Πολλές φορές, οι πιο ωραίες συναντήσεις προκύπτουν τυχαία. Παράδειγμα, ξεκινάς να πας σε μια όμορφη εκδήλωση στον τόπο παραθερισμού σου κι εκεί πέφτεις απάνω σε έναν καλλιτέχνη, ηθοποιό/σκηνοθέτη/συγγραφέα που θαυμάζεις απεριόριστα (μαζί με άλλα κάμποσα εκατομμύρια του πληθυσμού) και θα ήθελες διακαώς να συνομιλήσεις κάποτε μαζί του. Και που, συμπτωματικά πάντα, συμμετέχει στην εκδήλωση όχι ως πρωταγωνιστής αλλά ως …αφηγητής. Συγκεκριμένα, είχα τη χαρά μιας τέτοιας συμπτωματικής συνάντησης τις προάλλες, όταν στην ολάνθιστη, φιλόξενη αυλή του κουκλίστικου ξενοδοχείου Νύμφες στις Καμάρες Σίφνου, έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου της συγγραφέως και φίλης Νανάς Ρούσσου «Έγκλημα στη Σίφνο».
Όπου, το βιβλίο προλόγισε η γνωστή σας (ανάμεσα σε άλλα) συνεργάτιδα του JAN, Τέτα Διαμαντοπούλου. Κι όπου, απόσπασμα από το βιβλίο διάβασε με το μοναδικό του ύφος ο μοναδικός Σταμάτης Φασουλής.
Βρήκα την ευκαιρία θεόσταλτη για μια συνομιλία μαζί του για χάρη του κοινού του JAN. Η φίλη Νανά, μετέφερε το αίτημα, κι ο κύριος Σταμάτης Φασουλής μού έδωσε λίγο από τον ελάχιστο πια χρόνο του στη Σίφνο, μια μέρα πριν την επιστροφή του στην Αθήνα και τη μεγάλη χαρά μιας απολαυστικής συνομιλίας που μεταφέρω, αυτούσια σχεδόν, εδώ.

Κύριε Φασουλή, είστε χρόνια τώρα νέο-Σιφνιός, όπως αποκαλούμε εμείς οι παλιο-Σιφνιοί (!) οι ορίτζιναλ δηλαδή, τους εξ υιοθεσίας Σιφνιούς, αυτούς που κάποτε ήρθαν, ερωτεύτηκαν το νησί κι έγιναν σταθεροί λάτρεις του, επανερχόμενοι χρόνο το χρόνο. Γιατί η Σίφνος για σας;
Έρχομαι σταθερά το καλοκαίρι στη Σίφνο, εδώ και 26 χρόνια. Προέκυψε η γνωριμία μέσω ενός Σιφνιού συνεργάτη στο θέατρο, του Γιώργου Δεπάστα, που επέμενε να έρθω οπωσδήποτε, κάποια φορά. Αυτό ήταν, με τη μία. Η Σίφνος έχει αυτή τη μαγεία και τη σαγήνη που σε κάνει να ξαναγυρνάς. Μέναμε αρχικά στο σπίτι της Ρένας Γεροντή, και τα τελευταία χρόνια καταλήξαμε σε αυτό το σπίτι που βρίσκεται 3-5 βήματα από την παραλία – βασική προϋπόθεση για μένα για διακοπές σε νησί, να μην χρειάζεσαι αυτοκίνητο για να πας για μπάνιο. Αφήστε που τώρα έχει γίνει και το πάρκινγκ ένα θέμα…
Το προηγούμενο τεύχος μας είχε θέμα τις διακοπές χωρίς …διακοπές και αν πραγματικά αυτό θέλουμε στη φάση της ώριμης ηλικίας μας. Κάνετε ποτέ διακοπές συνεχείς; Αποσυνδέεστε αλήθεια ποτέ πραγματικά;
Δουλεύω πάρα πολύ όλο τον χρόνο, αδιάκοπα θα έλεγα. Οπότε, ναι, κάνω 2 μήνες συνεχείς διακοπές το καλοκαίρι. Κάθε χρόνο. Και ναι, αποσυνδέομαι. Όχι όμως απολύτως ούτε συνεχώς. Γιατί πόσο πια θα φας, θα κολυμπήσεις, θα διασκεδάσεις, θα κοιμηθείς, στο τέλος θα βαρεθείς και θα αποβλακωθείς… Αλλά και εκτός διακοπών πάντως, θα αποσυνδεθώ πλήρως 2-3 ώρες, κάθε εργάσιμη μέρα. Κι όταν επιστρέφω σπίτι, μετά τη δουλειά, κλείνω την πόρτα πίσω μου και τα αφήνω όλα απ’ έξω.
Μεγαλώνουμε και κουραζομαστε πιο πολύ, διαμαρτύρονται οι αρθρώσεις μας και λέμε, “τουλάχιστον ας έχω το μυαλό μου”. Πώς μπορεί όμως ένα νεανικό μυαλό να συμβαδίσει και να συμμαχήσει με το σώμα που φθίνει με την ηλικία; Είναι αυτό άραγε το μεγαλύτερο πρόβλημα ημών των just a number΄s;
Προσωπικά δεν μπορώ να συμφιλιωθώ καθόλου με τη βιολογική μου ηλικία – μου είναι αδύνατο. Γι’ αυτό σπρώχνω πολύ το σώμα μου, το κουράζω ίσως υπερβολικά. Περπατάω πολύ, γυμνάζομαι. Προσπαθώ να κρατάω τη νεανική μου στάση σώματος. Δεν ξέρω αν θα μου βγει σε καλό το ζόρι… αλλά νιώθω τρομερή ανάγκη το σώμα μου να συμβαδίζει με το μυαλό μου. Ξέρετε, αυτό το σλόγκαν «η ηλικία είναι απλώς ένας αριθμός» δεν πιστεύω ότι ισχύει κατά γράμμα. Βεβαίως και μετράει η ηλικία (και) ως αριθμός. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι το λέτε μεταφορικά, εννοώντας το ως στάση ζωής, αλλά η ηλικία έρχεται και μας θυμίζει κάθε τόσο το νούμερο της. Και, ξέρετε ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα μας; Ότι από μια ηλικία και πάνω γίνεσαι …αόρατος! Δεν σε βλέπει ο κόσμος. Δεν μιλάω απαραίτητα για κάποιον που λόγω έκθεσης και δημοσιότητας είναι αναγνωρίσιμος, καληώρα ένας ηθοποιός όπως είμαι κι εγώ. Αλλά όταν δεν είμαι αναγνωρίσιμος, π.χ. κυκλοφορώντας στο εξωτερικό, ή μέσα στο μεγάλο πλήθος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, έχω παρατηρήσει ότι …δεν φαίνεσαι, δεν σε κοιτάνε, σαν να μην υπάρχεις.
Ωστόσο, καθώς γινόμαστε, δυστυχώς λόγω γήρανσης του πληθυσμού, όλο και πιο σημαντικό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού, οι κοινωνίες και τα κράτη αρχίζουν πια να μας «βλέπουν», και μάλιστα αλλιώς – ως αξιοποιήσιμο δυναμικό που έχει να προσφέρει πολλά ακόμα. Διαβάζω τελευταία για μια στα σκαριά Διαγενεακή Εθνική Στρατηγική, με άξονες τη σύγκλιση των γενεών, την υγιή μακροβιότητα και την αξιοποίηση των μεγαλύτερων σε ηλικία για την καθοδήγηση και την υποστήριξη των νέων. Πώς σας ακούγεται κάτι τέτοιο;
Θα δούμε. Είμαι λίγο επιφυλακτικός όταν ακούω για οργάνωση, στρατηγικές, προγράμματα, νόμους. Δεν μας λείπουν οι καλές ιδέες, ούτε τα προγράμματα, ούτε οι νόμοι. Η Ελλάδα είναι η χώρα με τους περισσότερους νόμους. Μας λείπει όμως η εφαρμογή τους. Μας λείπει η πράξη που θα εφαρμόσει τη θεωρία. Δυστυχώς παράγουμε νόμους και στρατηγικές σπαταλώντας πολλή ενέργεια και στη συνέχεια απλά δεν τους εφαρμόζουμε.
Μιλώντας για τη νέα γενιά: Είναι γνωστό πόσο στηρίζετε τους νέους και πόσα νέα ταλέντα, ήδη καταξιωμένα, έχετε αναδείξει και βοηθήσει να βρουν τη θέση τους στον θεατρικό χώρο. Πιστεύετε ότι οι νέοι ηθοποιοί υφίστανται έναν αντίστροφο με τους μεγάλους ηλικιακό ρατσισμό;
Όχι, δεν ισχύει ιδιαίτερα. Ρόλοι καταρχήν στο τεράστιο ρεπερτόριο των θεατρικών, και όχι μόνο, έργων, υπάρχουν σε αφθονία – και για μικρούς και για μεγάλους. Θα έλεγα ότι επειδή οι παραστατικές τέχνες – ειδικά ο κινηματογράφος – λατρεύουν τη νεότητα, ο όποιος ηλικιακός ρατσισμός βαραίνει περισσότερο τους μεγαλύτερους. Στον χώρο του θεάματος πιστεύω ωστόσο επικρατούν περισσότερο άλλου είδους ρατσισμοί, π.χ. σεξιστικός, έμφυλος, κλπ.
Κάποιο μήνυμα που θα θέλατε να στείλετε στους νέους, εκκολαπτόμενους ή και φτασμένους ήδη, ηθοποιούς;
Έχω πολλά να πω στους νέους. Αλλά δεν ακούνε… κι αισθάνομαι ότι θα πετάξω τα λόγια μου. Θα μου πείτε, εμείς ακούγαμε; Ναι, υπήρχε ένας κάποιος σεβασμός προς τους μεγαλύτερους, που μας έκανε να ακούμε. Άλλο τώρα που στη συνέχεια κάναμε του κεφαλιού μας… αλλά κάτι έμενε. Η αλήθεια είναι ότι η κάθε νέα γενιά θα κάνει το δικό της. Ίσως κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κινούνται τα πράγματα και να πηγαίνουνε παρακάτω. Ίσως αυτό είναι η εξέλιξη.
Είπατε εξέλιξη και μοιραία μου έρχεται στο νου η τεχνολογική εξέλιξη. Σας φοβίζει όλο αυτό με την Τεχνητή Νοημοσύνη/ΑΙ που μπήκε ήδη με τόση φούρια στη ζωή μας;
Όχι. Η ΑΙ μου αρέσει! Με ιντριγκάρει, μου ερεθίζει την περιέργεια και βέβαια μου εξάπτει την φαντασία. Άλλωστε αντί να φοβόμαστε κάτι που ήδη ήρθε, ας προσπαθήσουμε να το κατανοήσουμε και να το οικειοποιηθούμε. Προσπαθώ, λοιπόν, ποτέ δεν θα τα καταφέρω τέλεια, αλλά κάτι γίνεται. Δεν ανήκω στους απαισιόδοξους και στους φοβικούς για αυτή την εξέλιξη.
Ξέρετε τι πραγματικά με φοβίζει; Με φοβίζει η συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου, του μεγάλου κεφάλαιου σε 4-5 άτομα, που ελέγχουν τα πάντα. Αυτή την τεράστια συγκέντρωση εξουσίας τη φοβάμαι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, προς ώρας, για αυτό.
Ίσως μόνο μπορούμε να αντιμετωπίζουμε όλα τα τρομακτικά με χιούμορ – αν είναι και μόνο για να ξορκίσουμε τους φόβους μας. Ισχύει αυτό και για το εντελώς ιδιότυπο και «δικό σας» χιούμορ, ένα σαφέστατο σήμα κατατεθέν σας, είτε «εκπέμπεται» από σκηνής είτε από τα κείμενα σας;
Το χιούμορ για μένα είναι η καθημερινότητα μου. Βρίσκω λόγους να γελάσω πολλές φορές μέσα στη μέρα, φέρω το χιούμορ μέσα μου ακόμα και σε κηδείες. Ακόμα και σε δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι τη μητέρα μου, άρρωστη βαριά, λίγο πριν πεθάνει, χωρίς να δίνει δείγματα επικοινωνίας, όπου εγώ τη ρωτάω, βλακωδώς βέβαια, «είσαι καλά μαμά;». Οπότε μισανοίγει ένα μάτι και μου κάνει νεύμα με την παλάμη της σαν να μου λέει, «αλίμονο, τώρα!». Ναι, είχε πολύ χιούμορ η μητέρα μου και μάλιστα το καλύτερο είδος, το αυτοσαρκαστικό χιούμορ, το πιο ανώτερο χιούμορ – όχι το δηκτικό, που απευθύνεται στους άλλους. Κάποτε είχε δώσει σε κάποιον φούρναρη να βάλει στον τεράστιο φούρνο του κάτι σιδερένια έπιπλα να τα βάψει άσπρα! Πράγματι, ήρθαν βαμμένα τα έπιπλα… μόνο που ήταν άσπρα μεν αλλά διάστικτα με καφέ βουλίτσες. Ο φούρναρης όταν ρωτήθηκε σχετικά απάντησε: «Αχ, μου χάλασε ο φούρνος!» Και η μαμά: «Και μένα χάλασε το πορτοφόλι μου.»
Ήμασταν μια τυπική, αστική οικογένεια. Δεν μας έλειπε τίποτα, αλλά ούτε και μας περίσσευε. Ξύπναγε λοιπόν ο λίγο κακομαθημένος αδελφός μου και ρώταγε, «μαμά τι θα φάμε σήμερα;» και η απάντηση «σπαράγγια και αστακό, με σως μπεαρνέζ». Νομίζω ότι το χιούμορ και η σάτιρα ήταν στο DNA το οικογενειακό. Εκτός αυτού, η μητέρα μου ήταν και τρομερή μαγείρισσα.
Εσείς μαγειρεύετε καθόλου;
Πολύ, κάθε μέρα. Και όλη τη διαδικασία, καθαρίζω, τσιγαρίζω, σωτάρω κλπ. Το μαγείρεμα είναι για μένα παρηγορητικό, χαλαρωτικό. Και κάτι πάρα πολύ δημιουργικό.
Έχω ήδη ξεπεράσει τον χρόνο που αφιερώσατε στο JAN τόσο γενναιόδωρα, και μάλιστα την τελευταία μέρα των διακοπών σας στο όμορφο νησί. Πριν μας αφήσετε, μιλήστε μας αν θέλετε για το νέο σας έργο που ετοιμάζετε για τη νέα σεζόν.
Πρόκειται για ένα νέο έργο που έχω γράψει και θα ανεβάσω στη θεατρική σκηνή μου (σ.σ. Θέατρο Σταμάτης Φασουλής/Χορν), σε συμπαραγωγή με τον Μίλτο Σωτηριάδη από το Θεάτρο Νέου Κόσμου και το Θέατρο Τέχνης.
Το έργο έχει τίτλο «Το Θέατρο ή τη ζωή σου!» Πρόκειται για έναν μονόλογο μακρύ, μάλλον για μια αλληλουχία μονολόγων, όπου αφηγούμαι χρονολογικά προσωπικές ιστορίες, φάσεις και καταστάσεις από τη ζωή μου – ενταγμένες βέβαια στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της ζωής εκείνων των χρόνων, ως σήμερα.
Θα βρίσκομαι μόνος επί σκηνής, συνεχώς, μαζί με 3 μουσικούς. Οι παραστάσεις ξεκινάνε στα μέσα Οκτωβρίου.
Κύριε Φασουλή, ανυπομονούμε!!!
Και προς ώρας, σας ευχαριστώ και καλή αντάμωση, του χρόνου πάλι, στην αγαπημένη Σίφνο!




