Υπάρχουν πολλαπλασιαστές στη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα;
Η ευεργετική θεραπευτική δράση της Ιντερφερόνης στις χρόνιες με αρνητικό χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας Μυελοϋπερπλαστικές νεοπλασίες/ΜΥΝ, θετικές στη μετάλλαξη JAK2 V617F [Αληθής Πολυκυτταραιμία, Ιδιοπαθής Θρομβοκυτταραιμία, Μυελοσκλήρυνση] είναι πολλαπλώς τεκμηριωμένη.
Οι ΜΥΝ είναι κλωνικά νοσήματα που προέρχονται από σωματικές μεταλλάξεις στο αρχέγονο αιμοποιητικά κύτταρο (Stem Cell), λόγω υπερδιέγερσης των μοριακών μηχανισμών των JAK/STAT οδών, με επακόλουθο τη δημιουργία φλεγμονώδους μικροπεριβάλλοντος, ανώμαλης διακίνησης των αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων και ανάπτυξη εξωμυελικής αιμοποίησης.
Οι ΜΥΝ αν και είναι διαφορετικές νοσολογικές οντότητες με διαφορετικά διαγνωστικά κριτήρια, διαφορετική διαστρωμάτωση κινδύνου, μοιράζονται κοινούς παθογενετικούς μηχανισμούς και αλληλοεπικαλυπτόμενα κλινικά γνωρίσματα με τάση για θρομβοαιμορραγικές επιπλοκές και τάση για λευχαιμική εκτροπή. Η Ιντερφερόνη είναι μια γλυκοπρωτεΐνη με στοχευμένη ανοσορυθμιστική/ανοσοδιεγερτική δράση στο αρχέγονο αιμοποιητικό κύτταρο και αντιϊκές, αντιφλεγμονώδεις, αντινεοπλασματικές και αντιμυελοϋπερπλαστικές ιδιότητες. Επιπροσθέτως είναι μη-μεταλλαξιογόνος και μη-γοναδοτοξική. Ως εκ τούτου, περιλαμβάνεται στις ασφαλείς και αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές επιτυγχάνοντας σε ένα ποσοστό και μοριακές υφέσεις (αφού δρα στο αρχέγονο αιμοποιητικών κύτταρο) και αποκαθιστά τελικά τη φυσιολογική αιμοποίηση.
Τελευταία, οι πεγκυλιωμένες φαρμακο-τεχνικές μορφές, επιτρέπουν τη χορήγηση τους ανά μία ή και δύο εβδομάδες. Ωστόσο όμως, παρουσιάζεται και δυσανεξία σε ένα ποσοστό ασθενών με συνέπεια τη μη συμμόρφωση και μη συνέχιση της θεραπείας. Πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα από τη Δανία (2026) έδειξαν ότι, ο συνδυασμός Ιντερφερόνης με άλλους φαρμακευτικούς παράγοντες ενίσχυσαν κατά πολύ την αποτελεσματικότητά της. Πράγματι, η Ιντερφερόνη μαζί με Ρουξολιτινίμπη (αναστολεύς της τυροσινικής κινάσης JAK2) και ομοίως με Υδροξυουρία, βελτίωσαν κατά πολύ την ανοχή της. Επιπροσθέτως, η συνδυαστική θεραπεία ελάττωσε και βελτίωσε το φορτίο των JAK2-V617F μεταλλάξεων, τις κυτταρικές σειρές και ελάττωσε την κυτταροβρίθεια και την ίνωση του μυελού. Η μόνη παρενέργεια ήταν ο αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων.
Άλλοι,συνδυασμοί:
α) Η προσθήκη της Μετφορμίνης [Θεμελιώδης Αντιδιαβητικός / αντιγλυκοτοξικός και αντιλιποτοξικός, υπολιπιδαιμικός (ενισχύει την εξωκύττωση της χοληστερόλης) θεραπευτικός παράγοντας], ελαττώνει τις παρενέργειες της Ιντερφερόνης και ενισχύει την αποτελεσματικότητά της, επιτυγχάνοντας βαθειές μοριακές υφέσεις και δυνητικά ιάσεις. Η Μετφορμίνη ελαττώνει το οξειδωτικό stress, τη φλεγμονή και βελτιώνει τη μιτοχονδριακή βιοενέργεια με επακόλουθο την ελάττωση των μεταβολικών παρενεργειών της Ιντερφερόνης (αίσθημα κόπωσης, γριππώδη συνδρομή). Είναι αξιοσημείωτο ότι χάρη στις ιδιότητες αυτές δρα και προστατευτικά στην ανάπτυξη Μυελοϋπερπλαστικών Νεοπλασιών. Η Μετφορμίνη κατέχει και ισχυρές αντιαθηρωματικές ιδιότητες, καταστέλλει την κινητοποίηση των αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων και αποσβένει τη μυελοποίηση, που είναι η κινούσα δύναμη της αθηρωματικής φλεγμονής και του σχηματισμού της αθηρωματικής πλακός.
