Μια περιήγηση στην Αθήνα μέσα από την ιστορία της επικοινωνίας
Αν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο και να περπατήσουμε στην Αθήνα πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ίσως να ανακαλύπταμε ότι οι άνθρωποι δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί από εμάς. Ήθελαν κι εκείνοι να πουν κάτι, να αφήσουν το σημάδι τους, να τους διαβάσει κάποιος, όπως παραδείγματος χάριν, στο Δίπυλο, τη μεγάλη πύλη της αρχαίας Αθήνας.
Από εκεί περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε προς την Ακαδημία του Πλάτωνα. Ήταν ένας τόπος με κίνηση, πομπές, τελετές, συγκεντρώσεις. Και πάνω στους τοίχους υπήρχαν χαράγματα. Ανάμεσά τους, λέγεται, και ερωτικά μηνύματα νέων ανθρώπων. Ένας τοίχος και ένα μήνυμα. Μπορεί να άλλαξαν οι λέξεις, τα υλικά και οι αποδέκτες, αλλά η ανάγκη έμεινε ίδια: Να αφήσω κάπου αυτό που θέλω να πω.

Χιλιάδες χρόνια αργότερα, η Αθήνα εξακολουθεί να είναι γεμάτη μηνύματα. Μόνο που, ανάμεσα στους αρχαίους τοίχους και στους σημερινούς, μεσολάβησε μια ολόκληρη επανάσταση στην επικοινωνία.
Στην πλατεία Κοτζιά, το Μέγαρο Βασιλείου Μελά είναι ένα από εκείνα τα κτίρια που προσπερνάμε χωρίς να σκεφτόμαστε πόσα μηνύματα πέρασαν κάποτε από μέσα του. Για πολλά χρόνια το Κεντρικό Ταχυδρομείο ήταν ένας από τους σημαντικότερους κόμβους επικοινωνίας της πόλης. Επιστολές, τηλεγραφήματα, άνθρωποι που έρχονταν να στείλουν ή να παραλάβουν νέα από μια άλλη πόλη, μια άλλη χώρα, έναν άνθρωπο που ίσως βρισκόταν πολύ μακριά.

Τότε η επικοινωνία είχε διαδρομή. Ένα γράμμα έπρεπε να ξεκινήσει από κάπου, να περάσει από χέρια, γραφεία, σάκους, τρένα, πλοία, και κάποτε να φτάσει στον προορισμό του.
Στις 14 Απριλίου 1942, μέσα στην Κατοχή, οι εργαζόμενοι των υπηρεσιών ταχυδρομείων, τηλεγράφων και τηλεφώνων κατέβηκαν σε απεργία. Η κινητοποίηση ξεκίνησε από το Κεντρικό Ταχυδρομείο και επεκτάθηκε στις τηλεφωνικές υπηρεσίες.
Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο σε αυτή την ιστορία. Οι άνθρωποι που είχαν αναλάβει να μεταφέρουν τα μηνύματα της πόλης αποφάσισαν να σταματήσουν να τα μεταφέρουν. Η σιωπή έγινε μήνυμα.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της δύναμης που έχει η επικοινωνία: Ακόμη και όταν διακόπτεται, εξακολουθεί να επικοινωνεί κάτι.
Από το Μέγαρο Μελά μπορούμε να ακολουθήσουμε τη διαδρομή της επικοινωνίας μέχρι τη Σταδίου. Στον αριθμό 15 βρίσκεται ένα επιβλητικό κτίριο του Μεσοπολέμου, γνωστό ως κτίριο του ΟΤΕ, σχεδιασμένο από τον Αναστάσιο Μεταξά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 στέγασε την Ανώνυμη Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία, και συνδέθηκε με την ανάπτυξη του τηλεφωνικού δικτύου της χώρας.

