Πας λοιπόν στο καταλληλο μαγαζί και λες στον Μαγαζάτορα:
Άκου…θέλω μια ευτυχία, να’ναι κινγκ σάιζ όμως.
Ξεγυρισμένη και τροφαντή και κυρίως γνήσια, που να το γράφει στην ούγια.
Τη θέλω όμως ετοιμοπαράδοτη, τσακ μπαμ να την έχω.
Να μην πρέπει να κάθομαι να συναρμολογώ… να κουράζομαι, καταλαβαίνεις.
Χωρίς ταλαιπωρίες.
Τη θέλω και διαρκείας, όχι να μου τελειώσει έτσι απότομα και να ψάχνομαι μετά.
Το Αφεντικό σε κοιτάζει. Χαμογελάει.
Ετοιμοπαράδοτη είπες;
Πανεύκολο!
Αλλά να είσαι κι εσύ λίγο ετοιμοπαράδοτος… κι εσύ τσακ μπαμ.
Να αρκείσαι που λέει ο λόγος σε ένα ποτήρι κρύο νερό χωρίς παράπονα ότι δεν είναι Περριέ!
Ν’ αράζεις μακάρια σε πλατείες και αυλές με φίλους, ε;
Να είσαι του χαδιού και του παλουκιού…
Να είσαι σαν αφρός, σαν αέρας, έτοιμος να ορμήξεις σε ό,τι σου γυαλίσει.
Να χυμάς με τρεχάλα και λαχτάρα σε όσους αγαπάς.
Ε, να κουνάς και λίγο την ουρά σου, και χωρίς λόγο, έτσι;
-Μα μου λες να γίνω σκύλος!
-Βρε γίνε εσύ άνθρωπος πρώτα…