Συμπερασματικά, η Μετφορμίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον σαν παράγοντας διάσωσης και άμβλυνσης των παρενεργειών της Ιντερφερόνης, αλλά θα πρέπει να προστεθεί /συνδυασθεί εξ ‘αρχής στη θεραπευτική προσέγγιση στις χρόνιες μυελοϋπερπλαστικές νεοπλασίες.
β) Ομοίως, η προσθήκη Στατίνης στην Ιντερφερόνη, ελαττώνει τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου και βελτιώνει την επιβίωση.
Η Στατίνη δρα υπολιπιδαιμικά, αυξάνοντας τους υποδοχείς της LDL στο ήπαρ και ταυτοχρόνως διεγείρει τον καταβολισμό της LDL. Επιπροσθέτως, κατέχει και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, προστατεύει το Ενδοθήλιο, ελαττώνει τη φλεγμονή στην αθηρωματική πλάκα των στεφανιαίων, αναστέλλει τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων και ασκεί και αντιθρομβωτική δράση.
Το ενδοθήλιο (μονόστοιβη κυτταρική επένδυση των αιμοφόρων και λεμφοφόρων και των καρδιακών κοιλοτήτων), αποτελεί ένα όργανο μόλις 100γρ. που καταλαμβάνει όμως μια επιφάνεια 3.000τ.μ! Το ενδοθήλιο είναι ένα όργανο με δράση ενδοκρινική (απομακρυσμένους στόχους), παρακρινική (παρακείμενους στόχους) και ενδοκυτταρική (τοπικά) και κατέχει αντιθρομβωτικές και ινωδολυτικές ιδιότητες, αλλά και θρομβοφιλικές ιδιότητες. Το ενδοθήλιο όταν δυσλειτουργεί παράγει καθ’ υπεροχήν αγγειοσυσπαστικά και θρομβοφιλικά μόρια που έχουν αθροιστική θρομβοφιλική δράση. Επειδή υπάρχει κιρκάδιος ρυθμός και ελάττωση της ινωδολύσεως τις πρωϊνές ώρες, έχουμε αυξημένα καρδιακά εμφράγματα το πρωί. Στη δυσλειτουργία περιλαμβάνεται και η μειωμένη παραγωγή μορίων με αντιθρομβωτική, αγγειοδιασταλτική και αντιαθηρογόνο δράση.
Η δυσλειτουργία του ενδοθηλίου (είναι η κυρίαρχη βλάβη στο Μεταβολικό Σύνδρομο και η οποία προηγείται της εκδηλώσεως του Σακχαρώδους Διαβήτου), προκαλείται από το οξειδωτικό stress και τη φλεγμονή που οδηγούν σε δομικές και λειτουργικές αλλοιώσεις των κυτταρικών μεμβρανών, τροποποιώντας έτσι τους μοριακούς μηχανισμούς του JAK2-V617F. Συνεπώς, τόσο η Μετφορμίνη όσο και η Στατίνη ομαλοποιούν το μικροπεριβάλλον του μυελού των οστών, κατέχουν και αντιϊνωτικές ιδιότητες και τελικά δρουν συνεργατικά με την Ιντερφερόνη στην ελάττωση της Μυελικής Ίνωσης.
Συνοπτικά, πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η συνδυαστική τριάδα Ιντερφερόνη με Μετφορμίνη και Στατίνη, ασκεί συνεργατικά αντιφλεγμονώδη δράση στην μυελοποίηση, στην φλεγμονώδη αθηρωμάτωση και τελικά αντιγηραντική και αντινεοπλασματική δράση στον πυρήνα/κόμβο της παθογένειας των Μυελοϋπερπλαστικών Νεοπλασιών που είναι το Οξειδωτικό stress, η Φλεγμονή και η Μεταβολική Δυσλειτουργία.
Δρ Ν.Ι.Αναγνωστόπουλος
Διευθυντής Β’ Αιματολογικής Κλινικής
Metropolitan General
210-6502069
Αθήνα, 4 Μαρτίου 2026


