«Το στρατηγείο μου -λάπτοπ, ποντίκια, πληκτρολόγια, γυαλιά, νερά και λοιπά πολεμοφόδια- απέχει 2 μέτρα κυριολεκτικά από τη φωλιά όπου κρύβονται η Οργή της Νύχτας, ο Φαφούτης, τα ρομπότ-υποβρύχια και τα Μαγικά Σπαθιά που πολεμούν ολοένα τους πειρατές, ενώ 3 μωρά κοιμούνται στις κουκέτες της φρεγάτας νηστικά γιατί δεν τους άρεσαν οι μπάμιες».
Έτσι έγραφα, μια φορά κι έναν καιρό, ακριβώς 6 χρόνια πριν, κατά την ανδριώτικη καραντίνα του covid η οποία, παρέα με έναν 7χρονο και μια 5χρονη, ήταν ένας κόσμος καθημερινών θαυμάτων και παραμυθιών. Κόσμος αναντικατάστατος, από τότε που, ανήλικη ακόμα, έκρυβα τα βιβλία με τις περιπέτειες του Τομ Σώγερ και του Ιουλίου Βερν κάτω από τα σκεπάσματα, μαζί με έναν μικρό φακό, για να ξημερώνομαι με την παρέα τους. Κόσμος γλυκός, με τις τρυφερές ιστορίες της «Πολυάννας», τις οποίες αγόραζα σε τόμους για την κόρη μου. Κόσμος ενηλικίωσης για μένα, με τον Λουντέμη, κόσμος βαθύς με τον Σαραμάγκου – κόσμος που μοσχοβολούσε οικονομικό χαρτί και μελάνια τυπογραφείου. Ένας κόσμος απίστευτα αγαπημένος, πάντα.
Όταν ήρθαν τα εγγόνια μου, τα βιβλιαράκια που έμαθαν ν’ αγαπούν από πολύ μικρά ήταν ιλουστρασιόν, με μικρά κείμενα. Πολύ φυσικό. Προτιμούσαν ωστόσο τα παραμύθια που σκαρώναμε μαζί, με σκοπό (μου) να τα νανουρίσουν, τα οποία όμως κατέληγαν πάντα με τους δυό τους όρθιους στα κρεβάτια, να χοροπηδούν με ενθουσιασμό, εμπλουτίζοντας και συμπληρώνοντας την πλοκή!
Μετά, όταν πήγαν σχολείο και άρχισαν να βάζουν τα γράμματα σε σωστή σειρά, τους αποκαλύφθηκε ακόμα ένας μαγικός κόσμος, ο οποίος όμως δεν τους οδήγησε ακριβώς στα βιβλία, γιατί στο μεταξύ πλήθαιναν τα διαφορετικά ερεθίσματα.
Δεν παύω ούτε μέρα να προσπαθώ να δω αυτόν τον κόσμο μέσα από τα μάτια τους και να τους δείχνω τον δικό μου, θα έλεγα από το ύψος της ηλικίας μου, αλλά είναι αστείο να μιλάμε για ύψη όταν, ο εγγονός μου για παράδειγμα, στα 13 του κοντεύει το 1:90. Ειδικά εγώ, καλύτερα να μη μιλάω καθόλου!
Και όχι μόνο αυτό, αλλά, τώρα, ούτε η μητέρα τους ούτε εγώ αποτελούμε ιδανικά παραδείγματα προς μίμηση. Και οι δύο μας έχουμε λίστες από αδιάβαστα βιβλία που δεν χωρούν στο χρόνο μας. Εγώ τα έχω απλωμένο μπροστά μου, αγοράζω όλα τα βιβλία που με ενδιαφέρουν -δεν χάνω ας πούμε τα βραβευμένα με Booker- αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα τα διαβάσω γρήγορα. Και ναι, ομολογώ ότι, πολλά βράδια, σκρολάρω στο κινητό, για να πάρω μια γεύση από πράγματα που με ενδιαφέρουν και από απόψεις των φίλων που εκτιμώ. Αλλάζουν όλα με μεγάλη ταχύτητα και το βιβλίο δεν είναι πια εκείνο το μοναδικό μαξιλαράκι, στη φωλιά του οποίου τρύπωνες τις νύχτες για να ταξιδέψεις σε άλλα, φωτεινά σύμπαντα…
Γι’ αυτό και δεν είμαι καθόλου έτοιμη να κρίνω -και μάλιστα αυστηρά- το τι ακριβώς σημαίνει αυτή η συνθήκη, στο πλαίσιο της οποίας τα παιδιά παίρνουν πληροφορίες και ακούνε ιστορίες με άλλους τρόπους. Η μικρή συνονόματή μου για παράδειγμα, εδώ και τουλάχιστον 3-4 χρόνια, για να κοιμηθεί, βάζει στο βίντεο μια τρυφερή ιστορία -την ίδια πάντα- που μου θυμίζει έντονα την Πολυάννα. Άλλωστε, η φαντασία είναι άχρονη, ανεξέλεγκτη και δεν δεσμεύεται από τα μέσα που την εκφράζουν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο «Ένας Κόσμος Χωρίς Τέλος», στο οποίο ο Jean-Marc Jancovici, ειδικός σε ζητήματα ενέργειας και κλιματικής αλλαγής, συνεργάζεται με τον διάσημο κομίστα Christophe Blain και φτιάχνουν ένα μπεστ σέλερ δοκίμιο σε μορφή κόμιξ. Άλλη φίλη, για να χαλαρώσει ακούει με μανία podcasts κι άλλη νανουρίζεται με κλασική λογοτεχνία μέσω audiobook.
Το υλικό από το οποίο υφαίνονται οι ιστορίες αυτού του κόσμου είναι λίγο σαν τον Τσακ Νόρις: πολύ παλιό και πολύ ανθεκτικό για να πεθάνει. Κυρίως, είναι αναντικατάστατο, ακριβώς σαν τον κόσμο των παραμυθιών.



