Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως η αγάπη φαίνεται στις εύκολες στιγμές. Στα χαμόγελα, στις γιορτές, στις ημέρες που όλα μοιάζουν να βρίσκουν τον δρόμο τους. Όμως η πραγματική δύναμη μιας σχέσης αποκαλύπτεται όταν η ζωή σηκώνει μεγάλα κύματα και δύο άνθρωποι πρέπει να αποφασίσουν αν θα αφήσουν τη θάλασσα να τους χωρίσει ή αν θα κρατηθούν ακόμη πιο δυνατά ο ένας από το χέρι του άλλου.
Ο Σταύρος και η Ασπασία γνώρισαν από νωρίς πως η διαδρομή τους δεν θα ήταν εύκολη. Όταν η Ασπασία ανακοίνωσε στους γονείς της πως ο άνθρωπος που είχε επιλέξει ήταν ο Σταύρος, η αντίδρασή τους ήταν αρνητική, έντονη και κάθετη. Εκείνοι είχαν μεγαλώσει με άλλες αντιλήψεις. Για αυτούς η οικογένεια, η κοινωνική θέση, η οικονομική άνεση και ο κύκλος των ανθρώπων γύρω τους είχαν μεγάλη σημασία. Ο Σταύρος ερχόταν από μια άλλη πραγματικότητα: Από φτωχή οικογένεια στα δυτικά προάστια, είχε μάθει να δουλεύει σκληρά, να κερδίζει με κόπο κάθε μικρή κατάκτηση και να στηρίζεται περισσότερο στην αξία του χαρακτήρα του παρά σε όσα μπορούσε να του προσφέρει ένα «όνομα».
Όμως στα μάτια των γονιών της Ασπασίας ήταν «ο άνθρωπος που δεν τους ταίριαζε», ενώ στην καρδιά της Ασπασίας ήταν ο άνθρωπος που την έκανε να νιώθει ολόκληρη, γεμάτη, ευτυχισμένη.
Ο δρόμος που ακολούθησε για το ζευγάρι ήταν δύσκολος και δύσβατος. Οι γονείς της Ασπασίας στην αρχή προσπάθησαν να την κάνουν να αλλάξει γνώμη. Της μίλησαν για το μέλλον, για τις «δυσκολίες» που θα αντιμετώπιζε, για τη ζωή που θα μπορούσε να έχει αν επέλεγε διαφορετικά. Όταν όλα αυτά δεν «έπιασαν», η πίεση έγινε ακόμη πιο έντονη. Της είπαν πως αν προχωρούσε με τον Σταύρο, εκείνοι θα απομακρύνονταν, πως δεν θα είχαν τη στήριξή τους και πως θα έπρεπε να αναλάβει μόνη της την ευθύνη της επιλογής της. Κι ανάμεσα στους δύο «κόσμους» που αγαπούσε, η Ασπασία βρέθηκε εγκλωβισμένη, αλλά την «ξεκλείδωσε» μια φράση του Σταύρου που δεν ξέχασε ποτέ: «Πάρε τον χρόνο σου, κι αν με διαλέξεις, θέλω να είναι επειδή με αγαπάς».
Με τον καιρό, οι δυο τους απέδειξαν πως η σχέση τους είχε ρίζες βαθιές. Η απόρριψη και οι δυσκολίες τούς έκαναν πιο δυνατούς. Έμαθαν πως ανθεκτικότητα σημαίνει να βρίσκεις τη δύναμη να συνεχίζεις κρατώντας από το χέρι τον άνθρωπό σου.
Και το αποφάσισαν: «Θα παντρευτούμε!» είπαν ένα βράδυ μετά από δύο χρόνια, σχεδόν ταυτόχρονα. Δούλευαν σκληρά και οι δύο και είχαν μαζέψει αρκετά χρήματα για να κάνουν τον γάμο που είχαν ονειρευτεί: Στη Σίφνο, ένα νησάκι γεμάτο φως, θάλασσα και αυθεντικότητα, που έμοιαζε να κρατάει μέσα του όλη την ομορφιά της νέας τους αρχής. Μάθαινε τα νέα της κόρης της η μητέρα της Ασπασίας και η καρδιά της βούλιαζε, γιατί δεν είχε το θάρρος να μιλήσει στον αμείλικτο άντρα της. Εκείνη, βλέποντας την αγάπη των παιδιών της, είχε μαλακώσει και λαχταρούσε να βρεθεί κοντά τους, δίπλα τους αυτή τη μεγάλη στιγμή! Και με τα πολλά, τον κατάφερε τον άντρα της!
