόδοξη ευλογία πλάι στον καθολικό γάμο. Τόνος στο τραπέζι δίπλα στο γιουβέτσι. Κι ένα μικρό νησί ως συμβιβασμός, που δεν ήταν συμβιβασμός.

Favignana — εκεί όπου είχε μεγαλώσει η γιαγιά Ρόζα, πριν φύγει για την ηπειρωτική Ιταλία.
Δεν έμοιαζε με Ελλάδα. Είχε ασβεστόλιθο που έλαμπε σαν μάρμαρο στο μεσημεριανό φως, παλιά λατομεία σκαλισμένα σαν σεληνιακό τοπίο, μυρωδιά τόνου στο λιμάνι αντί για χταπόδι να λιάζεται.
Έμοιαζε όμως το τιρκουάζ του νερού. Το φως — το ίδιο φως που η Λένη θυμόταν από τα ελληνικά νησιά της παιδικής της ηλικίας. Κι ο τρόπος που η θάλασσα έκλεινε τον ορίζοντα και σου έλεγε: «εδώ μείνε, δεν χρειάζεσαι διαβατήριο.»

Ο γάμος δεν άρχισε στην εκκλησία.
Άρχισε στην κουζίνα.
Η μία γιαγιά έφτιαχνε κανόλι. Η άλλη δίπλωνε ντολμαδάκια.
Καμία δεν μιλούσε τη γλώσσα της άλλης.
Μέχρι που η Ρόζα, σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, δοκίμασε ένα ντολμαδάκι.
Η γιαγιά Αγγέλω τότε δοκίμασε ένα κανόλι.
Κοιτάχτηκαν. Έγνεψαν καταφατικά με τη γκριμάτσα της επιδοκιμασίας και συνέχισαν να μαγειρεύουν.

Το βράδυ, κάτω από φωτάκια κρεμασμένα ανάμεσα σε λεμονιές, που έριχναν κανά λεμόνι απροειδοποίητα, έπαιζε άλλοτε ιταλική ταραντέλα κι άλλοτε ελληνικά νησιώτικα.
Οι Ιταλοί προσπαθούσαν να χορέψουν συρτό. Οι Έλληνες προσπαθούσαν ταραντέλα.
Κανείς δεν τα κατάφερνε ιδιαίτερα. Όλοι γελούσαν.
Ο έρωτας, σκέφτηκε η Λένη, ίσως είναι και αυτό. Να μην ξέρεις τα βήματα αλλά να συνεχίζεις να χορεύεις.

Κάποια στιγμή ο Μάρκο την τράβηξε λίγο πιο πέρα, εκεί όπου ακουγόταν μόνο η θάλασσα.
Ξέρεις γιατί δεν φοβήθηκα ποτέ ότι είμαστε διαφορετικοί;
— Γιατί;
— Μια ομάδα με έντεκα ίδιους παίκτες δεν κερδίζει ποτέ. Οι διαφορές είναι σαν το ποτάμι. Χρειάζεται δυό όχθες για να οριστεί.
Η Λένη τον κοίταξε με ύφος που παίρνει κάποιος, λίγο πριν σκάσει στα γέλια.
— Πολύ φιλοσοφημένος για προπονητής.
Εκείνος γέλασε.
— Lo so. Ας είναι καλά ο Αλμέιδα — το έλεγε συχνά στους παίχτες του λίγο πριν την προπόνηση.
— Κι εμείς τι είμαστε;
Εκείνος κοίταξε τα κύματα.
— Δεν είμαστε ούτε η μία χώρα ούτε η άλλη. Είμαστε αυτό που γεννιέται όταν κανείς δεν προσπαθεί να νικήσει τον άλλον. Μόνο να τον κατανοήσει.

Λίγες μέρες μετά τον γάμο, κάθονταν στο μικρό λιμάνι της Favigniana.
Οι ψαράδες είχαν ήδη γυρίσει. Κάποιος έραβε τα δίχτυα χωρίς να βιάζεται. Ένας άλλος έπινε κρασί. Ο Μάρκο κοίταξε το ρολόι του.
—Αν συνεχίσουμε έτσι, ούτε αύριο δεν θα έχουμε τελειώσει τίποτα.
Η Λένη χαμογέλασε
—Αυτό είναι το πρόβλημά μας ως Έλληνες.
— Τι εννοείς ;
— Πιστεύουμε πως ο χρόνος είναι σαν τους ανθρώπους. Αν τους φερθείς καλά, θα σου φερθούν καλά κι αυτοί. Και τελικά συνειδητοποιείς πως τίποτα από τα δύο δεν ισχύει, είπε η Λένη και το βλέμμα της σκοτείνιασε για ένα δευτερόλεπτο.
Ο Μάρκο το ΄πιασε.
Η Λένη τώρα έδειχνε τον γέρο ψαρά που έραβε το δίχτυ του.
— Κοίτα τον. Νομίζεις πως καθυστερεί;
Ο Μάρκο άρχισε να τον παρατηρεί.
Οι κινήσεις τους αργές, μα καμιά περιττή.
— Μμμ! Όχι.
— Τούτο που θα σου πω – είπε η Λένη με σιγανή φωνή- μου το ‘μάθε η γιαγιά μου. “Η βιασύνη δεν είναι το αντίθετο της καθυστέρησης. Είναι το αντίθετο της προσοχής.”
Ο Μάρκο έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Ύστερα έβγαλε το ρολόι από τον καρπό του και το ακούμπησε στο τραπέζι.
— Θα το ξαναφορέσω αύριο.
— Γιατί ;
— Γιατί σήμερα θέλω να νιώσω πόσο αργά κυλάει ο χρόνος δίπλα σου.
Η Λένη χαμογέλασε.
Και χάιδεψε τον καρπό που έλειπε το ρολόι.

ΥΓ.
Μικρά μου,
το πριν και το μετά, το εδώ και το εκεί, πλεγμένα.
Αλλά πάνω απ’ όλα κάτι καινούργιο.
Γιατί έτσι προχωρά η ζωή.
Δεν διαλέγει ανάμεσα στο παλιό, στο νέο, στο διαφορετικό .
Όλα τα έχει.
Παίρνει το νήμα της μνήμης, υφαίνει το τώρα, και μετά το περνά στη βελόνα της αγάπης και κεντά πάνω του το μέλλον.
Ίσως αυτό σημαίνει «για πάντα».

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους