Περνάς από τα Ρέματα-«Ρεύματα» όπως τα αποκαλούσαν παλιά- την υπέροχη κοιλάδα και μετά ο δρόμος ανηφορίζει για την Άρνη, μια μικρή καταπράσινη «Ελβετία» του νησιού. Πρώτα βλέπεις τα καμένα -παντού υπάρχει μια τέτοια πληγή- και μετά το δάσος θεριεύει, ενώ η στενή άσφαλτος ανεβαίνει το καταπράσινο βουνό, κερδίζοντας ύψος μέσα από ανηφορικές φουρκέτες, τόσο απότομες, ώστε αν (ο μη γένοιτο!) διασταυρωθείς με όχημα που κατεβαίνει, «ξύνεις» την άκρη του γκρεμού, ρουφώντας ασυναίσθητα κοιλιά και στομάχι για να χωρέσετε και οι δύο.
Κι εκεί, στην καρδιά του τοπίου με τα μύρια χρώματα, κάτι τραβάει το βλέμμα πιο ψηλά. Όχι, δεν πρόκειται για έρημο ξωκλήσι. Είναι μία κολόνα της ΔΕΗ, παλιά και ξύλινη, κρεμασμένη στον βράχο, στο κενό, να δίνει, λες, σημάδι ζωής στον οδοιπόρο. Και είναι εκεί που, μερικές φορές, νιώθεις μια αλλόκοτη συγκίνηση, μια αλλόκοτη σύνδεση μ’ αυτόν τον υπέροχο, κακοτράχαλο τόπο μας, με τα μισοερημωμένα χωριά, τα απομακρυσμένα νησιά και συνειδητοποιείς πόσο εύκολα είναι τα λόγια αν ζεις σε μία πεδινή, ας πούμε, χώρα της βόρειας Ευρώπης που έχει όλες τις ευκολίες και τα καλά στη διάθεσή της, με τους δρόμους να τρέχουν, τις κολόνες να τρέχουν, τα τρένα να τρέχουν – όλα ευθεία. Και συγκινείσαι πάλι, μ’ αυτές τις παντού σκαρφαλωμένες, μοναχικές κολώνες της ΔΕΗ και τις άλλες, που μεταφέρουν τα πολύτιμα αγαθά τους ανάμεσα σε βουνά και χαράδρες, μέσα από βυθούς και ουρανούς σε σπίτια και σχολεία, εκεί όπου αμέτρητοι μελλοντικοί πρωταθλητές μας, όπως είναι σήμερα ο Μίλτος Τεντόγλου, η Κατερίνα Κοντοχριστοπούλου, ο Απόστολος Χρήστου και τόσοι άλλοι, προπονούνται με λίγα μέσα, αλλά με εφόδιο όλη την ψυχή, για να σηκώσουν ίσως μία μέρα ένα μετάλλιο, κρατώντας σφιχτά πάνω τους τη γαλανόλευκη. Για την Ελλάδα ρε γαμ@το, όπως το είχε πει η Ολυμπιονίκης μας Βούλα Πατουλίδου.
Μετά, κατεβαίνεις το βουνό προς τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και σταματάς στον «καφενέ», όπου ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης σε ενημερώνει ότι, στην κουζίνα, η γυναίκα του τηγανίζει πατάτες και κεφτεδάκια για να απολαύσεις λίγο μεσημεριανό κρασάκι. «Δικιάς μου παραγωγής», ανακοινώνει και προσθέτει: «Δεν θα καθυστερήσεις όμως γιατί μετά θα φύγω. Απόψε έχουμε το Μανωλάκι μας και μεθαύριο είναι και το Λευτεράκι μας. Δεν τα χάνουμε αυτά». Και μετά από λίγη σκέψη συνειδητοποιείς ότι θα κλείσει νωρίς για να δει τον Μανόλο Καραλή να διαγωνίζεται στο επί κοντώ και, 2 μέρες μετά, τον Λευτέρη Πετρούνια, στους κρίκους. Άσε που είμαι σίγουρη πως, όταν τους βλέπει στο βάθρο να σκουπίζουν τα δάκρυά τους, σηκώνει κι εκείνος την ποδιά για να σκουπίσει τα δικά του. Επειδή κι εκείνος ξέρει καλά πόσο κολοσσιαία είναι τα επιτεύγματα αυτών των παιδιών, σ’ έναν τόπο χωρίς πλούσιες, εύκολες πεδιάδες που έχει ανάγκη από δρόμους σαν φίδια και ταξίδια σε θάλασσες που βγάζουν φίδια για να γίνονται τα αδύνατα-δυνατά.
Παιδιά πρότυπα, παιδιά που δεν κομπάζουν, αλλά ούτε και κομπιάζουν να δηλώσουν ότι την αγαπάνε αυτή την πατρίδα κι αγωνίζονται για την ευλογία ν’ ακούσουν τον ύμνο της στο βάθρο. Δεν θα τα δεις πάνω σε κότερα, σε κοσμικές παραλίες, δεν θα διαφημίσουν πλαστικοποιημένα μούσκλα γεμάτα τατουάζ, ούτε φυσικά θα κάνουν χυδαία σχόλια κάτω από την ανάρτηση μιας άλλης σπουδαίας αθλήτριας, που τιμά το εθνόσημο, αλλά έκανε το λάθος να ερωτευτεί τον γιο του επίσημου εκφραστή του. Πάλι χρειάστηκε να σκεφτώ λίγο για να συνειδητοποιήσω ότι, το καλοκαιρινό ζώδιο που της εύχονταν σήμαινε να πάθει καρκίνο. Όχι, δεν είναι αυτή η δικιά μου πατρίδα. Κι αν είναι κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμων, τώρα που μεγαλώνω και συλλογίζομαι ότι δεν θα άντεχα μια ακόμα ζωή μέσα σε τόση καθημερινή χυδαιότητα, είναι αυτά τα παιδιά, τα συνώνυμα με το ήθος, που κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να κρατούν ψηλά το τραυματισμένο ηθικό μας.
Και κάτι ακόμα: Να ζητήσω συγγνώμη από τόσα παιδιά τα οποία, κάθε μέρα του φετινού Αυγούστου, από το Μπέρμινχαμ, το Ζάγκρεμπ, τη Λωζάνη, το Παρίσι, τον Τάραντα, τη Ζυρίχη, κερδίζουν μετάλλια χρυσά, ασημένια, χάλκινα, πάντα με το ίδιο χαμόγελο, την ίδια συστολή, την ίδια ψυχή, το ίδιο ήθος.
Δεν χωρούν τόσα ονόματα εδώ. Στις καρδιές μας όμως, χωρούν και περισσεύουν .