Μονιασμένοι γονείς και παιδιά, βάλθηκαν να σχεδιάσουν τον πιο όμορφο γάμο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όμως η ζωή είχε ακόμη μερικά «άγρια κύματα» να τους στείλει: Πρακτικά, η οργάνωση του γάμου όπως τον φαντάστηκαν εξελίχθηκε σε μια σειρά από περιπέτειες! Δυσκολίες με τον παπά στο εκκλησάκι που διάλεξαν, με τον χώρο που να χωρά τη χαρά τους για το γλέντι, δύστροπους επαγγελματίες για τον στολισμό, τα λουλούδια, το φαγητό, τη μουσική, για κάθε μικρή λεπτομέρεια που θα έκανε τη μέρα ξεχωριστή.
Ειδικά για τη μουσική είχαν πολλές απαιτήσεις: Να έχει το άρωμα του νησιού, να ακουστούν παραδοσιακά βιολιά και που θα ξεσήκωναν τους καλεσμένους να χορέψουν. Όμως έψαχναν και δεν εύρισκαν τα «σωστά βιολιά» να πλαισιώσουν τη γιορτή τους.Τα τηλέφωνα γίνονταν συνεχώς, οι λύσεις άλλαζαν και η αγωνία μεγάλωνε.
Και όταν ένα πρόβλημα φαινόταν να λύνεται, εμφανιζόταν το επόμενο. Η μεταφορά των εκατό καλεσμένων ήταν μια ακόμη μεγάλη πρόκληση. Τα βανάκια που χρειάζονταν για να μετακινηθεί ο κόσμος στο νησί δεν βρίσκονταν εύκολα και υπήρχαν στιγμές που ένιωθαν πως το όνειρο απομακρυνόταν.
Όμως κάθε φορά που η ερχόταν ένα ακόμα αδιέξοδο, ο Σταύρος και η Ασπασία, έκαναν το ίδιο πράγμα: Σταματούσαν, κοιτάζονταν και θυμούνταν όλα όσα είχαν ήδη ξεπεράσει, χέρι-χέρι: Πολύ μεγαλύτερα «κύματα» από μερικές πρακτικές δυσκολίες του γάμου.
Έτσι με ψυχραιμία, αγάπη και θετική ματιά, όλα πήραν τη θέση τους. Έφτασε η πολυπόθητη μέρα και το μικρό εκκλησάκι τούς περίμενε μέσα σε ένα τοπίο μοναδικής ομορφιάς. Τα λουλούδια, οι στολισμοί, το φαγητό, η μουσική και οι τέσσερις γονείς τους δημιούργησαν μια βραδιά γεμάτη συγκίνηση. Οι καλεσμένοι γελούσαν, χόρευαν και ένιωθαν πως δεν γιόρταζαν μόνο έναν γάμο, αλλά μια ολόκληρη ιστορία, μια μεγάλη διαδρομή.
Κάποια στιγμή, ανάμεσα στη μουσική και στις αγκαλιές, ο Σταύρος και η Ασπασία κοιτάχτηκαν και θυμήθηκαν το ξεκίνημά τους, τις αμφιβολίες, τις δυσκολίες, τα λόγια που τους πλήγωσαν, τις προσβολές, την απόρριψη, τα εμπόδια και τις δοκιμασίες. Με μια ματιά συνειδητοποίησαν πως δεν έφτασαν εδώ επειδή η ζωή τούς χάρισε έναν εύκολο δρόμο. Έφτασαν επειδή κάθε φορά που ερχόταν ένα κύμα, επέλεγαν να το αντιμετωπίσουν μαζί, χέρι-χέρι.
Και δίνοντας ακόμα ένα φιλί, συνέχισαν να κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου, ψιθυρίζοντας «Σ’ αγαπώ, και είμαι εδώ!»