Εδώ η επικοινωνία αποκτά μια άλλη διάσταση. Δεν χρειάζεται πια να γράψεις ένα γράμμα και να περιμένεις. Δεν χρειάζεται να βρίσκεται κάποιος αγγελιαφόρος στον δρόμο. Η φωνή ταξιδεύει μέσα από ένα δίκτυο και φτάνει σχεδόν αμέσως στον άνθρωπο που βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής.
Η πόλη, όπως άλλωστε και ο κόσμος ολόκληρος, αρχίζει να μικραίνει. Η επικοινωνία είχε πλέον γίνει υποδομή. Και όποιος μπορούσε να ελέγξει ή να διακόψει αυτή την υποδομή, μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρη την πόλη.
Κάπου εδώ θα μπορούσε να τελειώσει η ιστορία.
Μόνο που, αν συνεχίσουμε να περπατάμε στην Αθήνα, θα διαπιστώσουμε ότι η ιστορία επιστρέφει στους τοίχους.
Στην περιοχή των Εξαρχείων, για παράδειγμα, ο τοίχος λειτουργεί ως πίνακας ανακοινώσεων, εφημερίδα, αφίσα, σύνθημα, έργο τέχνης, πολιτική δήλωση, προσωπική υπογραφή. Αφίσες και συνθήματα ενημερώνουν, καλούν σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, εκδηλώσεις και διαμαρτυρίες, ενώ τα graffiti μετατρέπουν τις προσόψεις των κτιρίων σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σκηνικό δημόσιων μηνυμάτων. Η περιοχή έχει μια ιδιαίτερα έντονη παράδοση δημόσιας έκφρασης και graffiti.


Ο δημόσιος χώρος, όμως, δεν είναι λευκός καμβάς χωρίς όρια. Όταν ένα μήνυμα γράφεται πάνω σε ένα ιστορικό κτίριο, ένα νεοκλασικό ή ένα άγαλμα, η πράξη παύει να αφορά μόνο εκείνον που θέλει να εκφραστεί. Αφορά και την ίδια την πόλη.
Και σήμερα; Σήμερα δεν χρειάζεται καν να βγούμε στον δρόμο. Ο καθένας μας έχει έναν δικό του τοίχο.

Χωράει στην τσέπη μας, φωτίζεται με ένα άγγιγμα και μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μεταφέρει μια φωτογραφία, μια άποψη, μια είδηση, μια διαφήμιση, μια καταγγελία, ένα αστείο ή απλώς μια εικόνα από το πρωινό μας. Το κινητό έγινε ο καινούργιος τοίχος και το feed η καινούργια πλατεία.
Μόνο που υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Στον παλιό τοίχο αποφάσιζες εσύ τι θα γράψεις και όποιος περνούσε μπορούσε να το δει. Στον ψηφιακό τοίχο γράφουμε επίσης εμείς, αλλά δεν αποφασίζουμε πάντα ποιος θα το δει. Ανάμεσα σε εκείνον που στέλνει το μήνυμα και σε εκείνον που το λαμβάνει παρεμβάλλονται πλατφόρμες, αλγόριθμοι, επιχειρήσεις, μέσα ενημέρωσης και δημιουργοί περιεχομένου. Όλοι διεκδικούν λίγο από την προσοχή μας. Κι εμείς, ταυτόχρονα, είμαστε και πομποί και δέκτες.
Μέσα σε αυτό το καινούργιο τοπίο εμφανίστηκαν και οι influencers, άνθρωποι που απέκτησαν τη δυνατότητα να απευθύνονται καθημερινά σε εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια ακολούθους. Οι αναρτήσεις τους δεν μεταφέρουν απλώς πληροφορίες·συχνά διαμορφώνουν πρότυπα ζωής, επιθυμίες και προσδοκίες.
Μόνο που αυτό που βλέπουμε στην οθόνη δεν είναι πάντα η πραγματικότητα. Η τέλεια εικόνα των διακοπών, το χαμόγελο, η πισίνα, το ποτήρι Aperol στο χέρι, το άψογο σώμα και η φαινομενικά ανέμελη ζωή είναι συχνά μια προσεκτικά επιλεγμένη εκδοχή της. Και όσο περισσότερο πολλαπλασιάζονται αυτές οι εικόνες, τόσο πιο εύκολο είναι να ξεχάσει κανείς ότι βλέπει επιλεγμένες στιγμές και όχι μια ολόκληρη ζωή. Για εκείνον που κοιτάζει από την άλλη πλευρά της οθόνης, η συνεχής σύγκριση μπορεί να ενισχύσει το άγχος, το αίσθημα ανεπάρκειας ή την εντύπωση ότι η δική του ζωή υπολείπεται από αυτή που καθημερινά προβάλλεται.
Έτσι, η επικοινωνία σήμερα δεν μεταφέρει μόνο μηνύματα. Δημιουργεί και εικόνες της πραγματικότητας – και μερικές φορές μια πραγματικότητα που υπάρχει περισσότερο στην οθόνη παρά στη ζωή.


